Kosmas - Agrinio

Kosmas - Agrinio

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

http://antiairetikos-vs-exeldim.blogspot.gr/2015/06/blog-post_5.html
         Αν και ίσως έχουμε ακούσει τον όρο «κανόνας» της Καινής Διαθήκης ή της Αγίας Γραφής, είναι πιθανόν αν μην γνωρίζουμε επ’ ακριβώς για τι πρόκειται. 
Ας εξετάσουμε λοιπόν με συντομία το θέμα αυτό. 

Ως «κανόνα» της Καινής Διαθήκης και της Αγίας Γραφής γενικότερα, ονομάζουμε το σύνολο των βιβλίων της Καινής και Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία η Εκκλησία έχει αναγνωρίσει ως θεόπνευστα. 

Είναι τα βιβλία τα οποία περιέχουν τη θεία αποκάλυψη. Τα βιβλία αυτά ονομάζονται κανονικά, ενώ αυτά που έχουν αποκλειστεί από τον κανόνα, ονομάζονται απόκρυφα.

         Στο ερώτημα πως οδηγήθηκε η Εκκλησία στη συγκρότηση του κανόνα, οι περισσότεροι ερευνητές υποστηρίζουν τους εξής λόγους:

         1)     Ο αιρετικός Μαρκίων στην Δύση, επηρεασμένος από το Γνωστικισμό, δίδασκε ότι σκληρός ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν έχει καμιά σχέση με το Θεό της Καινής Διαθήκης, που φανερώνεται στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι απέρριψε  ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη. 

Επίσης υποστήριξε ότι οι δώδεκα Απόστολοι διαστρέβλωσαν τη διδασκαλία του Χριστού και δεχόταν ως γνήσιο απόστολο του Χριστού μόνο τον απόστολο Παύλο. Έτσι γύρω στο έτος 140 μ.Χ. συγκρότησε ένα «κανόνα» που αποτελείτο από το «ευαγγέλιον» και το «αποστολικόν». Περιλάμβανε δηλαδή μόνο το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (και αυτό ακρωτηριασμένο), διότι ο Λουκάς ήταν συνεργάτης και συνοδός του Παύλου, και δέκα επιστολές του Παύλου.

         Η Εκκλησία, σαν απάντηση στο Μαρκίωνα, επεξέτεινε τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, προβάλλοντας τα τέσσερα ευαγγέλια, τις υπόλοιπες επιστολές του Παύλου, τις λοιπές επιστολές της Καινής Διαθήκης, καθώς και την Αποκάλυψη. Η διαμόρφωση αυτή του κανόνα έγινε όπως θα δούμε στη συνέχεια τον 4° αιώνα.

          2)    Ένας επιπλέον λόγος που οδήγησε την Εκκλησία στην θέσπιση του κανόνα ήταν και ο εξής: κατά τον 2° αιώνα η κυκλοφορία απόκρυφων έργων παρουσίασε έξαρση. Αρκετοί γνωστικοί κύκλοι κυκλοφορούσαν  ψευδεπίγραφα  κείμενα, με αιρετικές διδασκαλίες και φανταστικές πληροφορίες. 

Η Εκκλησία, προκειμένου να προστατεύσει το ποίμνιο της από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία απόκρυφων έργων, περιόρισε τα γνήσια και θεόπνευστα έργα της Καινής Διαθήκης σε αυτά που αποτέλεσαν τελικά τον κανόνα της Καινής Διαθήκης.

Ποια είναι όμως τα κριτήρια που οδήγησαν την Εκκλησία στη διάκριση των θεόπνευστων και μη θεόπνευστων βιβλίων για την συγκρότηση του κανόνα της Καινής Διαθήκης; 

Να τονίσουμε καταρχήν ότι η Εκκλησία υπήρχε και πριν από τον κανόνα και καθοδηγούμενη από το Άγιο Πνεύμα, διέκρινε τα θεόπνευστα και μη θεόπνευστα βιβλία της Καινής Διαθήκης. 

