ΑΠΟ ΤΥΧΗΝ, ΕΞΕΛΙΞΙΝ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΝ; - ΤΟΥ Κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Β. ΑΒΡΑΜΙΔΗ

ΑΠΟ ΤΥΧΗΝ, ΕΞΕΛΙΞΙΝ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΝ;

ΤΟΥ Κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Β. ΑΒΡΑΜΙΔΗ

Τοῦ κ. Ἀθανασίου Β. Ἀβραμίδη,
Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

  Τὰ ὅσα ἀκολουθοῦν, ἀποτελοῦν «προδημοσίευμα» τοῦ ὑπὸ ἔκδοσιν, μὲ τὸν ἀνωτέρω τίτλον, βιβλίου τοῦ συνεργάτου μας καθ. ἰατρικῆς κ. Ἀθ. Β. Ἀβραμίδη διὰ τὴν προέλευσιν τοῦ Κόσμου καὶ τῆς Ζωῆς. 
Ἐξ αὐτοῦ παρατίθενται ἀποσπάσματα:

Ἀπὸ τὸν πρόλογο:

  Ὁ ἄνθρωπος πάντοτε διερωτᾶτο, ἀναζητώντας ἀπαντήσεις γιὰ τὴν προέλευση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς.

  Οἱ κοσμογονικὲς θεωρίες εἶναι πολλές, μὲ ἐπικρατέστερη ἐκείνη τοῦ μαθηματικοῦ καὶ ἀστροφυσικοῦ Στίβεν Χόκινγκ (Steven Hawking) κατὰ τὴν ὁποία τὸ Σύμπαν προέκυψε «ἐντελῶς τυχαῖα» καί, στὸν πραγματικὸ χρόνο, τὴ στιγμὴ τῆς Μεγάλης Ἔκρηξης (σ.188 τοῦ βιβλίου του). Χωρὶς νὰ λέει ὁ,τιδήποτε γιὰ τὸ «χθὲς» τῆς Ἔκρηξης αὐτῆς. Ἀσχολεῖται δὲ μόνον μὲ τὸ «πῶς» καὶ οὐδόλως μὲ τὸ «γιατί».

  Ἡ θεωρία τοῦ «Χάους» γιὰ τὰ συμβαίνοντα στὸ Σύμπαν, ἀσχολεῖται μὲ τὶς κοσμολογικὲς θεωρίες. Καὶ μελετᾶ τό πῶς ἀπὸ τὸ «τυχαῖο», τὸ ἀσταθές, τὴν ἀταξία, ὅπου ἡ πρόβλεψη δὲν εἶναι δυνατή, ἀπὸ κάποια στιγμὴ τοῦ χρόνου καὶ ἑξῆς, κατὰ κάποιον ἐπιστημονικῶς ἀνερμήνευτο τρόπο, ὅλα πλέον στὸ Σύμπαν συμπεριφέρονται μὲ ἁρμονία καὶ τάξη. 

«Δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ καταλάβουμε(γράφει ὁ Χόκινγκ στὴ σ.188 τοῦ βιβλίου του) πῶς τόσο χαοτικὲς καὶ ἀπροσδιόριστες ἀρχικὲς συνθῆκες θὰ ὁδηγοῦσαν κάποτε σὲ ἕνα Σύμπαν τόσο ὁμοιόμορφο καὶ ὁμαλό, ὅσο τὸ δικό μας».

  Ἡ ἀπολυτότητα τῆς ἀλήθειας στὶς γνώσεις τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν δὲν εἶναι καὶ τόσον βεβαία, ὅσο κοινῶς θεωρεῖται, διότι καὶ αὐτὲς βασίζονται σὲ «αὐθαίρετες καὶ ἀναπόδεικτες ἀλήθειες», ὅπως τὰ «ἀξιώματα», οἱ «ἀρχὲς» καὶ οἱ «σταθερές». Τὰ «ἀξιώματα», εἶναι «θεμελιώδεις ἀρχὲς», ποὺ«δὲν χρειάζονται ἀπόδειξη» οὔτε καὶ στὰ μαθηματικά.

  Ἔχει, ἑπομένως, καὶ ἡ ἐπιστήμη τὰ δικά της «δόγματα» καὶ τὰ δικά της «πιστεύω», ὥστε νὰ παραμένει καὶ γιὰ τὴν Ἐπιστήμη ὡς «ζητούμενον» τὸ «Τί ἐστὶν ἀλήθεια».

  Οἱ φιλόσοφοι ἔχουν ἀναπτύξει τὴ δική τους κοσμογονία, κατὰ τὶς προσωπικὲς ἀντιλήψεις ἑκάστου γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Ἡ φιλοσοφική τους μάλιστα κοσμογονία εἶναι περισσότερο «φιλικὴ» πρὸς τὴν «αὐτόματη γένεση».

  Κατὰ τὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα ἐμφανίσθηκαν φιλοσοφικὲς κοσμογονικὲς θεωρίες, εἴτε μὲ τὸν Σκεπτικισμὸ (ὁ Ἐπίκουρος καὶ οἱ Στωικοί), εἴτε ἀπὸ τοὺς Νεοπλατωνικούς, μὲ ἀναζητήσεις λογικῶν βάσεων μεταβάσεως ἀπὸ τὴν πολυθεΐα στὸν μονοθεϊσμό. 

Ὁ Σωκράτης, μάλιστα, κατὰ τὴν «ἀπολογία» του εἶπε καὶ τὸ ἑξῆς: «Καθεύδοντες διατελεῖτε ἄν, εἰ μὴτίνα ἄλλον ὑμῖν ὁ Θεὸς ἐπιπέμψειε, κηδόμενος ὑμῶν», θεωρηθὲν καὶ ὡς πρόβλεψη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

  Κατὰ τὴν Χριστιανικὴ διδασκαλία, ὁ Κόσμος εἶναι τὸ σύνολο τῶν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δημιουργηθέντων ὁρατῶν ἐνόργανων καὶ ἀνόργανων, ἐμψύχων καὶ ἀψύχων κτισμάτων. Δημιουργήθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐκ τοῦ μηδενός, καὶ διακρίνονται σὲ ὑλικὸ καὶ πνευματικὸ κόσμο. Εἶναι θέμα πίστεως.

  Ἡ ἐπιστήμη βρίσκεται σὲ ἀδυναμία νὰ ἀπαντήσει σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν προέλευση τῆς ζωῆς, ὅπως ἄλλωστε καὶ τοῦ Σύμπαντος, ἐπειδὴ α) δὲν ὑπάρχουν στὴ διάθεση της τὰ τότε πραγματικὰ γεγονότα πρὸς παρατήρηση καί, β) δὲν μποροῦν αὐτὰ νὰ ἀναπαραχθοῦν στὸ ἐργαστήριο γιὰ πειραματικὴ ἐπαλήθευση. Κατ᾽ ἀνάγκη, ἑπομένως, διατυπώθηκαν διάφορες «θεωρίες», δηλαδή, «ὑποθέσεις» πρὸς ἀπόδειξη. 

Οἱ σπουδαιότερες τῶν ὁποίων, χρονολογικῶς, εἶναι οἱ ἑξῆς: 

α) Τοῦ Λαμὰρκ (Lamarck, 1744-1829) διὰ τῆς «προσαρμογῆς» στὸ περιβάλλον, β) Τοῦ Δαρβίνου (Charles Darwin, 1809-1882) διὰ τῆς ἐξελίξεως μὲ τὴν «φυσικὴ ἐπιλογή», γ) Τοῦ Ντὲ Βρὶς (De Vris, 1848-1935) μὲ τὶς «μεταλλάξεις» καί, δ) Τοῦ Ζὰκ Μονὸ(Jacques Monod, 1910-1972) μὲ τὴν «καθαρὴ τύχη». 

Ἐξ αὐτῶν ἐπικρατέστερες εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Δαρβίνου καὶ ἡ τοῦ Μονό, στὶς ὁποῖες καὶ ἐπικεντρώνεται ἡ ἡμετέρα μελέτη.

«Ἡ θεωρία τῆς Ἐξελίξεως
τοῦ Δαρβίνου, 150 χρόνια
μετὰ τὴ δημοσίευσή της»

  Αὐτὸ ἦταν τὸ θέμα ὁμιλίας τοῦ κ. Ἀβραμίδη στὴν αἴθουσά μας Κάνιγγος 10, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» τῆς 13ης Μαρτίου 2009, ὅπου ὑπάρχει καὶ τὸ βιογραφικό τοῦ Δαρβίνου. 


Στὸ νέο του βιβλίο, «Τύχη, Ἐξέλιξη ἢ Δημιουργία», ὁ κ. Ἀβραμίδης παρουσιάζει ἀναλυτικότερα τὶς ἀπόψεις καὶ τὶς θέσεις τοῦ Δαρβίνου γιὰ τὴν «ἐξέλιξη» ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ βιβλία του:

  Ὁ Δαρβίνος ἔγραψε τὴν «Καταγωγὴ τῶν Εἰδῶν διὰ τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς», δεχόμενος «ἀδίσταχτα» –ὅπως γράφει– τὴν πίστη του στὴν ἐξέλιξη (σ.478). Μὲ ὑποθέσεις δὲ καὶ εἰκασίες, ὁδηγεῖται σὲ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα συχνὰ συνιστοῦν «λήψη τοῦ ζητουμένου». 

Γιὰ πολλὰ προβληματικὰ καὶ γιὰ τὸν ἴδιο κενὰ ἐκ τῆς παλαιοντολογίας, π.χ. γιὰ τὴν ἐξάλειψη μιᾶς ὁλόκληρης ὁμάδας εἰδῶν, γράφει: «...ἂν παραμερίσουμε αὐτὲς τὶς δυσκολίες...» (σ.379). Στὴ σ.322 δὲ γιὰ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα παραθέτει, γράφει: «δὲν μοῦ φαίνεται ν’ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι τὰ εἴδη στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχαν σὰν ποικιλίες». 

Στὴ σ.488 ὅτι, «τὰ εἴδη στὴν ἀρχὴ ὑπῆρξαν σὰν ποικιλίες». Στὴ σ.491 δέ, ὁμιλεῖ «γιὰ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὴν παραγωγὴ τῶν ποικιλιῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἴδιοι, ἀπ' ὅσο μποροῦμε νὰ κρίνουμε, μὲ τοὺς νόμους, ποὺ διέπουν τὴν παραγωγὴ τῶν ξεχωριστῶν εἰδῶν»(σ.σ. Ἐδῶ, οἱ ὑποθέσεις γίνονται πλέον «νόμος»!).

  Ἀναφερόμενος στὶς «δυσκολίες» γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς θεωρίας του «διὰ τῆς «ἐπιλογῆς», στὴ σ.171 γράφει: «Μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς εἶναι τόσο σοβαρὲς, ποὺ ὡς αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν μπορῶ κἄν νὰ τὶς σκεφθῶ χωρὶς νὰ κλονισθῶ κάπως. Ἀλλά, ὅσο μπορῶ νὰ κρίνω, οἱ περισσότερες εἶναι μονάχα φαινομενικές, κι ὅσες εἶναι πραγματικές, δὲν εἶναι νομίζω ὀλέθριες γιὰ τὴ θεωρία». Κατατάσσοντας δὲ τὶς δυσκολίες σὲ κατηγορίες, διερωτᾶται: «Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὸ ἔνστικτο, πού ὁδηγεῖ τὴ μέλισσα νὰ φτιάχνει τὴν κυψέλη της προτρέχοντας ἔτσι τῶν ἀνακαλύψεων τῶν μεγάλων μαθηματικῶν;»(σ.σ. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι, τὴ «δυσκολία» αὐτὴ τὴν προσπερνᾶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως καὶ τὴν ἀνάλογή της μὲ τὸ μυρμήγκι, ὡσὰν νὰ μὴ τὸν ἐνοχλεῖ ἡ βαρύνουσα σημασία τους γιὰ τὶς «πεποιθήσεις» του).

  Προχωρώντας στὸν ὀφθαλμό, στὴ σ.209 ὁ Δαρβίνος γράφει: «Ἂν καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς πὼς ἕνα τόσο τέλειο ὄργανο, ὅπως ὁ ὀφθαλμός, μπορεῖ νὰ ἔχει σχηματισθεῖ μὲ τὴ φυσικὴ ἐπιλογὴ φαίνεται καταπληκτικός, ὅμως ἐφ᾽ ὅσον στὴν περίπτωση κάθε ὀργάνου ξέρουμε μιὰ σειρὰ ὅλο καὶ πιὸ πολύπλοκων διεργασιῶν κάτω ἀπὸ μεταβαλλόμενες συνθῆκες ζωῆς, ....θὰ δοῦμε πὼς δὲν εἶναι λογικὰ ἀδύνατη ἡ ἀπόκτηση ὁποιουδήποτε βαθμοῦ τελειότητας μὲ τὴ φυσικὴ ἐπιλογή». (σ.σ. Ὑπεκφυγὲς σὰν κι αὐτὴ δὲν σπανίζουν στὰ βιβλία τοῦ Δαρβίνου. Προκειμένου, ὅμως, περὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «τὸ ἐκπληκτικὸ θαῦμα τῆς ὁράσεως», ἡ ἐπιχειρηματολογία του ἀποδεικνύεται ἕωλος).

  Ἀνακεφαλαιώνοντας τὸ βιβλίο του γιὰ τὴν «Καταγωγὴ τῶν Εἰδῶν», μὲ ὑπερβολικὴ ἐμμονὴ στὸ ἰδεολογικό του δόγμα τῆς «ἐξελίξεως διὰ τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς», στὴ σ.500 γράφει: «Μ᾽ ὅλο ποὺ ἔχω ὁλότελα πεισθεῖ γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν ἀπόψεων, ποὺ δίδονται σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο, δὲν περιμένω νὰ πείσω πεπειραμένους φυσιοδίφες, ποὺ ἔχουν παραγεμισμένο τὸ μυαλὸ τους μ᾽ ἕνα πλῆθος γεγονότα, ποὺ τὰ εἶδαν ἀπὸ ὁλότελα ἀντίθετη ἄποψη ἀπὸ τή δική μου»... 