Ο Ωριγένης, όπως και οι μετά από αυτόν ανατολικοί θεολόγοι, τονίζει ότι βασικός παράγοντας αναγνώρισης της κανονικότητας ενός βιβλίου, δεν είναι μόνο η αποστολική του προέλευση, αλλά κατεξοχήν η συμφωνία της Εκκλησίας, η οποία επειδή καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα μπορεί να διακρίνει τα θεόπνευστα από τα μη θεόπνευστα βιβλία.
        
  Βέβαια ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος ουδέποτε σταματά. 
Χωρίς την χάρη και την ζωοποιό ενέργεια του Αγίου Πνεύματος δεν είναι δυνατόν να ερμηνευτεί ορθά η Αγία Γραφή. 

Χωρίς το ερμηνευτικό χάρισμα του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος το οποίο «όλον συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας», η Αγία Γραφή παραμένει «κατασφραγισμένη σφραγίσιν επτά».

         Τέλος να σημειώσουμε ότι είναι η Εκκλησία που αναγνωρίζει τη Γραφή ως «κανόνα» που ρυθμίζει την ζωή των μελών της. Αν έχουμε την Αγία Γραφή, είναι διότι η Εκκλησία μας εγγυάται γι' αυτήν και την ερμηνεύει. 

Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία είναι πάνω από την Γραφή, ούτε και το αντίθετο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε υπεροχή της μιας έναντι της άλλης.

         Στο σημείο αυτό θα εξετάσουμε την ιστορία του κανόνα της Καινής Διαθήκη. 
Την ιστορία δηλαδή της συγκέντρωσης των βιβλίων της Καινής Διαθήκης σε ένα σώμα και την αναγνώριση τους από τους χριστιανούς ως «Αγία Γραφή», μια ιστορία που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. 

Ας εξετάσουμε με συντομία τους σημαντικότερους σταθμούς στην διαμόρφωση του κανόνα της Καινής Διαθήκης


1)           Οι πρώτες συλλογές βιβλίων της Καινής Διαθήκης

         Στα τέλη περίπου του 1ου αιώνα με αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. μαρτυρείται μια συλλογή των επιστολών του Παύλου σε ένα σώμα. 
Η συλλογή αυτή ονομάζεται «Corpus Paulinum». 
Οι σημαντικότερες μαρτυρίες που μας οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό είναι του αποστόλου Πέτρου στην Β΄ Καθολική επιστολή του, του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας και Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης.

         Γύρω στο 140 μ.Χ. μαρτυρείται μια άλλη συλλογή. Είναι αυτή του αιρετικού Μαρκίωνα, την οποία εξετάσαμε προηγουμένως. Απλώς να υπενθυμίσουμε ότι αποτελείτο μόνο από το κατά Λούκα Ευαγγέλιο (και αυτό ακρωτηριασμένο) και δέκα επιστολές του Παύλου.

          Όσον αφορά τα ευαγγέλια τώρα, έχουμε τα εξής δεδομένα: Πριν από τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. τα ευαγγέλια δεν είχαν ακόμα τη γενική αναγνώριση ως Γραφή. 

Στα μέσα όμως του 2ου αιώνα, ο Ιουστίνος, αναφέρεται στα «ευαγγέλια», τα οποία χαρακτηρίζει ως «απομνημονεύματα των Αποστόλων». 
Μάλιστα μας πληροφορεί ότι διαβάζονταν στις λατρευτικές συνάξεις των πιστών μαζί με τα συγγράμματα των Προφητών (βλ. Α΄Απολογία 66, 3 και 67,3). 

Λίγα χρόνια αργότερα, γύρω το έτος 170 μ.Χ., ο μαθητής του Ιουστίνου Τατιανός, συνέταξε μια αρμονία των 4 ευαγγελίων. 
Ο Ευσέβιος στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του, την ονομάζει «Δια Τεσσάρων» . 

Έτσι λοιπόν κατά το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα, μπορούμε πλέον να μιλούμε για μια συλλογή των τεσσάρων ευαγγελίων.


2)            Μαρτυρίες για τον κανόνα της Καινής Διαθήκης στα τέλη 
του 2ου αι. μ.Χ.
          