Καὶ στὴ σ.502 γράφει: «Πιστεύω ὅτι τὰ ζῶα κατάγονται μονάχα ἀπὸ τέσσερις ἢ πέντε τό πολὺ προγόνους, καὶ τὰ φυτὰ ἀπὸ ἰσάριθμους ἢ καὶ λιγότερους»... «καὶ ἡ ἀναλογία αὐτὴ θὰ μὲ ὁδηγοῦσε στὴν πεποίθηση ὅτι ὅλα τά ζῶα καὶ τὰ φυτὰκατάγονται ἀπὸ ἕνα κοινὸ πρότυπο»... 

«Καὶ μὲ βάση τὴν Ἀρχὴ τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς δὲν φαίνεται ἀπίστευτο ὅτι ἀπὸ τόσο χαμηλὴ μορφή, μπορεῖ νὰ ἀναπτύχθηκαν τόσο τὰ ζῶα ὅσο καὶ τὰ φυτά...καὶ θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὅλα τά ἐνόργανα ὄντα, ποὺ ἔζησαν ποτὲ σ᾽ αὐτὴ τὴ γῆ, μποροῦν νὰ κατάγονται ἀπὸ μιὰ κάποια ἀρχέγονη μορφή».

  Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου του «Ἡ Καταγωγὴ τοῦ Ἀνθρώπου» γράφει: «Τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται, μαζὶ μὲ ἄλλα εἴδη, ἀπὸ κάποια παλιὰ κατώτερη καὶ ἐξαφανισμένη μορφὴ δὲν εἶναικαινούργιο». Καὶ ἀναφέρει «ἐξέχοντες φυσιοδίφες», μεταξύ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Χάξλεϋ διὰ πολλῶν, τὸν Μπύχνερ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν Χαῖκελ… 

Τὸν Χάξλεϋ(Thomas Henry Haxley), γνωστὸ καὶ ὡς τὸ «μπουλντὸγκ» τοῦ «δαρβινισμοῦ», ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν ὅρο «ἀγνωστικιστής», ὡς ἀντιλεκτικὸ στοὺς «γνωστικιστὲς» τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, «ποὺ ἰσχυρίζονταν ὅτι ξέρουν πολλὰ γιὰ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα σὲ αὐτὸν ἦσαν ἄγνωστα». Τὸν δὲ Χαῖκελ διότι στὸ βιβλίο του «Φυσικὴ Ἱστορία τῆς Δημιουργίας» ἐξετάζει συστηματικὰ τὴ γενεαλογίατοῦ ἀνθρώπου καὶ συμπορεύεται μὲ τὶς ἀπόψεις του, βρίσκοντας «χαρακτηριστικὲς ὁμοιότητες ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὰ κατώτερα ζῶα». 

Ὁ Δαρβίνος προσπαθοῦσε νὰ βρεῖ «ὡς ποιὸ σημεῖο ἡ σωματικὴ διάπλαση τοῦ ἀνθρώπου παρουσιάζει σημάδια τῆς καταγωγῆς του ἀπὸκάποια κατώτερη μορφή».

  «Οἱ πρῶτες φάσεις τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρώπου –ὅπως γράφει– βρίσκονται πολὺ κοντύτερα στοὺς πιθήκους, ἀπ᾽ ὅ,τι αὐτοὶ στὸ σκύλο» (σ.24). Καὶ ὅτι: «ἡ ὁμοιότητα, ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἀνάμεσα στὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ πιθήκου, τὸπόδι τοῦ ἀλόγου, τὸ πτερύγιο τῆς φώκιας, τὸ φτερὸ τῆς νυχτερίδας κ.λπ. εἶναι ἐντελῶς ἀνεξήγητη μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ὑπόθεση, ἐκτὸς ἂν παραδεχθοῦμε τὴν καταγωγή τους ἀπὸ ἕναν κοινὸ γεννήτορα» (σ.44). 

Καί, «κατὰ συνέπεια, θὰ ἔπρεπε νὰ παραδεχθοῦμε εἰλικρινὰτὴν κοινή μας καταγωγή». Ἐξετάζει, ἐν συνεχεία (σ.83), «τοὺς πιὸ κοντινοὺς συγγενεῖς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοὺς πιὸ πιστοὺς μακρινούς μας προγόνους...τοὺς τετράχειρες(πιθήκους)». (σ.σ. Εἶναι ὅμως οἱ πίθηκοι τετράχειρες; 
Διότι τὰ μπροστινά τους δὲν ἔχουν ἀντίχειρα δάκτυλο, ποὺ εἶναι τὸ χαρακτηριστικό τῆς χειρὸς στὸν ἄνθρωπο).

  Στὸ πρῶτο κι ὅλας κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του αὐτοῦ, γράφει: «Ἡ ἀντιστοιχία στὴ γενικὴ διάπλαση, τὴ μικροσκοπικὴ κατασκευὴ τῶν ἱστῶν, τὴ χημικὴ σύνθεση καὶ τὴν κράση ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ ἀνώτερα ζῶα, ἰδιαίτερα τούς ἀνθρωπόμορφους πιθήκους, εἶναι ἐντυπωσιακή». 
Καὶ βῆμα πρὸς βῆμα, σὲ ὅλη τὴ διαδρομὴ τοῦ βιβλίου του, καταγίνεται μὲ τὸ νὰ ἀποδείξει τὴν καταγωγή τους ἀπὸ ἕνα «κοινὸ πολὺ παλιὸ πρόγονο ἀμφοτέρων». 
Πρόκειται, προφανῶς, γιὰ περίπτωση «λήψης τοῦ ζητουμένου».

 Ὁ Δαρβίνος ὑπῆρξε ἕνας εὐφυέστατος παρατηρητὴς καὶ «εὔστροφος χειριστὴς τοῦ διαλόγου»...διαλεγόμενος ὅμως μόνον μὲ τὸν ἑαυτό του. Καὶ οὐδεμία δυσκολία εἶχε στὸ «ἐπιχειρηματολογεῖν». 

Ἔτσι, γιὰ τὴ φυσικὴ ἐπιλογὴ γράφει (σ.79): «Εἴδαμε ὅτι τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου παθαίνουν μεταβολές, ποὺ προκαλοῦνται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ἀπὸ τὶς ἴδιες γενικὲς αἰτίες καὶ ὑπακούουν στοὺς ἴδιους γενικοὺς νόμους, ποὺ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὰ κατώτερα ζῶα»(σ.σ. πρόκειται, προφανῶς, γιὰ μιὰ αὐθαίρετη γενίκευση, κατὰ τὴν ὁποία «αἰτίες ὑπακούουν σὲ νόμους», μιᾶς θεωρίας ὅμως ἀναπόδεικτης καὶ στὴ σφαίρα τοῦ ἐπιθυμητοῦ).

 Στὴ σελίδα 90 γράφει: «Ὁ ἐγκέφαλος αὐξανόταν ἀσφαλῶς σὲ ὄγκο ὅσο ἀναπτύσσονταν οἱ διάφορες νοητικὲς ἱκανότητες. Καὶ κανένας, ὑποθέτω, δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι στὸν ἄνθρωπο, ἡ ἀναλογία τοῦ ὄγκου τοῦ ἐγκεφάλου σὲ σχέση μὲ τὸν ὄγκο τοῦ σώματος… βρίσκεται σὲ συνάρτηση μὲ τὶς ἀνώτερες νοητικές του ἱκανότητες». 

Ἐπικαλεῖται δὲ ἀμέσως: «τὰ τόσο γνωστὰ σὲ ὅλους μας, θαυμαστὰ διαφοροποιημένα ἔνστικτα, τὶς νοητικὲς ἱκανότητες καὶ τὰ πάθη τῶν μυρμηγκιῶν, ποὺ ἔχουν ἕδρα τὰ ἐγκεφαλικὰ γάγγλια, ποὺ δὲν φθάνουν σὲ ὄγκο οὔτε τὸ τέταρτο τοῦ κεφαλιοῦ μιᾶς καρφίτσας». 

Καὶ συνεχίζει χωρὶς καμία δυσκολία: «Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη τὸ μυαλὸ τοῦ μυρμηγκιοῦ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ θαυμάσια ἄτομα ὕλης, ποὺ μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε, ἀκόμη πιὸ θαυμάσιο ἴσως κι ἀπὸ τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου» (σ.σ Ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμό του γιὰ τὴ θεωρία του, ἔφθανε συχνὰ σὲ τέτοιες ἀπερισκεψίες, ποὺ τὸν ἐξέθεταν γιὰ ἀκρισία).

  Γράφει στὴ σ.139: «Τὸ νὰ ἐπιμένει κανεὶς νὰ ὑποστηρίζει, χωρὶς ἄμεσες ἀποδείξεις πὼς κανένα ζῶο στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων, δὲν προόδευσε σὲ νοημοσύνη ἢ σὲ ἄλλες νοητικὲς ἱκανότητες, εἶναι σὰν νὰ θέτει ὑπὸ αἵρεση τὴν ἐξέλιξη τῶν εἰδῶν».

  Ἐπανερχόμενος συχνὰ στὶς διαφορὲς κατασκευῆς καὶ ἀναπτύξεως τοῦ ἐγκεφάλου στὸν ἄνθρωπο καὶ τοὺς πιθήκους, στὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του «Ἡ Καταγωγὴ τοῦ Ἀνθρώπου», γράφει (σ.351): «Ἡ σημαντικὴ πρόοδος τῆς ἐπιστήμης τὰ δέκα τελευταῖα χρόνια καὶ οἱ ἐργασίες τόσων σοφῶν ἐρευνητῶν δικαιώνουν τὴν ἄποψη, ποὺ διατύπωσα τὸ1863 σχετικὰ μὲ τὴν καταγωγὴ τοῦ ἐγκεφάλου τῶν ἐνηλίκων». 

Καὶ στὴ σ.354: «...Ἂν ἐξετάσουμε συνολικὰ ὅλα τά γεγονότα, μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ σειρὰ ἐμφανίσεως τῶν πτυχώσεων καὶ τῶν ἑλίκων στὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύουσυμφωνεῖ πληρέστερα μὲ τὴν γενικὴ θεώρηση τῆς ἐξέλιξης καὶ μὲ τὴν ἄποψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος προέρχεται ἀπὸ κάποια πιθηκίσια μορφή...».

  Ὁμιλεῖ γιὰ «αὐτογνωσία» στὰ ζῶα καὶ γιὰ ἀνώτερες πνευματικὲς ἱκανότητες, γιὰ τὴν «ὁμιλία» ἐπίσης, τὴν καταγωγὴ τοῦ ἔναρθρου λόγου, καὶ προχωρώντας βῆμα βῆμα μὲ ὑποθέσεις, ἀποφαίνεται (διὰ μέσου ἄλλων) ὡς ἑξῆς (σ.152): 

«Ἀρκετοὶ συγγραφεῖς ὑποστήριζαν μὲ πολὺ ἐπιμονὴ ὅτι, ἡ χρήση τῆς ὁμιλίας προϋποθέτει τὴν ἱκανότητα τοῦ σχηματισμοῦ γενικῶν ἐννοιῶν. Καὶ ὅπως ἔχει γίνει παραδεκτὸ ὅτι κανένα ζῶο δὲν διαθέτει τέτοια ἱκανότητα, ἐπακόλουθο εἶναι νὰ ὀρθώνεται ἕνα ἀξεπέραστο φράγμα ἀνάμεσα στὰ ζῶα καὶ τὸν ἄνθρωπο».

  Ὁ Δαρβίνος ἐπεκτείνεται καὶ στὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρώπου, γράφων (σ.160-161): 
«Στὴν πίστη σὲ Θεό, τίποτε δὲνμαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ προικισμένος μὲ τὴν ἐξευγενιστικὴ πίστη στὴν ὕπαρξη ἑνὸς παντοδύναμου Θεοῦ...Διαθέτουμε, ἀντίθετα, ἕνα σωρὸ μαρτυρίες ὅτι ὑπάρχει ἕνας σημαντικὸς ἀριθμὸς ἀπὸ ἄγριες φυλὲς, οἱ ὁποῖες δὲν πιστεύουν οὔτε σὲ ἕναν οὔτεσὲ περισσότερους Θεούς...

Τὸ πρόβλημα αὐτὸ εἶναι, ἐννοεῖται, ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω πρόβλημα τοῦ ἂν ὑπάρχει ἕνας Κύριος Δημιουργός τοῦ σύμπαντος- πρόβλημα στὸ ὁποῖο οἱ μεγαλύτερες διάνοιες ὅλων τῶν αἰώνων ἔχουν ἐκφρασθεῖ, ὅμως αὐτὸ εἶναι διαφορετικό», (σ.σ. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἀποφεύγει καὶ σ’ αὐτὸ νὰ τοποθετηθεῖ μὲ σαφήνεια).

  Ἐκπλήσσει, πάντως, ὅταν στὴ σ.212 γράφει: «Συνοψίζοντας τὰ κοινωνικὰ ἔνστικτα, τά ὁποῖα ἀναπτύχθηκαν ἀναμφίβολα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο –ὅπως καὶ ἀπὸ τὰ ζῶα– γιὰ τὸ καλό τῆςκοινότητας, θὰ πρέπει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ὅλας νὰ τὸν ἔσπρωξαν νὰ βοηθήσει τοὺς συνανθρώπους του καὶ νὰ καλλιεργήσει μέσα του αἰσθήματα συμπαθείας γι’ αὐτούς, καὶ θὰ τὸν ὑποχρέωναν νὰ λογαριάζει τὴν ἐπιδοκιμασία ἢ τὴν ἀποδοκιμασία τους...καὶ θὰ πρέπει ἀπὸ πολὺνωρὶς νὰ τοῦ χρησίμευσαν σὰν πρωτόγονος κανόνας γιὰ νὰ διακρίνει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό...ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐτυχία τῶν ἀνθρώπων...», 

(σ.σ. Σὲ αὐτὴ τὴν «ἠθικολογικὴ» πλευρὰ τῆς θεωρίας του, ὁ Δαρβίνος προφανῶς ἠπατήθη. Διότι δὲν διανοήθηκε κἄν τὶς ἐκτροπὲς στὶς ὁποῖες θὰ ὁδηγοῦσε ὁ «ἀγώνας γιὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ ἰσχυρότερου»... ἀλλὰ καὶ τοῦ «πονηρότερου», τοῦ πιὸ «δόλιου» ἢ τοῦ μὲ λιγότερες ἠθικὲς ἀντιστάσεις, εἴτε ὡς ἀτόμων εἴτε ὡς «κοινωνιῶν» καὶ «κρατῶν». Οὔτε φαντάσθηκε «εὐγονικὲς εὐθανασίες» τύπου Νίτσε... καὶ διάφορες ἄλλες «κοινωνικὲς εὐθανασίες» ἢ τὰ «ὁλοκαυτώματα»).
  
Ὁ Δαρβίνος ἀνήγαγε τὴ θεωρία του σὲ «δόγμα πίστεως» μὲ «νόμους» καὶ «ἀρχές». Καὶ ἔγινε ὁ «Δαρβινισμός», ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε ὀπαδοὺς καὶ μετετράπη γιὰ πολλοὺς σὲ «θρησκεία». Γιὰ τοὺς ἀθέους δέ, γιὰ τοὺς ὑλιστὲς καὶ τοὺς ἐχθρούς τῆς πίστεως σὲ Θεό, ἔγινε τὸ «βαρὺ πυροβολικὸ» τῆς «ἀθεΐας» καὶ τοῦ «ὑλισμοῦ».

Γιὰ τὴ θεωρία τοῦ Μονό:

  Ὁ Ζὰκ Μονό, «μοριακὸς βιολόγος», μὲ βραβεῖο Νόμπελ στὴ φυσιολογία, ἔγραψε τὸ βιβλίο «Ἡ τύχη καὶ ἡ ἀναγκαιότητα», καὶ μετέφερε σὲ αὐτὸ τὶς ὑλιστικὲς ἀντιλήψεις ἀπὸ τὸν μακρόκοσμο στὸν μικρόκοσμο γιὰ τὴ σύνθεση τῆς ὕλης καὶ τὴν «μοριακὴ ὀντογένεση». Δηλαδὴ ἀπὸ τὸ μόριο τῆς ὕλης, στὸ κύτταρο τῆς ζωῆς.

  Ἡ «μοριακὴ βιολογία», ὅμως, βρίσκεται σὲ ἀδυναμία νὰ στηρίξει τὶς ὁποιεσδήποτε ἐξελίξεις καὶ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν πορεία στὰ πολύπλοκα μονοπάτια, ποὺ ὁδηγοῦν ἀπὸ τὰ γονίδια στὰ ὁρατὰ χαρακτηριστικά τῶν ὀργανισμῶν. Μὲ τὴν ἀποκωδικοποίηση μάλιστα τοῦ γονιδιώματος, τοῦ συνόλου δηλαδὴ τῶν γονιδίων ἑνὸς ὀργανισμοῦ, τὰ ὁποῖα συνιστοῦν τὶς βασικὲς μονάδες κληρονομικότητας, τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς ἀποδεικνύεται περισσότερο περίπλοκο.

  Ὁ Μονὸ δέχθηκε τὴν «μοριακὴ ὀντογένεση» μὲ μιὰ «μικροσκοπικὴ κυβερνητική». Ἀπέρριπτε τὴν «ἀμετατροπία τοῦ Πλάτωνος» γιὰ τελείως ἀμετακίνητες τὶς μορφὲς τῶν εἰδῶν, καὶ παρεδέχετο τὸ «τὰ πάντα ρεῖ» τοῦ Ἡρακλείτου. Ἀντιφάσκων ὅμως πρὸς ἑαυτόν, θεώρησε ὅτι ἡ ἐξέλιξη ἔχει τὴν ἰδιότητα τῆς «ἀμετατροπίας», δηλαδὴ μπορεῖ «νὰ διασώζει τὴν σύμπτωση» στὸ παιχνίδι τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς, γιὰ τὴν σταθερότητα καὶ τὴν παγκοσμιότητα τοῦ γενετικοῦ κώδικα. 

Ἐδέχετο ἐπίσης τὴν «αὐτενεργὸ δόμηση τῶν πολυσυνθέτων σωματιδίων», χωρὶς ὅμως καὶ νὰ ἑρμηνεύει μὲ τὴν «τύχη» ἢ μὲ τὴν «δημιουργικὴ τύχη» –τὴν ὁποία ὁ ἴδιος εἰσήγαγε στὴν Μοριακὴ Βιολογία– τὴν ἰδιότητα τοῦ κυττάρου νὰ διαθέτει «κυβερνητικὴ ἰσχύ», νὰ «σχεδιάζει», νὰ «προγραμματίζει» καὶ νὰ «ἐκτελεῖ αὐτοτελῶς». Ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξη «ρυθμιστικοῦ γονιδίου», τὸ ὁποῖο ἀπὸ μόνο του «κατευθύνει τὴ σύνθεση», ἐνῶ ἀρνεῖται τὴν ἰδέα ὑπάρξεως «δημιουργοῦ».

  Στὸ βιβλίο του ἀναφέρεται καὶ στὸ πολύπλοκο καὶ σταθερὰ ἐπαναλαμβανόμενο φαινόμενο τῆς ζωῆς μὲ τὴν κληρονομικότητα. Καὶ γράφει (σ.181): «...εἶναι σὰν μιὰ λοταρία, ποὺ τραβᾶμε ἀριθμοὺς στὴν τύχη, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἡ τυφλὴ ἐπιλογὴ ξεχωρίζει τοὺς σπάνιους τυχερούς». 

Αὐτὸ ὅμως εἶναι τελείως παράλογο γιὰ τὴν κοινὴ λογική. Νὰ τραβᾶς δηλαδὴ λαχνούς, καὶ «στὴν τύχη» νὰ σοῦ βγαίνει πάντοτε ὁ πρῶτος ἀριθμός, καὶ αἰωνίως. Βάσει δὲ τοῦ νόμου τῶν πιθανοτήτων, ἀπολύτως ἀδύνατο. 

Ὅπως, ἄλλωστε, καὶ τὸ «νὰ γραφεῖ ἕνα λογοτεχνικὸ ἀριστούργημα μὲ τὰ πηδήματα πιθήκου πάνω στὰ πλῆκτρα γραφομηχανῆς».

  Ὁ Μονό, ὅπως προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Τύχη καὶ ἀναγκαιότητα», ὑπῆρξε ἕνας ἐπιστήμων ἐνσυνείδητα στρατευμένος στὸν ὑλισμό, καὶ μὲ μεταφυσικὲς προεκτάσεις στὸ ὄνομα τῆς «μοριακῆς βιολογίας», ὅπως ὁ ἴδιος ἑρμήνευσε τὴ θεωρία του.

  Θιασώτης τῶν Μὰρξ καὶ Χέγκελ τοῦ «ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ», ὁ Μονὸ ὑπεστήριξε ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθεῖ σὲ αὐτὸν «καὶ ὁ διαλεκτικὸς ὑλισμὸς» (σ.226 τοῦ βιβλίου του). 
Διότι αὐτός: «προσκομίζει τὴν ὁλοκληρωμένη ἑρμηνεία, τὴν ὁποία ἀξιώνει τὸ πνεῦμα» (σ.216). Τονίζοντας καὶ ὅτι: «οἱ μαρξιστικὲς κοινωνίες κηρύττουν πάντοτε τὴν ὑλιστικὴ καὶ διαλεκτικὴ θρησκεία τῆς ἱστορίας» (σ.219).

  Κλείνοντας τὸ βιβλίο του, στὴν τελευταία παράγραφο διαλαμβάνει (σ.228): «Ὁ ἄνθρωπος ξέρει ἐπὶ τέλους ὅτι εἶναι μόνος μέσα στὴν ἀδιάφορη ἀπεραντοσύνη τοῦ Σύμπαντος, ἀπὸ ὅπου τυχαῖα ξεπήδησε».

  Ὁ καθ. Ἀστρονομίας καὶ Ἀκαδημαϊκὸς Γ. Κοντόπουλος, χαρακτήρισε τὸ βιβλίο αὐτὸ τοῦ Μονὸ ὡς «ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα ἐγχειρίδια ἀθεΐας».

  Ὁκαθ. τῆς Φιλοσοφικῆς(καὶ φιλόσοφος) Γ. Μποζώνης, ἀποφαίνεται γιὰ τὸν Μονὸ ὡς ἑξῆς: «Στοχάζεται, φιλοσοφεῖ μὲ πολλοὺς νεολογισμούς, ὁμιλεῖ γιὰ τελονομία (=νόμο καὶ τάξη), μᾶς καλεῖ ὅμως νὰ ἀσπασθοῦμε μιὰ θεωρία μὲ τὴν ὁποία διδάσκει ὅλα τά ἀπίθανα». 

Μὲ τρία δὲ ἐμπεριστατωμένα ἄρθρα του γιὰ τὴ θεωρία τοῦ Μονό, βιβλιογραφικῶς πλήρως τεκμηριωμένα, συμπεραίνει: «Μὲ τὸν νόμο τῶν πιθανοτήτων, ἡ θεωρία του τινάσσεται στὸν ἀέρα»... «οὐδεμία προσπάθεια καταβάλλει νὰ ἀπαντήσει στὸ ἐρώτημα, γιατί ἡ πιθανότητα περὶ τύχης ἀποτελεῖ τὴν μόνη λογικὴ ὑπόθεση γιὰ τὴν παραγωγὴ τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς»... 

Καὶ διαπιστώνει γιὰ τὸν Μονὸ ὅτι: «εἰσάγει στὸ σύστημά του τὴν ἀφέλεια διὰ τὴν λήψεως τοῦ ζητουμένου καὶ θεωρεῖ αὐτονόητα αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ ἀποδείξει», καὶ ὅτι «ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστημονικῆς αὐθεντίας κηρύσσει ἀφελῆ πίστη σὲ πολλὰ ἀπίθανα ἢ παράλογα πράγματα».

Ἀπὸ τὴν Ἐξελικτικὴ
Ἀναπτυξιακὴ Βιολογία

  Στὰ ὅσα ἔχουν δοθεῖ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπὸ τὸν κ. Ἀβραμίδη διὰ τοῦ δημοσιεύματός μας στὶς 14.3.2009, ἀπὸ τὸνέο βιβλίο του παρατίθενται συνοπτικῶς τὰ ἑξῆς:

  Ἡ Μοριακὴ Βιολογία ἔχει προχωρήσει ἀπὸ τὴν «Ἐξελικτικὴ Βιολογία» στὴν «Ἐξέλιξη τῆς Ἐξελικτικῆς Βιολογίας», καὶ περαιτέρω στὴν «Ἐξελικτικὴ Ἀναπτυξιακὴ Βιολογία».

Ἡ «Ἐξελικτικὴ Ἀναπτυξιακὴ Βιολογία», ἢ καὶ «Γενετικὴ Βιολογία», ἐρευνᾶ τοὺς γενετικοὺς καὶ ἀναπτυξιακοὺς μηχανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάζουν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔχει ἐξελιχθεῖ ἡ πορεία τῶν ὀργανισμῶν. 

Διαμορφώνει ὑποθέσεις καὶ ἀναζητεῖ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε νὰ ἦσαν ὑπὲρ τῆς θεωρίαςτῆς ἐξελίξεως. Πρὸς τὸ παρὸν ὅμως τὰ τέτοια, στοιχεῖα εἶναι ἀπελπιστικῶς ἀνεπαρκῆ.

  Ἡ «ἐξέλιξη τῆς ἐξελικτικῆς βιολογίας» ἐπιδιώκει, κατὰ τὸν Χρ. Γιαμβριᾶ, ἀφ’ ἑνὸς «νὰ ἐξιχνιάσει καὶ ἐξιστορήσει τὸ παρελθὸν τῆς ζωῆς», ἀφ’ ἑτέρου «νὰ μελετήσει τοὺς μηχανισμοὺς, ποὺ ρυθμίζουν τὴν ἐξέλιξή της». 

Μὲ τὴν πρόοδο, πάντως, τῆς μοριακῆς βιολογίας ἔχει διευκρινισθεῖ: 
α) ὅτι, «τὸ γενετικὸ ὑλικὸ ἑνὸς ὀργανισμοῦ δὲν μεταβάλλεται ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ περιβάλλοντος», β) ὅτι, εἶναι «σταθερὸ» καί, γ) ὅτι, «ἐπίκτητοι χαρακτῆρες δὲν κληρονομοῦνται». 

Σὲ ὅ,τι δὲ ἀφορᾶ στὸν ρόλο τῶν «μεταλλάξεων», αὐτὲς «ἐνεργοῦν σὲ ἥσσονα λόγο καὶ σὲ συνεργασία μὲ ἄλλους παράγοντες, δημιουργοῦν δὲ νέες “παραλλαγὲς” μόνον στὰ ὑπάρχοντα γονίδια τοῦ DΝΑ μέσα σὲ ἕνα εἶδος», ὄχι σὲ νέα εἴδη.