Αν και στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. απαριθμούνται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ως κανονικά τα περισσότερα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης (Κ.Δ.), εντούτοις το μόνο τμήμα του κανόνα που αποκρυσταλλώθηκε οριστικά, είναι αυτό των τεσσάρων ευαγγελίων. 

Πιο αναλυτικά: Περί το τέλος του 2ου αιώνα μ.Χ. ως κανονικά βιβλία της Καινής Διαθήκης αναφέρονται τα εξής: τα τέσσερα ευαγγέλια, οι Πράξεις των Αποστόλων, οι δεκατρείς επιστολές του Παύλου (απουσιάζει η Προς Εβραίους, η οποία μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ.  δεν ανήκε στον κανόνα της Κ.Δ. στη Δύση), οι μεγάλες Καθολικές επιστολές, δηλαδή η Α΄ Πέτρου και η Α΄ Ιωάννη και τέλος η Αποκάλυψη (αν και στη συνέχεια, όπως θα δούμε, στην Ανατολή θα υπάρξουν αρκετές επιφυλάξεις ως προς την κανονικότητα της).

          Ο Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνου και ο κανόνας του Μουρατόρι (έτος 200 μ.Χ., Αμβροσιανή βιβλιοθήκη Μιλάνου) αναφέρουν ως κανονική και την Β΄ Καθολική επιστολή του Ιωάννη. 

Η Β΄ Καθολική επιστολή του Πέτρου μνημονεύεται μόνο από τον Ιππόλυτο, επίσκοπο Ρώμης και τέλος η επιστολή Ιούδα αναφέρεται από τον Τερτυλλιανό και τον κανόνα του Μουρατόρι. 
Είναι φανερό ότι παρατηρείται διακύμανση ως προς ορισμένες Καθολικές επιστολές. 

Γι’ αυτό και όπως αναφέραμε, το μόνο τμήμα του κανόνα που καθιερώθηκε κατά τέλος του 2ου αιώνα, είναι αυτό των τεσσάρων ευαγγελίων.


3)      Μαρτυρίες για τον κανόνα της Καινής Διαθήκης κατά τον 3° αιώνα.

          Τον 3° αιώνα μ.Χ. καμιά Εκκλησία δεν αμφισβητεί την κανονικότητα των βιβλίων που αναφέραμε παραπάνω (δηλαδή των τεσσάρων ευαγγελίων, των Πράξεων, των δεκατριών παύλειων επιστολών, των μεγάλων Καθολικών επιστολών και της Αποκάλυψης) και τα οποία ήδη από τα τέλη του 2ου αιώνα απαριθμούνται ως κανονικά. 

Διαφωνίες υπάρχουν ως προς τις μικρές Καθολικές επιστολές (Β΄ Πέτρου, Β΄ και Γ΄ Ιωάννη, Ιούδα), ως προς την Εβραίους επιστολή (στην Δύση κυρίως) και ως προς την Αποκάλυψη (στην Ανατολή κυρίως).


          Η επιφυλακτικότητα της Ανατολής ως προς την κανονικότητα της Αποκάλυψης είχε τα αίτια της. 

Ο Διονύσιος επίσκοπος Αλεξανδρείας, μαθητής του Ωριγένη, πολεμώντας τον χιλιασμό του επισκόπου Αρσινόης Νέπωτα (ο οποίος επικαλείτο την Αποκάλυψη), υποστήριξε με πολλά γλωσσικά επιχειρήματα, ότι η Αποκάλυψη δεν γράφτηκε από τον μαθητή του Χριστού Ιωάννη, με τα έργα του οποίου (Ευαγγέλιο, Επιστολές) δεν έχει ομοιότητα, αλλά από κάποιον άλλο θεόπνευστο άνδρα με το όνομα αυτό. 

Όμως δεν αμφισβήτησε την κανονικότητα της. Τα επιχειρήματα αυτά του Διονυσίου κατά της γνησιότητας της Αποκάλυψης, είναι και ο κύριος λόγος που δεν ορίστηκαν ποτέ αναγνώσματα από αυτήν στην λατρεία.