  Βάσει καὶ τῶν νεωτέρω αὐτῶν δεδομένων, οἱ μεταλλάξεις συμβάλλουν κατὰ τί ἐλάχιστο σὲ «παραλλαγὲς» στὰ ὑπάρχοντα γονίδια, συμβαίνουν στὰ «νουκλεοτίδια» καὶ αὐτὲς μόνον «μέσα σὲ ἕνα εἶδος». 

Συνεπῶς, δὲν δημιουργοῦν νέα εἴδη. 

Ἐπηρεάζουν ἁπλῶς τὸν «φαινότυπο», δηλαδὴ τὰ ὁρατὰ χαρακτηριστικά τοῦ κάθε ὀργανισμοῦ ὅπως: χρῶμα δέρματος, ματιῶν, μαλλιῶν, ὕψος σώματος, καὶ τὴν προδιάθεση σὲ ἀσθένειες. Ἕνα «πολυμορφισμό», δηλαδή, στὰ πλαίσια τοῦ ἰδίου εἴδους, ὁ ὁποῖος τώρα μὲ τὴν «Ἐξελικτικὴ Βιολογία» ἑρμηνεύεται ἐπιστημονικότερα.

  Ὁ John Noble Wilford στὸ ἄρθρο του, «Τὸ ἀνθρώπινο γενεαλογικὸ δένδρο ἔγινε θάμνος μὲ πολλὰ κλαδιά», ἀναφέρει: «Οἱ ἀναλύσεις τοῦ D.Ν.Α. κατέληξαν σὲ ἕνα κοινὸ μητρικὸ πρόγονο τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔζησε στὴν Ἀφρικὴ καὶ ὀνομάσθηκε African Eve (Ἀφρικανὴ Εὔα)». 

Ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι, «γενετικὲς ἐνδείξεις μποροῦν νὰ καθορίσουν τὴν ἀκριβῆ στιγμὴ, ποὺ ἡ δική μας γενεαλογικὴ γραμμὴ ἀποκόπηκε ἀπὸ αὐτὴ τοῦ κοινοῦ προγόνου μας μὲ τοὺς πιθήκους, περίπου6 μὲ8 ἑκατομμύρια χρόνια»... Σήμερα «οἱ παλαιοντολόγοι δέχονται τοὺς βιολόγους ὡς συμμάχους στὴν ἀναζήτηση τῆς καταγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου»… 

Ὅμως, «τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ σοῦ πεῖ ἡ βιολογία εἶναι ὅτι ὁ χιμπαντζὴς εἶναι ὁ κοντινότερος συγγενής μας, καὶ ὅτι μοιραζόμαστε ἕνα κοινὸ πρόγονο, ὄχι ὅμως καὶ τὸ τί πυροδότησε αὐτὴ τὴν ἐξελικτικὴ ἀλλαγή… 
καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἐξάγουμε συμπεράσματα γιὰ τὸν κοινό μας πρόγονο ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν σημερινῶν χιμπαντζήδων, καθὼς ἄνθρωπος καὶ χιμπαντζῆδες ἀκολούθησαν τὴ δική τους ξεχωριστὴ ἐξελικτικὴ πορεία μέσα στοὺς αἰῶνες».

 Καὶ συνεχίζει ὁ Wilford. 

«Ἀπὸ τὴν ἀνακάλυψη τοῦ σκελετοῦ τῆς “Λούση” (Lucy) τὸ 1973, ἀρχίζει μιὰ νέα ἐποχὴ στὴν ἐξερεύνηση τῶν ἀνθρωποειδῶν τοῦ εἴδους τοῦ Australopithecus Afarensis» (σ.σ. δὲν πρόκειται περὶ Αὐστραλοπιθήκου, διότι τὸ λατινικὸ Austral σημαίνει Νότιος, καὶ ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ ὅρου εἶναι Νότιος Πίθηκος. 

Τὸ δὲ Afarensis, προέρχεται ἀπὸ τὸ Ἀφὰρ τῆς Αἰθιοπίας).
  Ἡ «Λούση» βρέθηκε στὴν Αἰθιοπία χωρὶς τὰ κάτω ἄκρα της, καὶ ἡ ἡλικία της ὑπολογίσθηκε σὲ 3.200.000 χρόνια. 

Ἀπὸ τὸ εὕρημα αὐτὸ ἀμφισβητήθηκε ἡμέχρι τότε κρατοῦσα ἄποψη ὅτι τὸ γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ ἀνθρώπου «ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα κυρίως κορμὸ μὲ πολλὰ κλαδιά, ἕνα τῶν ὁποίων ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν πίθηκο καὶ καταλήγει στὸν ἄνθρωπο». 

Αὐτὸ εἶναι τὸ γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ Δαρβίνου. 

«Οἱ ἐπιστήμονες ὅμως –συνεχίζει ὁ J. Wilford– τὸ ἀμφισβητοῦν καὶ δέχονται πλέον ὅτι: τὸ γενεαλογικό μας δένδρο μοιάζει περισσότερο μὲ ἕνα “θάμνο” μὲ πολλὰ κλαδιά».

  Στὸ ἄρθρο αὐτὸ τοῦ Wilford δὲν ἀναφέρεται ἡ ἀνακάλυψη τοῦ σκελετοῦ τῆς τρίχρονης παιδούλας «Σέλαμ» τὸ 2001, ὑπολογισθείσης ἡλικίας 3.300.000 ἐτῶν.  

Καὶ ἀπὸ τὸ εὕρημα αὐτό, παρ᾽ ὅτι τὰ πόδια δὲν βρέθηκαν ὁλόκληρα, οἱ παλαιοντολόγοι προσπαθοῦν νὰ ἐκτιμήσουν τὸ ἐνδεχόμενο ἡ «Σέλαμ» (= Εἰρήνη) νὰ εἶναι ὁ πρῶτος «Ὄρθιος ἄνθρωπος» (Homo erectus).

  Ὁ ἀνακαλυφθείς τὸ 1992 «Ἀρδιπίθηκος «(Ardipithecus Ramidus),  ὑπολογισθείσης ἡλικίας 4,4 ἑκατομμυρίων ἐτῶν, δημιουργεῖ ἀκόμη περισσότερα προβλήματα καὶ μεγαλύτερη σύγχυση στοὺς παλαιοντολόγους γιὰ τὸν ὑποτιθέμενο διαχωρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πιθήκου ἀπὸ τὸν ἀναζητούμενο «κοινό τους πρόγονο». 

Ὁ ὁποῖος πιθανολογεῖται νὰ ἔγινε μέχρι καὶ πρὶν20 ἑκατομμύρια χρόνια.
  Ὅσο γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, τὰ ὑπάρχοντα δεδομένα τὴν ἀνάγουν ἀπὸ ὀλίγες δεκαετίες μέχρι καὶ τὶς 195.000 χρόνια.

  Ὁ Λουκᾶς Χριστοφόρου, καθηγητὴςτῆς Φυσικῆς καὶ Ἀκαδημαϊκός, κατὰ τὴν Δημόσια Συνεδρία τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν στὶς 13.2.2007, ἀνέπτυξε τὸ θέμα: «Ἡ ἐπαγωγικὴ μέθοδος τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης, ἀπὸ τὰ μόρια στὸν ἄνθρωπο». 
Ἐκ τῆς ὁμιλίας του αὐτῆς παρατίθενται ἀποσπάσματα:

  Ἡ «ἐπαγωγικὴ» μέθοδος ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸ μερικὸ στὸ γενικό, στὸ ὅλο. Ἡ «παραγωγικὴ» δὲ ἀπὸ τὸ γενικὸ στὸ μερικό... Ἡ γνώση γιὰ τὸ ἐπὶ μέρους στηρίζεται στὴν ἐγκυρότητα τοῦ «ἀξιώματος». 

Ἡ μέθοδος αὐτὴ συνιστᾶ τὴν κατεξοχὴν μεθοδολογία τῆς σύγχρονης φυσικῆς, διότι ἡ ἐξερεύνηση τοῦ φυσικοῦ κόσμου βασίζεται στὴ βεβαιότητα τοῦ πειράματος... Ἀπὸ τὸ πείραμα, «ἐπαγωγικῶς», ὁδηγούμεθα στὴ γενικότερη θεώρηση… 

Ἡ πειραματικὴ ἐπιβεβαίωση τῶν προβλέψεων τῆς θεωρίας συνιστᾶ τὸ βασικὸ κριτήριο τῆς ἀξίας μιᾶς θεωρίας, καὶ τῆς ἐγκυρότητας τῶν ἐννοιῶν πάνω στὶς ὁποῖες στηρίζεται.

  Δύο σημαντικοὶ σταθμοὶ στὴν ἐξέλιξη τῆς ἐπιστήμης τῆς Βιολογίας εἶναι: α) ἡ Θεωρία τῆς ἐξέλιξης (1859) καί, β) τὸ D.Ν.Α. γιὰ τὴν μοριακὴ δομή. Στὴ Βιολογία, ἡ φύση τῶν ἐννοιῶν διαφέρει ἀπὸ ἐκείνη στὴ Φυσική: Ἡ «Ἐξέλιξη» εἶναι ἔννοια ἄκρως μακροσκοπική, ἐνῶ τὸ D.Ν.Α. εἶναι πολύπλοκη μοριακὴ δομή... 

Ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴ μοριακὴ βάση τῆς ζωῆς ὀφείλεται σὲ μεγάλο βαθμὸ στὴν τεράστια πρόοδο τῆς σύγχρονης βιοχημείας καὶ τὴν ἀποκρυπτογράφηση τοῦ γενετικοῦ κώδικα...

  Εἶναι ὅμως γενικὰ ἀποδεκτὸ ὅτι ἡ τάξη, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸ μόριο τοῦD.Ν.Α. δὲν ἐξηγεῖται μόνο μὲ τὴ διαδικασία, ποὺ ὑποβαστάζεται ἀπὸ τὴ Φυσική...

Καὶ ἡ πορεία ἀπὸ τὴ Φυσικὴ στὴ Βιολογία προσκόπτει στὸ γεγονὸς ὅτι τὰ συστήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ Βιολογίαεἶναι ἐξαιρετικὰ πολύπλοκα...

Πέραν αὐτοῦ βρίσκεται ἡ τελεολογία τῶν βιολογικῶν φαινομένων καὶ ὀργανισμῶν(ἡ ἀντίληψη δηλαδὴ ὅτι τὰ πάντα στὸν κόσμο διέπονται ἀπὸ ἕναν σκοπό), ποὺ συνιστᾶ, κατὰ τὴν ἀντίληψη πολλῶν, τὸ ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο στὴν ἀποδοχὴ μιᾶςμηχανιστικῆς ἑρμηνείας τῆς ζωῆς... Διότι πρέπει νὰ ἀνευρεθοῦν οἱ νόμοι τῆς πολυπλοκότητας τῆς ὕλης, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν ἄγνωστοι...

  Ἡ ὑλιστικὴ ἄποψη γιὰ τὴ ζωὴ ἔχει ἀναγάγει τὴ ζωὴ στὸ ἐπίπεδο τῆς φυσικῆς καὶ τῆς χημείας καὶ ὅλα, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, μποροῦν νὰ ἀναχθοῦν στὰ ἄτομα καὶ τὰ μόρια, ποὺ τὰ ἀπαρτίζουν. 

Ἡ ἐπαγωγὴ αὐτὴ – ἀπὸ τὰ μόρια στὸν ἄνθρωπο– προϋποθέτει ὅτι ὅλοι οἱ ζῶντες ὀργανισμοὶ κατάγονται ἀπὸ ἕναν ἀρχικὸ μονοκύτταρο ὀργανισμό, ποὺ ἀναδύθηκε ἀπὸ τὴν ἀνόργανη ὕλη. 
Πῶς ὅμως ἀναδύθηκε ἀπὸ τὴν ἀνόργανη ὕλη αὐτὸς ὁ αὐτο-οργανούμενος καὶ αὐτο-αντιγραφόμενος ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος εἶναι φορέας κωδικοποιημένης πληροφορίας καὶ συνιστᾶ τὸν ἐξελικτικὸ σύνδεσμο μεταξύ τῆς νεκρῆς ὕλης καὶ τῶν ζώντων ὀργανισμῶν; 

Ἂν ἡ ὕλη ἢ ἡ ἐνέργεια ἔχει τάσεις γιὰ αὐτο-οργάνωση, πῶς ἀπέκτησαν αὐτὲς τὶς ἱκανότητες; Καὶ ἀπὸ ποῦ προῆλθε ἡ ὕλη καὶ ἡ ἐνέργεια, πού ἔχουν αὐτὲς τὶς ἰδιότητες; Οὐσιώδη ἐρωτήματα, ποὺ δὲν ἔχουν πρὸς τὸ παρὸν ἐπιστημονικὴ ἀπάντηση, ἴσως γιατί βρίσκονται οὐσιαστικὰ ἐκτός τῆς ἐπιστήμης.

  Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω, γενικῶς, γίνεται ἐμφανὴς ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ δρόμου τὸν ὁποῖο ἔχουν νὰ διανύσουν ἀκόμη: ἡ Μοριακὴ Βιολογία, ἡ Ἐξελικτικὴ Βιολογία καὶ ἡ Ἐξελικτικὴ Ἀναπτυξιακὴ Βιολογία.

Συμπερασματικὴ συζήτηση
(Ἐλάχιστα ἐξ αὐτῶν ἐν συντομία)

  Ἡ θεωρία τοῦ Δαρβίνου περὶ «Καταγωγῆς τῶν Εἰδῶν», 150 χρόνια ἀπὸ τὴ δημοσίευσή της τὸ1859, ἐξακολουθεῖ καὶ παραμένει ἀναπόδεικτη, παρὰ τὶς «φιλότιμες» προσπάθειες πολλῶν Νέο-Δαρβινιστῶν καὶ τοὺς ποικίλους μετασχηματισμοὺς ἢ τροποποιήσεις της.
  Ἡ θεωρία τοῦ Μονὸ μὲ τὶς πολλὲς ἀμφισημίες της, μετὰ καὶ τὴν πλήρη ἀποκωδικοποίηση τοῦD.Ν.Α. ἀποδεικνύεται πλέον ἀναχρονιστικὴ καὶ ξεπερασμένη ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῆς «ἀναπτυξιακῆς βιολογίας». Καὶ διότι ἡ «καθαρὴ τύχη καὶ ἡ ἀναγκαιότητα» δὲν ἀντέχουν στὸν ἄτεγκτο νόμο τῶν πιθανοτήτων.
  Ἡ Ἐξελικτικὴ Βιολογία, ἡ Γενετικὴ καὶ ἡ Ἐξελικτικὴ Ἀναπτυξιακὴ Βιολογία, μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἀνθρωπίνου γονιδιώματος, ἔχουν συμβάλει στὴ διάλυση πολλῶν σκοτεινῶν σημείων ἐκ τοῦ «γνόφου» περὶ τὴν «Καταγωγὴτῶν Εἰδῶν» καὶ τὴν «Ἐξέλιξη τῶν Ὄντων».
  Κατὰ τὰ ὅσα δεδομένα ἔχουν ἐκτεθεῖ στὸ ἀναφερόμενο σὲ αὐτοὺς τοὺς κλάδους τῆς Βιολογίας κεφάλαιο τοῦ νέου αὐτοῦ βιβλίου τοῦ κ. Ἀβραμίδη δὲν ἔχουν προκύψει στοιχεῖα, ποὺ νὰ ἰσχυροποιοῦν τὴ Θεωρία τοῦ Δαρβίνου. Ὅσο δὲ περισσότερο ἐμβαθύνουν στὰ συνεχῶς ἀναφυόμενα προβλήματα, τόσο μεγαλύτερες εἶναι οἱ δυσκολίες πρὸς ἑρμηνεία τῶν προκυπτόντων νέων δεδομένων. Διετυπώθησαν μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἐρευνητάς καὶ σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τῆς θεωρίας του.
* * *
  Τά τελευταῖα χρόνια ἡ συνήθεια τῆς «ἀπομυθοποίησης» τῶν πάντων συμπεριέλαβε καὶ πολλὲς ἐξέχουσες προσωπικότητες τῶν γραμμάτων, τῆς τέχνης, τῆς ἐπιστήμης, φθάνοντας καὶ στὴν ἀπομυθοποίηση «ἱερῶν καὶ ὁσίων», ἀκόμη καὶ στὴν «ἀπομυθοποίηση τοῦ Θεοῦ». Στὰ τῆς Ἐπιστήμης καὶ τῆς Πίστεως διαπιστώνεται ἐπάνοδος τοῦ ὑλισμοῦ τοῦ18ου καὶ19ου αἰῶνος, καὶ μάλιστα ἐπιθετικότερου. Αὐτὸ δέ, ἐνδεχομένως, διευκολύνεται καὶ ἀπὸ ἕνα εὐνοϊκὸ γι’ αὐτὸν κλίμα, τὸ ὁποῖο δημιουργεῖται μὲ τὴν διαπιστουμένη ἔκπτωση τῶν «ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν» στὴ ζωή, καὶ τὴν ποιοτικὴ χαλάρωση στὰ «πιστεύω» τῶν ἀνθρώπων.
  Οἱ δῆθεν «προοδευτικοὶ» αὐτοὶ, ἀπαξιώνουν τοὺς ἔχοντες διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δική τους θεώρηση τῶν πραγμάτων μὲ περιφρονητικοὺς γι’ αὐτοὺς χαρακτηρισμούς, ὡς(δῆθεν) «ἀνίδεους», «ἄσχετους μὲ τὴν ἐπιστήμη», «στερούμενους ἐπιχειρημάτων», «θρησκόληπτους», «σκοταδιστὲς» κατεχόμενους ἀπὸ «ἐκκλησιαστικὲς ὑστερίες».   

  Τελευταίως, δημοσιοποιοῦνται εὐρύτερα καὶ διὰ τῶν Μ.Μ.Ε. ἀπόψεις καὶ θέσεις τέτοιων ἐπιστημόνων, ὅπως ὁ Ρίτσαρντ Ντόκινς, ἀναφερόμενος καὶ ὡς «ἀδιάλλακτος πολέμιος τῆς μεταφυσικῆς» καὶ «φανατικὸς ἄθεος».

  Ὁ Richard Dawkins (Ρίτσαρντ Ντόκινς) εἶναι συγγραφέας τοῦ βιβλίου «Ἡ περὶ Θεοῦ αὐταπάτη». Ἀναφέρεται δὲ ὡς «καθηγητὴς Δημόσιας Κατανόησης τῆς Ἐπιστήμης στὸ Πανεπιστήμιοτῆς Ὀξφόρδης, βιολόγος καὶ ἠθολόγος». Στὸν Πρόλογο τῆς1ης ἔκδοσής του, στὴ σ.25 γράφει ὅτι: «στοχεύει στὴν ἀφύπνιση τῆς συνείδησης ἀπέναντι στὸ γεγονὸς ὅτι, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἄθεος ἀποτελεῖ μιὰ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία, καὶ μάλιστα γενναία καὶ μεγαλοπρεπή». Καὶ στὸν Πρόλογο τῆς2ης ἔκδοσής του γράφει ὅτι (σ.20): «Ἐπιχειρηματολογῶ ὑπὲρ τῆς ἐξέλιξης μὲ πάθος...καὶ τὸ πάθος μου αὐτὸ βασίζεται σὲ ἀποδείξεις». Προσθέτει δὲ (σ.32): 

«Τὸ βιβλίο θὰ ἔχει ἐκπληρώσει τὶς προσδοκίες του, ἐὰν οἱ θρησκευόμενοι ἀναγνῶστες, ποὺ θὰ τὸ ἀνοίξουν, θὰ ἔχουν καταλήξει ἄθεοι μέχρι νὰ τὸ ἀφήσουν ἀπὸ τὰ χέρια τους». Νοιώθει μάλιστα καὶ «ὑπερήφανος ποὺ εἶναι ἄθεος»(σ.29). Αὐτὸ δὲ τὸ ἐπαναλαμβάνει συχνὰ στὴ διαδρομὴ τῶν571 σελίδων του. Καὶ στὴ σ.63 γράφει ὅτι: «ὁ Θεὸς εἶναι μιὰ ὀλέθριααὐταπάτη», Στὶς σ.125-170 καταγίνεται μὲ τὸ νὰ καταρρίψει «τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, καὶ στὶς σ.171-233 προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξει «γιατί εἶναι σχεδὸν βέβαιος ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός».

  Ὁ «βιολόγος» Ρ. Ντόκινς, μαχητικὸς ὑπέρμαχος τῆς θεωρίας τοῦ Δαρβίνου, χαρακτηρίσθηκε καὶ «Ροτβάϊλερ» τοῦ «Δαρβινισμοῦ».
  Ὁ Alister McGrath ἦταν συνάδελφος τοῦ Ντόκινς, στὸ ἀκαδημαϊκὸ προσωπικὸ καὶ αὐτὸς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης. Ἀγαποῦσαν ἀμφότεροι τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ ἡ πορεία τους ἀρχικῶς ἦταν κοινή. ὉMcGrath, στὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ ‘60 ἦταν «ἀθεϊστής». Καὶ θυμᾶται ὅτι «ἀνυπομονοῦσε γιὰ τὸ θάνατο τῆς θρησκείας μὲ μιὰ δόση σκοτεινῆς εὐχαρίστησης. Τὸ μέλλον φάνταζε φωτεινό... καὶ ἄθεο». Σπούδασε Χημεία καὶ ἔλαβε τὸ διδακτορικό του γιὰ ἔρευνα στὴ «μοριακὴ βιοφυσική».
Ἀναφέρεται καὶ ὡς βιολόγος.

  Ἔβλεπε ὅμως ὅτι ἡ θρησκεία «ἐπανέκαμπτε», παρὰ τὸ ὅτι ὁ θάνατός της εἶχε προβλεφθεῖ μὲ σιγουριὰ καὶ μάλιστα σὲ χρόνο πρὶν ἀπὸ μιὰ γενεά. Καὶ ὅτι, ὁ Θεὸς ὄχι μόνον δὲν εἶναι «νεκρός», ὅπως εἶχε διακηρύξει ὁ Γερμανὸς φιλόσοφος Νίτσε στὸ βιβλίο του «Τὸ λυκόφως τῶν θεῶν» ἀλλά, τουναντίον, «δὲν φαίνεται ποτὲ νὰ ὑπῆρξε περισσότερο ζωντανός». Στὴ συνέχεια πείσθηκε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ἦταν μιὰ πολὺ πιὸ ἐνδιαφέρουσα καί, διανοητικῶς, μιὰ πιὸ προκλητικὴ κοσμοθεωρία, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀθεϊσμό. Καὶ ἐπειδὴ ἐκτιμοῦσε τὴν ἐλεύθερη σκέψη, μετεπήδησε στὴ θεολογία καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ δρόμοι τους μὲ τὸν Ντόκινς πῆραν διαφορετικὴ πορεία.

  Ὁ Ντόκινς ἔγραψε, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὰ βιβλία: α) «Τὸ ἐγωιστικὸγονίδιο» καὶ β) τὸ «Ἡ περὶ Θεοῦ αὐταπάτη». Ὁ δὲMcGrath, καθηγητὴς σήμερα Ἱστορικῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης, μὲ πλούσιο συγγραφικὸ ἔργο, ἔγραψε καὶ τὰ βιβλία: α) «Τὸ Λυκόφως τοῦ ἀθεϊσμοῦ», καὶ β) «Ἡ αὐταπάτη τοῦ Ντόκινς».
  Κατὰ τὸνMcGrath, ὁ Ντόκινς στὸ βιβλίο του «Ἡ περὶ Θεοῦ αὐταπάτη» ἀποφθέγγεται χωρὶς νὰ ἐπιχειρηματολογεῖ ἢ νὰ ἀποδεικνύει. Ἡ ἐπιστημονική του ἀνάλυση εἶναι φοβερὰ ἐλαχίστη, καὶ ὑπάρχει πολλὴ ψευδοεπιστημονικὴ εἰκασία. Ἐκφράζει δὲ τὴ λύπη του διότι «ἕνας τόσο ταλαντοῦχος ἐκλαϊκευτὴς μὲ παθιασμένο ἐνδιαφέρον γιὰ ἀντικειμενικὴ ἀνάλυση τῶν δεδομένων μαρτυριῶν, μετετράπη σ᾽ ἕναν τόσο ἐπιθετικὸ ἀντιθρησκευτικὸ προπαγανδιστή». Καὶ λυπεῖται ἀκόμη διότι «παραποιεῖ τόσο φρικτὰ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες, σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ προωθηθεῖ ὁ ἀθεϊστικὸς φονταμενταλισμός».

  Εἶναι γνωστὴ ἡ φράση τοῦ Ντοστογιέφσκι: «Ἂν δὲν ὑπάρχει Θεός, τότε ὅλα ἐπιτρέπονται». Αὐτὴ τὴ φράση θυμήθηκα ὅταν στὶς 10.4.2009 διάβασα στὴν «Καθημερινὴ» πρωτοσέλιδη τὴ δημοσίευση: Γκαζάκια στὴ Ἱ. Μητ­ρ­όπολη Ἀ­θηνῶν. Στὸ ρεπορτάζ της δὲ μὲ τίτλο: Τέσσερις ἐκκλησίες, στόχοι ἐμπρηστικῶν ἐπιθέσεων, ἐ­κτὸς ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς Ἱ. Ναούς, ἀναφέρονταν καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος καὶ ἡ Ἁγία Σοφία Θεσσαλονίκης.

  Αὐθημερόν, ἐστάλη μὲ FAX «παρέμβαση» τοῦ γράφοντος τὸ παρὸν πόνημα, μὲ τίτλο: Ἂν καὶ ὄχι τόσο ἀναμενόμενο...ἦταν ὅμως ἑπόμενο, ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε ἐντὸς πλαισίου στὶς17.4.2009, Μεγάλη Παρασκευὴ τοῦ Πάσχα, καὶ ἦταν ἡ ἀκόλουθη: (Παραλείπεται πρὸς ἐξοικονόμηση χώρου).

  Στοὺς «Ἀδελφοὺς Καραμαζὼφ» ὁ Ντοστογιέφσκι βάζει στὸ στόμα ἑνὸς «γερὸ-ἁμαρτωλοῦ» νὰ λέει: «...κι ἂν δὲν ὑπῆρχε Θεὸς θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε». Ἐπρόκειτο δὲ γιὰ τὸν Βολταῖρο. «Ἂν δὲ ἡ ὕπαρξη Θεοῦ εἶναι ἕνα ψέμμα –ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκι– προτιμῶ νὰ εἶμαι μὲ τὸ ψέμμα παρὰ μὲ τὴν ἀλήθεια».

Ἐπίλογος

  Ἡ Ἐπιστήμη εἶναι ἡ γνώση τοῦ ἐπιστητοῦ, τοῦ δυναμένου δηλαδὴ νὰ γίνει γνωστό. Ἡ λέξη αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἐπίσταμαι, ποὺ σημαίνει γνωρίζω καλῶς. Ἐρευνᾶ δὲ μὲ τὴν παρατήρηση καὶ τὸ πείραμα. Καὶ διὰ τῆς «ἐπαγωγῆς» προάγεται ἀπὸ τὰ «μερικὸ» στὴν συναγωγὴ γενικοτέρων συμπερασμάτων. Ἡ «παραγωγικὴ» δὲ μέθοδος γνώσεως, προχωρεῖ ἀπὸ τὸ «γενικὸ» στὸ «μερικό».
  Ἡ «ἐπαγωγικὴ μέθοδος» διὰ τῆς παρατηρήσεως καὶ τοῦ πειράματος εἶναι ἡ μέθοδος τῆς Φυσικῆς Ἐπιστήμης.

Α´

  Στὴν περίπτωση τῆς προελεύσεως τοῦ Σύμπαντος, δὲν εἶναι παρόντα τὰ γεγονότα, καὶ δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ πειραματική τους ἀναπαραγωγή, ὥστε νὰ πραγματοποιηθοῦν παρατηρήσεις. Ἐξ ἀνάγκης, ἑπομένως, ἡ Ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ἐπιστημονικὲς θεωρίες πρὸς ἀπόδειξη, βασιζόμενες καὶ σὲ «ἀξιώματα», σὲ «ἀρχὲς» καὶ «σταθερές», ποὺ ἡ ἐπιστήμη τὶς δέχεται ὡς «ἀλήθειες» ἄνευ ἀποδείξεως. Βασίζεται, ἑπομένως, στὸν «ἐπιστημονισμό», τὴν ἐπιστημονικὴ δηλαδὴ τάση καὶ θεώρηση, κατὰ τὴν ὁποία «ἡ ἐπιστήμη ἔχει ἀπόλυτο κῦρος καὶ εἶναι ἡ μόνη πηγὴ ἀξιόπιστων γνώσεων». Αὐτὸ ὅμως ἀποδεικνύεται ὡς μὴ ἀληθές, εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τουλάχιστον στὶς γνώσεις μας γιὰ τὴν προέλευση τοῦ Σύμπαντος. ..

  Ἡ «Ἀρχή, ἐπὶ παραδείγματι, τῆς Σχετικότητος καὶ τῆς Ἀπροσδιοριστίας» τοῦWerner Heisenberg, ἔχει κλονίσει ἐκ βάθρων πολλὲς ἐπιστημονικὲς θεωρίες καὶ βέβαιες μέχρι τότε ἐπιστημονικὲς γνώσεις. Ἔχει δὲ ἀποδείξει ὅτι ὑπάρχει ἕνας θεμελιώδης περιορισμὸς στὴ γνώση τοῦ φυσικοῦ κόσμου καὶ μιὰ ἀβεβαιότητα γιὰ τὸ τί «κρύβεται» πίσω ἀπὸ τὴ «βεβαιότητα γιὰ τὴ σταθερὴ δομή τοῦ κόσμου».

  Ὁ Στίβεν Χόκινγκ, ἀγνωστικιστὴς μᾶλλον περὶ τὴν πίστη, στὸ βιβλίο του «Τὸ χρονικό τοῦ χρόνου», στὴ σ.190 ἔχει γράψει ὅτι: «Λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν ἀξία ἢ τὴ χρησιμότητα τῆς ἀνθρωπικῆς ἀρχῆς». Ἀναφέρεται σὲ αὐτὴν διεξοδικῶς καὶ στὴ σ.193 καταλήγει: 

«...ὅλα αὐτὰ σημαίνουν ὅτι οἱ ἀρχικὲς συνθῆκες τοῦ Σύμπαντος θὰ ἔπρεπε πραγματικὰ νὰ εἶχαν ἐπιλεγεῖ ἐξαιρετικὰ προσεκτικά....θὰ ἦταν ὅμως πολὺ δύσκολο νὰ ἐξηγήσει κανεὶς γιατί τὸ Σύμπαν ἄρχισε νὰ ὑπάρχει μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο, ἐκτὸς ἐὰν ἐπικαλεσθεῖ μιὰ Θεία Πρόνοια, ποὺ ἀποσκοποῦσε στὴ δημιουργία νοημόνων ὄντων, ὅπως ἐμεῖς».

  Ἡ Χριστιανικὴ Κοσμοθεωρία, μελετώντας ἐπιστημονικῶς καὶ αὐτὴ τὰ τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς, ἀναφερομένη στὴν «Ἀνθρωπικὴ Ἀρχὴ»(Anthropic principle), κατέληξε στὸ ὅτι: «Ὁλόκληρο τό Σύμπαν, ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας του, φαίνεται νὰ ἔχει σχεδιασθεῖ ἔτσι ὥστε νὰ δεχθεῖ τὴν κορωνίδα τῆς δημιουργίας, τὸν ἄνθρωπο». Βασίζεται δὲ στὸ ὅτι, «ἂν οἱ φυσικοὶ νόμοι ἦσαν διαφορετικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶναι, δὲν θὰ ὑπῆρχε ζωή, ἑπομένως, οὔτε ὁ ἄνθρωπος».

Β´
  Μετὰ τὴν «ἀνίχνευση τῆς ἀκτινοβολίας τῶν μικροκυμάτων» τὸ1965, ἄρχισε ἀπὸ τὴν ΝΑSΑ μὲ τὸν δορυφόροCΟΒΕ( Cosmic Background Explorer) ὁ «χρυσὸς αἰώνας στὴν κοσμολογία». Διότι ἡ κοσμικὴ αὐτὴ ἀρχέγονος ἀκτινοβολία τῶν μικροκυμάτων ἀπὸ τὴν Μεγάλη Ἔκρηξη, εἶναι ἕνα «ἀπολίθωμα φωτός», καὶ ἀφορᾶ μιὰ καθοριστικὴ στιγμὴ στὴν ἐξέλιξη τοῦ Σύμπαντος, στὸν σχηματισμὸ τῶν γαλαξιῶν. Καὶ ἀποδεικνύεται πηγὴ σὲ πληροφορίες καὶ γνώσεις.

  Οἱ ἐπιστήμονες ἐλπίζουν τώρα ὅτι θὰ πολλαπλασιάσουν τὶς γνώσεις τους γιὰ τὴν προέλευση τοῦ κόσμου καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς ζωῆς, μὲ τὶς τεράστιες δυνατότητες, ποὺ θὰ τοὺς προσφέρει τὸ πείραμα τοῦC.Ε.R.Ν. Δηλαδή, τὸ Εὐρωπαϊκὸ Ἐργαστήριο γιὰ τὴ Φυσική τῶν Στοιχειωδῶν Σωματιδίων μὲ τὸν «μεγάλο ἐπιταχυντὴ συγκρουομένων ἁδρονίων LCH « (Large Hadron Collider). Ἔχει σχῆμα δακτυλίου περιμέτρου27 χιλιομέτρων, σὲ σήραγγα100 καὶ πλέον μέτρων κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς Γῆς. 

Ἐπιδιώκουν μὲ τὸ πείραμα αὐτό, ἀπὸ τὶς συγκρούσεις δεσμῶν πρωτονίων κινουμένων σὲ ἀντίθετη κατεύθυνση μὲ ταχύτητα πλησιάζουσα ἐκείνη τοῦ φωτὸς(τὸ ὁποῖο διανύει σὲ ἕνα δευτερόλεπτο ἀπόσταση 7,5 φορὲς τὸν γύρο τῆς Γῆς), ὥστε νὰ προκύψουν τὰ «ἁδρόνια» (=ὑποατομικὰ σωματίδια), ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ δημιουργήσουν τὸ «θεμελιῶδες σωματίδιο», δηλαδὴ τὸ ἐλαχιστότατο τμῆμα «ὕλης καὶ ἐνέργειας», ὥστε νὰ κατανοήσουν τό πῶς προέκυψε ἡ μάζα τῆς ὕλης. Τὸ «θεμελιῶδες σωμάτιο» εἶναι τὸ «μποζόνιο τοῦ Χίγγς»(Peter Higgs, θεωρητικὸς φυσικός), τὸ ὁποῖο ὀνομάσθηκε καὶGod particle = σωματίδιο Θεὸς ἢ «θεϊκὸ σωματίδιο ἢ καὶ «σωματίδιον τοῦ Θεοῦ». 

Προσπαθοῦν δὲ γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό νὰ πετύχουν τὶς ἐνεργειακὲς συνθῆκες οἱ ὁποῖες – κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τους – ἐπικρατοῦσαν ἕνα δὶς ἢ τρισεκατομμυριοστὸ τοῦ δευτερολέπτου μετὰ τὴ Μεγάλη Ἔκρηξη (Big Bang) ἀπὸ τὴν ὁποία προέκυψε τὸ Σύμπαν, κατὰ τὴ θεωρία τοῦ Hawking.  

Ἂν ὅμως δὲν ἀποδειχθεῖ τὸ θεωρητικῶς σχεδιασθὲν μὲ μαθηματικοὺς ὑπολογισμοὺς «μποζόνιο τοῦ Χίγγς», τὸ στοιχειῶδες αὐτὸ σωμάτιο «ὕλης καὶ ἐνεργείας», τότε θὰ καταρρεύσει ὁριστικὰ καὶ ἡ θεωρία τοῦ Καθιερωμένου Προτύπου τῆς «νέας Φυσικῆς», πάνω στὸ ὁποῖο ἔχει στηριχθεῖ ἡ θεωρία τῆς σύγχρονης ἑρμηνείας τοῦ Σύμπαντος.

  Ὅμως: «Γιατί» ἔγινε ἡ ἔκρηξη; Τί προϋπῆρξε αὐτῆς; Μήπως ἕνα διαστελλόμενο Σύμπαν τό ὁποῖο ὑπέστη «Μεγάλη Σύνθλιψη» μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς ἀντι-βαρύτητας καὶ ἐξαφανίσθηκε, ὅπως δηλαδὴ προβλέπεται, ἐνδεχομένως, νὰ συμβεῖ καὶ μὲ τὸ ὑπάρχον; 

Τὸ «πῶς», ἐπίσης, βρέθηκε καὶ μὲ ποιὰ δύναμη τόση ὕλη τοῦ Σύμπαντος συγκεντρωμένη σὲ ἕνα τόσο μικρὸ ὄγκο, ὅσο τὸ μέγεθος ἑνὸς «ρεβυθιοῦ» ἢ «μπιζελιοῦ»; Καὶ «γιατί» ἔγινε τὸ Σύμπαν; Καὶ «γιατί» μὲτὴν Μεγάλη Ἔκρηξη νὰ προκύψει τὸ ἀπεριγράπτων διαστάσεων ὑπάρχον Σύμπαν, ἄστρα τοῦ ὁποίου ἀπέχουν ἀπὸ τὴ Γῆ μας χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια ἔτη φωτός, ἀφοῦ κάποτε θὰ καταστραφεῖ;

 Εἶναι αὐτὰ ἐρωτήματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιστήμη, τὸ καὶ πιθανότερο, οὐδέποτε θὰ μπορέσει νὰ ἀπαντήσει.

Γ´

  Εἶναι λογικῶς ἀκατανόητο, πάντως, τὸ ὅτι ὑπάρχουν ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ κόσμος, τὸ μεγαλοπρεπὲς αὐτὸ «κόσμημα « κατὰ τοὺς Πυθαγόρειους, καὶ ἡ ζωὴ προέκυψαν «ἐκ τοῦ μηδενός», ὡσὰν ἀπὸ μιὰ «αὐτόματη γένεση» ἢ ἀπὸ «τύχη». Ὅταν, ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ἁπλούστερη τῶν κατασκευῶν, χρειάζεται ἕνας κατασκευαστὴς μὲ γνώση, προδιαγραφὲς στόχου καὶ ἐπιδίωξη σκοποῦ. 

Ἢ ὡσὰν νὰ ἦταν δυνατὸν ἀπὸ κάποια ἀόρατη «δημιουργὸ τύχη» νὰ προκύψει ἀπὸ ἕνα μικρὸ σπιτάκι μιὰ πολυκατοικία ἀπὸ μόνη της, χωρὶς τὸν σχεδιαστή, τὸν μηχανικό τῆς στατικῆς μελέτης, τοὺς μαστόρους καὶ τὸ ἀπαραίτητο ἐκπαιδευμένο προσωπικό, μὲ τὶς ποικίλες ἐπιδεξιότητες γιὰ τὴν ἐπίλυση τῶν παρουσιαζομένων κάθε στιγμὴ ποικίλων προβλημάτων... Ἤ ἀπὸ μόνο του, ἔστω, ἕνα «κινητὸ τηλέφωνο»... χωρὶς τὸν εὐφυέστατο καὶ ἐπιδέξιο κατασκευαστή του.

Δ´

  Ὁ Δαρβίνος διετύπωσε τὴ θεωρία του τὸ1859, προσπαθώντας νὰ ἐξηγήσει τὴν ἀφθονία τῆς ποικιλότητας στὴ φύση διὰ τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς. Ὁ Μέντελ ἀνακάλυψε τοὺς μηχανισμοὺς τῆςκληρονομικότητας τὸ1856, χωρὶς νὰ τοὺς πολυπροσέξουν τότε οἱ ἐπιστήμονες. Καὶ μόλις τὸ1900 ἄρχισε νὰ διαμορφώνεται ἡ «γενετικὴ» ὡς ἐπιστήμη καὶ νὰ ἐμπλουτίζονται οἱ γνώσεις γιὰ μεταβίβαση κληρονομουμένων ἰδιοτήτων στοὺς ἀπογόνους. Μὲ τοὺς ὁποίους, προφανῶς, ὁ Δαρβίνος οὐδόλως ἀσχολήθηκε. Οὔτε, ἐπίσης, καὶ μὲ τὴ σχέση τους γιὰ τὴ σταθερότητα τῶν εἰδῶν.

  Ἡ θεωρία τοῦ Δαρβίνου ἦταν μιὰ θεωρία φυσικὴ χωρὶς μεταφυσικὲς προεκτάσεις, καὶ ὁ Δαρβίνος «δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὴν προέλευση τῆς ζωῆς ἀλλὰ μόνον μὲ τὴν ἐξέλιξή της». Τὴν ἐκμεταλλεύθησαν ὅμως, ἀκόμη καὶ μὲ «ἀλχημεῖες», «λαθροχειρίες» καὶ «πλαστογραφίες» τύπου Χαῖκελ, καὶ φιλοσοφικὲς ἰδεοληψίες τύπου Μπύχνερ,  γιὰ νὰ στηρίξουν τὸν ὑλισμό τους καὶ τὴν ἀντιθρησκευτική τους προπαγάνδα. 

Τόσο καὶ ἔτσι ὥστε, αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Δαρβίνος νὰ διαμαρτυρηθεῖ. 
Τὸν εἶχαν μάλιστα παρουσιάσει καὶ ὡς «ἄθεο», ὅπως τοὺς ἐξυπηρετοῦσε, ἐνῶ κατὰ δήλωσή του οὐδέποτε ὑπῆρξε «ἀθεϊστὴς».

  Στὴν σημερινὴ ἐποχή, μὲ τὸν ἐκπεσμὸ καὶ τῶν «ἀξιῶν τῆς ζωῆς», ὁ ὑλισμὸς ἐπανέρχεται ἐπιθετικότερος, καὶ μὲ «ἐξελικτικοὺς βιολόγους» σὰν τὸν Ντόκινς, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ βιβλίο «Ἡ περὶ Θεοῦ αὐταπάτη». Καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες διαφημιστικῆς ἐκστρατείας μὲ τὸ σύνθημα, «Πιθανότατα δὲν ὑπάρχει Θεός». 

Εἶναι, πάντως, δυσκολότερο νὰ ἀποδείξει κανεὶς ἐπιχειρηματολογῶν τὴν μὴ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ νὰ παραδεχθεῖ ἐκ τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητος τὴν ὕπαρξη Θεοῦ δημιουργοῦ.

  Ὁ Mc. Grath συνάδελφος τοῦ R. Dawkins, στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης καὶ αὐτός, ἔγραψε τὸ βιβλίο, «Ἡ αὐταπάτη τοῦ Ντόκινς».  Θὰ ἦταν ὅμως πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσει κανεὶς καὶ τὸ βιβλίο ἑνὸς ἄλλου «ἀπίστου», ὁ ὁποῖος μὲ ἀφοπλιστικὴ εἰλικρίνεια περιγράφει τὴν «μεταστροφή του στὴν πίστη» ἀπὸ ἕνα «τυχαῖο» γεγονός, τὸ ὁποῖο τοῦ συνέβη μὲ ἕναν ἄρρωστό του, ὅταν ὡς θεράπων ἰατρὸς μὲ ἀλτρουϊστικὰ κίνητρα βρέθηκε στὴν Ἀφρική, στὸ φτωχὸ χωριὸ Ἐκοῦ, στὸ δέλτα τοῦ Νίγηρα ποταμοῦ. 

Καὶ ἀπὸ τὴν ἀθεΐα μετεστράφη στὴν πίστη. Πρόκειται γιὰ τὸ βιβλίο τοῦ Francis Collins: «Ἡ γλώσσα τοῦ Θεοῦ». Εἶναι δὲ ὁ Collins ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν Craig Venter, οἱ δυό τους ἀπὸ κοινοῦ, ἀνεκοίνωσαν σὲ ὅλον τὸν κόσμο τὴν ἀποκωδικοποίηση τοῦ D.Ν.Α. τὸ 2000, ἀπὸ τὸν Λευκὸ Οἶκο τῶν Η.Π.Α.

Ε´

  Μετὰ τὴν ἀποκωδικοποίηση τοῦ D.Ν.Α. , δηλαδή, τὴν «ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου τῆς ζωῆς» καὶ τὴν ἀνάπτυξη τῆς «γονιδιακῆς γενετικῆς», πολλοὶ ἐρευνηταὶ τῆς «Ἐξελικτικῆς Βιολογίας» καὶ τῆς «Ἐξελικτικῆς Ἀναπτυξιακῆς Βιολογίας» ἀνεζήτησαν στοιχεῖα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ ὀρθότητα τῆς θεωρίας τοῦ Δαρβίνου. 
Μὲ τὴν «ἐξέλιξη τῆς ἐξελικτικῆς βιολογίας», πάντως, συνέβαλαν στὴ διαλεύκανση πολλῶν σκοτεινῶν σημείων της. Εὑρέθησαν ὅμως καὶ πρὸ πολλῶν δυσκολιῶν.

  Στὸ βιβλίο του «Ἡ καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου», στὴ σ. 24, ὁ Δαρβίνος ἔχει γράψει ὅτι, «οἱ πρῶτες φάσεις τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρώπου βρίσκονται πολὺκοντύτερα στοὺς πιθήκους...». 

Καὶ ὅτι ἡ ὁμοιότητα ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἀνάμεσα στὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ πιθήκου...ἤ...ἤ...εἶναι ἀνεξήγητη, ἐκτὸς ἂν παραδεχθοῦμε τὴν καταγωγή τους ἀπὸ ἕνα κοινὸ γεννήτορα (σ.44). Καί, «κατὰ συνέπεια θὰ ἔπρεπε νὰ παραδεχθοῦμε εἰλικρινὰ τὴν κοινή μας καταγωγὴ»(σ.45).

  Οἱ ἐξελικτικοὶ βιολόγοι, ὅμως, ὅπως ἀναλυτικῶς παρουσιάσθηκαν τὰ δεδομένα ἀπὸ ἐπιστήμονες τῆς Ἐξελικτικῆς Ἀναπτυξιακῆς Βιολογίας, ἐμφανίζονται κάπως ἀποστασιοποιούμενοι ἀπὸ τὸν Δαρβίνο: α) Κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς θεωροῦν ὅτι, «δὲν μποροῦν νὰ πιστώσουν τὰ γονίδια ὡς τοὺς κύριους καθοδηγητὲς τῆς ἐξέλιξης», 

β) Ἄλλοι διεπίστωσαν ὅτι, «τὰ κενὰ στὸ ἀρχεῖο τῶν ἀπολιθωμάτων, ὡς γεγονότα, περιορίζουν τὸ πεδίο τῶν πιθανοτήτων πάνω στὶς ὁποῖες θὰ μποροῦσε νὰ δράσει ἡ ἐπιλογὴ» τοῦ Δαρβίνου, 

γ) Ἄλλοι δὲ ἀμφισβητοῦν «τὸ γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ Δαρβίνου» γιὰ τὴν «ἐμφάνιση καὶ ἐξέλιξη τῶν εἰδῶν», 

δ) Κάποιοι ἄλλοι διακρίνουν στὸ γονιδίωμα ζώντων «δακτυλικὰ ἀποτυπώματα» μόνον, καὶ αὐτὰ ὄχι σταθερῶς, γιὰ τὴν πρόκληση ἑνὸς «πολυμορφισμοῦ» προσαρμογῆς τοῦ εἴδους στὸ περιβάλλον, στὰ πλαίσια μόνον τοῦ εἴδους, ὄχι ὅμως καὶ ἐμφάνιση νέων εἰδῶν, ε) Ἄλλοι ἀκόμη, ζητοῦν μέχρι καὶ τὴν «ριζικὴ ἀναθεώρηση αὐτῆς ταύτης τῆς θεωρίας τοῦ Δαρβίνου».

ΣΤ´

  Ἡ ὑλιστικὴ θεώρηση τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία βλέπει τὴ ζωὴ στὸ ἐπίπεδο τῆς φυσικῆς καὶ τῆς χημείας, ὑποστηρίζει ὅτι κάθε μορφὴ ζωῆς καὶ αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει προέλθει ἀπὸ ἕναν μονοκύτταρο ὀργανισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναδυθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνόργανη ὕλη. Συνιστᾶ δὲ αὐτὸς καὶ τὸν ἐξελικτικὸ σύνδεσμο μεταξύ τῆς νεκρῆς ὕλης καὶ τῶν ζώντων ὀργανισμῶν. 

Αὐτὸς ὁ μονοκύτταρος ὀργανισμός, μὲ αὐτο-οργάνωση καὶ αὐτο-ἀντιγραφή, ἔγινε καὶ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ φορέας τοῦ κληρονομικοῦ κώδικα, γιὰ πειθαρχημένη κληρονομικὴ ἀναπαραγωγὴ τοῦ κάθε ζῶντος. Εἶναι ὅμως πέρα ἀπὸ κάθε λογικὴ νὰ ὑποστηρίζει κανεὶς ὅτι ἡ νεκρὴ ὕλη, ἀπὸ μόνη της, ἀπέκτησε τέτοιες δυνατότητες ἐνέργειας, δράσεως καὶ ἐφαρμογῆς μὲ στόχο καὶ σκοπό.

  Ὁ «Ἀφιλοσόφητος Ἀθεϊσμός», ὁ ὁποῖος ἐξέθρεψε τὴν ὑλιστικὴ προπαγάνδα, περισσότερο ἀχαλίνωτος τελευταίως, «ἐμπαίζει καὶ διακωμωδεῖ τὴν πίστη σὲ Θεὸ δημιουργό, καὶ μάλιστα μὲ σοφίσματα εὐκόλως ἀναιρούμενα». 

Αὐτό, βεβαίως, δὲν εἶναι ἡ «γλώσσα τῆς ἐπιστήμης», ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, μὲ τὴν παρατήρηση καὶ τὸ πείραμα προάγεται διὰ τῆς ἐπαγωγῆς στὴ συναγωγὴ γενικοτέρων συμπερασμάτων.
  Ἡ «τύχη» πρὸς ἑρμηνεία τῶν φυσικῶν φαινομένων, δὲν εἶναι ἁπλὴ «σύμπτωση», ὅταν μάλιστα σὲ αὐτὴν προσδίδονται καὶ ἄλλες ἔννοιες. Καὶ δὲν εἶναι νοητὸ νὰ μὴ ἐκπλήσσεται ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ μὴ ἀναζητᾶ τὶς αἰτίες τῶν ἐκπλήξεών μας, ἐνῶ οἱ «ὑλισταὶ» ἰσχυρίζονται ὅτι μὲ τὴν «τύχη», ὡς ἕνα «ἀπὸ μηχανῆς θεό», δημιουργοῦνται καὶ συμβαίνουν τὰ πάντα. 

«Ἡ πιθανότητα τῆς παραγωγῆς τῆς ζωῆς ἀπὸ «τύχη» ἢ «σύμπτωση» εἶναι πρακτικῶς ἀδύνατη στὰ χρονικὰ πλαίσια τῆς ὑπάρξεως τῆς ζωῆς ἐπὶ τῆς Γῆς». Προσκρούει δὲ ἀκόμη περισσότερο στὴν προέλευση τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὰ ἔνστικτα, τὸν λόγο, τὴν λογική, τὴν κρίση, τὴ συνείδηση καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἐνῶ «εὐφυέστερη καὶ λογικότερη φαίνεται ἡ ἐντελέχεια τοῦ Ἀριστοτέλη, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἔμβια ὄντα κατευθύνονται πρὸς σκοπούς».

Ζ´

  Ὑπάρχει, βεβαίως, καὶ μιὰ πραγματικότητα «πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ ἐπιστητοῦ». Ὡσάν, δηλαδή, νὰ ὑπάρχει ἕνας «φράχτης» πίσω ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦν οἱ ἀνθρώπινες γνώσεις νὰ ἐπεκταθοῦν. Ὅσο δὲ κι ἂν θαυμάσια ἀνθρώπινα μυαλὰ θὰ μεταθέτουν τὰ ὅρια τοῦ φράχτη αὐτοῦ σε βάθος, στὸν χῶρο τοῦ ἀγνώστου, πάντοτε θά ὑπάρχει ἕνας χῶρος πίσω ἀπὸ αὐτόν, τὸν ὁποῖο οὐδέποτε θὰ μπορέσει νὰ προσπελάσει ἡ ἀνθρώπινη γνώση. 

Εἶναι ὁ χῶρος τῶν «ἐπέκεινα», ὁ «μετὰ τὰ φυσικά», κατὰ τὸν φιλόσοφο Ἀριστοτέλη. Εἶναι ὁ χῶρος τῆς «μεταφυσικῆς», ὁχῶρος τῆς «πίστεως»... ἢ τοῦ «μυστηρίου».

  Στὸ ὄνομα τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ὅμως, γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς ἐχρειάζετο, προφανῶς, ἕνας σχεδιαστής. 
Σχεδιαστής μὲ νοῦ, θέληση καὶ δύναμη πραγματοποιήσεως τῶν σχεδίων του, μὲ κατεύθυνση βάσει προγράμματος καὶ ἐπιδίωξη σκοποῦ, μὲ μεθοδικότητα στὴ δημιουργία καὶ ἔλεγχο ἐκτελέσεως, ὥστε διὰ τῆς κληρονομικότητος νὰ τηροῦνται οἱ προδιαγραφὲς καὶ νὰ μένουν ἀναλλοίωτες οἱ διαδικασίες τῆς ἐπαναληπτικότητας, τὴν ὁποία σοφὸς νοῦς περιέκλεισε στὸν κληρονομικὸκώδικα τοῦ D.Ν.Α.

  Αὐτὰ ἀναγνωρίζουν καὶ τὸ ὁμολογοῦν παγκοσμίου κύρους ἐπιστήμονες. Μάλιστα, ἔχει λεχθεῖ γιὰ τὴν καταπληκτικὴ ἁρμονία τῶν φυσικῶν νόμων πρὸς τὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπου ὅτι: «Τὸ Σύμπαν ἔγινε ἔτσι, διότι ὁ Θεὸς θέλησε κάποτενὰ δημιουργηθεῖ ὁ ἄνθρωπος».
  Ὑπάρχουν δεδομένα ἀπὸ ἐπιστημονικῆς σκοπιᾶς, τὰ ὁποῖα συνηγοροῦν εὐθέως, ἢ διὰ τῆς μεθόδου τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως Δημιουργοῦ τοῦ Σύμπαντος. Ἀρκετὰ δὲ ἀπὸ αὐτὰ ἔχουν συμπεριληφθεῖ στὸ βιβλίο του, 
«Ἡ προέλευση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς, καὶ οἱ θεωρίες τῆς ἐξελίξεως». Ὅπου καὶ παραπέμπει.

  Ἐξέλιξη, πράγματι, ὑπῆρξε. Αὐτὴ ὅμως συνετελέσθη καὶ συνεχίζεται στὰ πλαίσια τοῦ εἴδους καὶ μόνον, μὲ τὴ δημιουργία ποικιλιῶν καλυτέρας προσαρμογῆς στὶς ἑκασταχοῦ συνθῆκες περιβάλλοντος καὶ διαβιώσεως. Στὸν ἄνθρωπο δέ, ἐπὶ πλέον, μὲ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ νοῦ του καὶ τὴν βουλητική του προαγωγὴ ἀπὸ σωρεία ἐρεθισμάτων, ποικίλων ἐπινοήσεων καὶ θαυμαστῶν ἐμπνεύσεων!

Η´

  Ἀπὸ τὴν ἀποκρυπτογράφηση τοῦ γονιδιώματος τῶν διαφόρων ὀργανισμῶν προκύπτει ὅτι αὐτὸ εἶναι δομημένο μὲ τὰ ἴδια γιὰ ὅλους ἁπλὰ ὑλικά: ὑδατάνθρακες, χημικὲς ρίζες φωσφόρου, ἀδενίνη, θυμίνη, κυτοσίνη καὶ γoυανίνη.
  Μὲ ἁπλότητα στὴ σύλληψη, ὅπως ἁρμόζει στὴν ὕπαρξη πρακτικοῦ νοῦ μὲ σοφία, ἀκόμη καὶ γιὰ τὴ χρήση τῶν «ὑλικῶν». 
Καὶ γιατί τάχα θὰ ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι δομημένος μὲ διαφορετικῆς φύσεως ὑλικά, ἀπὸ ὅ,τι τὰ διάφορα εἴδη ζώων; 

Ἢ γιατί τὰ ἔνζυμα καὶ οἱ ὁρμόνες, ἐφ᾽ ὅσον ἐκπληρώνουν τὸν ἴδιο σκοπό, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι διαφορετικὰ στὰ διάφορα εἴδη τῶν ζώων, καὶ στὸν ἄνθρωπο;
  Τὰ ἀνάλογα, ἄλλωστε, συμβαίνουν στὴν καθ᾽ ἡμέραν πράξη μὲ τὸν κοινὸ ἀνθρώπινο νοῦ καὶ σὲ πολλὲς κατασκευές. 
Γιὰ τὸ κτίσιμο π.χ. κάθε οἰκοδομήματος, μὲ τὰ ἴδια ἢ παραπλήσια ὑλικά: Νερό, ἄμμο, χαλίκι, ἀσβέστη, τσιμέντο, πέτρες, τοῦβλα, σίδερα, ξύλα. 

Καὶ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν καὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖο πρόκειται νὰ ἐκπληρώσουν.
  
Μὲ κάποιες διαφορὲς στὸν ἀριθμὸ τῶν γονιδίων τους, ὑπάρχει τὸ σκουλήκι, τὸ ποντίκι, ὁ σκύλος, ὁ πίθηκος, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι τὸ σκουλήκι, ὅπως τὸ γνωρίζουμε, θὰ μπορέσει κάποτε νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ ἄνθρωπο. 

Οὔτε ἀκόμη καὶ ὁ πίθηκος, παρὰ τὸ ὅτι ἡ διαφορά τους στὸ D.Ν.Α. εἶναι μόλις1,3%, ἴσως καὶ μόνον 1,1%.
  
Τὸ D.Ν.Α. ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, χρώματος ἢ τόπου κατοικίας στὴ γῆ, εἶναι πανομοιότυπο κατὰ 99,9%. 
Δὲν εἶναι, ἑπομένως, νοητὸ νὰ ὑποστηρίζεται γονιδιακὴ ὑπεροχὴ κάποιων ἀν­θρώπων ἔναντι ἄλλων, ἀνάλογα μὲ τὸ χρῶμα ἢ τὴ φυλή, πρὸς ὑποστήριξη φυλετικῶν ἢ ἄλλων διακρίσεων. 

Ἄσπροι, Μαῦροι, Κίτρινοι, εἴμεθα ὅλοι μὲ τὸ ἴδιο γονιδίωμα, μὲ ἀσήμαντες μόνον μικροδιαφορὲς καὶ αὐτὲς ἀπὸ τὴν καλύτερη προσαρμογὴ στὸ περιβάλλον, ἢ ἀπὸ «μικρολάθη», ἀσήμαντα καὶ αὐτά, βλαπτικὰ δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, κατὰ τὴν κληρονομικὴ μεταβίβαση τοῦ D.Ν.Α. μας.

  Τὸ ἀξιοθαύμαστο, πάντως, εἶναι ὅτι ἀπὸ μόνον τὸ0,1% τῶν διαφορῶν στὸ γονιδίωμα, ἔχει προκύψει ἡ ἀπερίγραπτη «πολυποικιλότητα» μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀποδεικνύοντας τὴν τεράστια δυναμική τῶν γονιδίων καὶ τὴν σταθερότητα στὴν κληρονομικότητα τοῦ εἴδους.
  
Ἐπιβεβαιώνεται, λοιπόν, μὲ αὐτὰ καὶ τὸ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κατὰ τὴν ὁμιλία του στὸν Ἄρειο Πάγο πρὸ2000 περίπου ἐτῶν:«...ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων...» (Πράξ. Ἀπ. 17,26). 

Χωρίς, δηλαδή, νὰ μεταβάλεται ὁ κληρονομικὸς κώδικας, οὔτε μὲ τὴν «ἐπιλογὴ καὶ ἐπιβολὴ τοῦ ἰσχυροτέρου» τῆς θεωρίας τοῦ Δαρβίνου, οὔτε μὲ τὴν «προσαρμογὴ» τοῦ Λαμάρκ, οὔτε μὲ τὶς «μεταλλάξεις» τοῦ Ντὲ Βρὶς ἢ τὴν «δημιουργικὴ τύχη» τοῦ Μονό. Κατὰ τὶς διάφορες, δηλαδή, θεωρίες τῆς ἐξελίξεως.

Θ´

  Σὲ μιὰ ἐμπεριστατωμένη μελέτη ἀπὸ τὴν Ἱ.Μονὴ Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους ὑπὸ τὸν τίτλο: «Πνευματικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς “θεωρίας τῆς ἐξελίξεως”», παρουσιάζεται ἡ δημιουργία ὡς «θεοφάνεια» καὶ ὡς «σημεῖον» θεογνωσίας. 

Στὸ Κεφ. 3 γράφει: 

«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πιστεύουμε στὸν παντοδύναμο καὶ ἀγαθὸ Θεὸ, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τὸν κόσμο ἐκ τοῦ μηδενὸς(“ἐκ μὴ ὄντων”), ὄχι ὡς ἕνα ἀναπόδεικτο αὐθαίρετο ἀξίωμα, ἀλλὰ ὡς προϊὸν γνώσεως τοῦ Θεοῦ. 
Ἡ ἀφήγηση τῆς Δημιουργίας ἀπὸ τὸν προφήτη Μωϋσῆ στὴ Γένεση δὲν εἶναι ἐπιστημονικὴ πραγματεία(μὲ τὴν δυτικὴ ἔννοια), ἀλλὰ μαρτυρία θεογνωσίας. 
Χωρὶς νὰ στερεῖται ἐπιστημονικῶν στοιχείων, ἄλλων μὲν ἁπλοϊκῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἄλλων διαχρονικῶς παραδεκτῶν, ἡ ἀφήγηση τοῦ Μωϋσέως εἶναι κατεξοχὴν μαρτυρία ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν σύμπαντα κόσμο...».
  
Ἐπ᾽ αὐτῶν, ἰδιαιτέρως ἐνδιαφέρουσαεἶναι ἡ παλαιότερα διατυπωθεῖσα ἐκτίμηση τοῦ διάσημου Γάλλου Γεωλόγου Charles Barrois (Μέλους τῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν τῶν Παρισίων, τῆς Βασιλικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Λονδίνου, τῆς Ἐθνικῆς Ἀκαδημίας τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ἀκαδημίας τῆς Ρώμης) ὁ ὁποῖος, ὅταν ρωτήθηκε νὰ πεῖ τὰ νεότερα πορίσματα τῆς Γεωλογίας, ἐπανέλαβε τὸ τοῦ Albert Lapparen, διακεκριμένου ἐπίσης Γεωλόγου: 

«Ἐὰν ἔπρεπε νὰ συνοψίσω σὲ σαράντα γραμμὲς τὰ αὐθεντικὰ πορίσματα τῆς Γεωλογίας, θὰ ἀντέγραφα τὸ κείμενο τῆς Γενέσεως, δηλαδὴ τὴν ἱστορία τῆς δημιουργίας, ὅπως τὴν ἔγραψε ὁ Μωυσῆς»!

 Ὁ ἑλληνοαμερικανὸς Ἀριστείδης Πατρινός, συντονιστής τοῦ Κυβερνητικοῦ Προγράμματος Human Genome Project τῶν Η.Π.Α., ἦταν ἐκεῖνος ποὺ συντόνισε τοὺς πρωταγωνιστάς τῆς ἀποκωδικοποίησης τοῦ D.Ν.Α., Francis Collins καὶ Craig Venter, κατὰ τὴν παγκόσμια ἀπὸ κοινοῦ ἀνακοίνωσή τους, τῆς ἀναγνώσεως τοῦ κληρονομικοῦ κώδικα, τοῦ D.Ν.Α. 

Ὅταν λοιπὸν ρωτήθηκε ἀπὸ τοὺς δημοσιογράφους «ἂν ἡ ἀποκρυπτογράφηση τοῦ D.Ν.Α. κάνει τοὺς ἐπιστήμονες νὰ αἰσθάνονται σὰν μικροὶ θεοί», ἡ ἀπάντησήτου ἦταν: «Ἀντιθέτως, τοὺς κάνει νὰ στέκονται μὲ μεγάλη ταπείνωση μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ».

  Εἶναι καιρός, πλέον, νὰ ἀντιληφθοῦν ὅλοι, σὲ ὁποιαδήποτε ἐπιστημονική, φιλοσοφικὴ ἢ θρησκευτικὴ πλευρὰ κι ἂν ἀνήκουν, νὰ σταματήσουν τὶς ἔριδες καὶ τὴνμεταξύ τους ἀντιπαλότητα. 

Ἐφ᾽ ὅσον σκοπός τους θὰ εἶναι νὰ ἐξυπηρετοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ μόνον.

  Ἀπὸ μελέτες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου τῶν μεγάλων ἐπιστημόνων ἐρευνητῶν, διαπιστώνεται ὅτι, στὴν συντριπτική τους πλειοψηφία ὁμολογοῦν καὶ ἀναγνωρίζουν τὴν ὕπαρξη Δημιουργοῦ. 

Καί, μάλιστα, χωρὶς οὐδόλως νὰ ἐπαίρονται γιὰ τὶς πτυχὲς ἐκεῖνες τῆς δημιουργίας, τὶς ὁποῖες πέτυχαν νὰ ἐξερευνήσουν, νὰ ἀναγνώσουν ἢ νὰ ἑρμηνεύσουν, ἀναγνωρίζοντες εἰλικρινῶς ὅτι ἄλλος ἦταν ὁ Δημιουργὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ μπόρεσαν νὰ «ἀνακαλύψουν».

  Ὁ φιλόσοφος Πλάτων, χαρακτηριζόμενος καὶ ὡς ἕνας «πρὸ Χριστοῦ Ἀπόστολος τοῦ σπερματικοῦ λόγου», εἶπε: «Ὁ μέγας γεωμέτρης εἶναι ὁ Θεὸς ».
  Ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν Φυσιοδίφης, οὔτε Φυσικὸς ἐρευνητής, ἢ Ἀστρονόμος, ἢ Βιολόγος, ἢΓενετιστής, ἀλλὰ Νομικός, εἶπε μὲ ἀπόλυτη νομοτέλεια τὸ περίφημο ἐκεῖνο: «πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπὸ τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεὸς» (Ἑβρ. γ', 4).

  Ἐπιστήμονες παγκοσμίου κύρους θεωροῦν ὅτι: Ὁ Δημιουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, «ἔδωκεν τοῖς ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ»
(Σοφ. Σειρ. λη´,6). 
Καὶ «μετὰ λόγου γνώσεως» ἐπαναλαμβάνουν τὸ τοῦ προφητάνακτος Δαυίδ: «Σὺ Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσιν οἱ οὐρανοὶ»
(Ψάλμ. 101,26).
  
Οἱ Ποιηταί, ἐκφράζοντες τὶς ἀντιλήψεις, τὰ αἰσθήματα καὶ τὶς πεποιθήσεις τοῦ κοινοῦ, διατρανώνουν:

«Ὅπoυ κι ἂν στρέψω τὴ ματιά μου
παντοῦ ἐσὲ Θεὲ θὰ ‘δῶ
Καὶ μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μου
δημιουργὲ σ᾽ εὐχαριστῶ
Θεοῦ τὸ κράτος, τὸ σύμπαν γιορτάζει
τὸ ἄπειρον κι οἱ οὐρανοὶ».

«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» ΑΡ. ΦΥΛ. 1816


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

ΠΗΓΗ