Επίσης κάποια χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης δεν την περιέχουν.


4)      Τελική διαμόρφωση του κανόνα τον 4° αιώνα .

          Η αμφιταλάντευση ως προς την Αποκάλυψη συνεχίστηκε και τον 4° αι. μ.Χ. και οφειλόταν στα επιχειρήματα κατά της γνησιότητας της από τον Διονύσιο επίσκοπο Αλεξανδρείας όπως ήδη εξετάσαμε. 

Έτσι το 350 μ.Χ. ο Κύριλλος Ιεροσολύμων απαριθμεί 26 βιβλία της Καινής Διαθήκης (χωρίς την Αποκάλυψη). 

Το ίδιο και ο Γρηγόριος ο Νανζιανζινός. 
Ο Αμφιλόχιος Ικονίου παρατηρεί ότι οι περισσότεροι δεν δέχονται την Αποκάλυψη,
ενώ ο 59ος κανόνας της Συνόδου της Λαοδικείας επίσης δεν δέχεται την Αποκάλυψη.

Την ίδια στιγμή στην Δύση, όπως αναφέραμε, διατυπώθηκαν αμφιβολίες ως προς την Εβραίους επιστολή.


          Το έτος 367 μ.Χ. αποτελεί ορόσημο στην διαμόρφωση του κανόνα. 

Ο Μ. Αθανάσιος στην 39η εορταστική επιστολή του αναφέρει ως κανονικά τα 27 βιβλία  της Κ.Δ., δηλ. περιλαμβάνει και την Αποκάλυψη

Ο Μ. Αθανάσιος σημειώνει στην επιστολή του:

 «Ταύται πηγαί τον σωτηρίου, ώστε τους διψώντας εμφορείσθαι των εν τούτοις ρημάτων της ζωής, εν τούτοις το της ευσέβειας διδασκαλείον ευαγγελίζεται. 
Μηδείς τούτοις επιβαλλέτω, μηδέ τούτων αφαφέσθω τι». 

Αξίζει να σημειωθεί ότι:

πρώτος ο Μ. Αθανάσιος χρησιμοποιεί τον όρο «κανών» για δήλωση του σώματος των βιβλίων της Κ.Δ.
          
Στη Δύση ο κανόνας των 27 βιβλίων της Κ. Δ. που απαριθμεί η 39η Επιστολή του Αθανασίου, επικράτησε κατά τέλος 4ου αιώνα. 

Σταθμοί υπήρξαν οι τοπικοί Σύνοδοι Ιππώνας το 393 μ.Χ. και Καρχηδόνας το 397 μ.Χ., στις οποίες μετείχε και ο ιερός Αυγουστίνος.

          Οι αμφιβολίες ως προς την γνησιότητα της Αποκάλυψης όμως, συνεχίστηκαν στην Ανατολή. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ιερός Χρυσόστομος και ο Θεοδώρητος δεν την ερμήνευσαν, ενώ οι Καππαδόκες δεν της έδωσαν μεγάλη σπουδαιότητα. 

Μάλιστα η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (692 μ.Χ.) επικύρωσε δύο κανόνες της Καινής Διαθήκης: ένα με την Αποκάλυψη και ένα χωρίς αυτήν. 


Ο αμφιβολίες θα πάψουν να υπάρχουν από τον 10° αιώνα και εξής.

          Η Αγία Γραφή λοιπόν και ιδιαίτερα η Καινή Διαθήκη, είναι η συλλογή των ιερών και θεόπνευστων βιβλίων του Χριστιανισμού. 

Τα βιβλία αυτά καλούμαστε ως χριστιανοί να μελετούμε και λαμβάνουμε θάρρος, να ενδυναμώνουμε την πίστη μας και να μιμούμαστε τους πνευματικούς αγώνες των δικαίων και ευσεβών ανθρώπων και δη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. 

Η μελέτη της Αγίας Γραφής είναι ιδιαίτερα επίκαιρη στους χαλεπούς και έσχατους καιρούς που ζούμε.


Αρθρογράφος

Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος