Για πληροφορίες και ερωτήσεις γράψτε μας στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: akhs1914@hotmail.com
Ελάτε να γίνουμε φίλοι στο Face Book _ Κάντε αίτημα φιλίας στο Face Book εδώ: www.facebook.com/Kosmas.Agrinio

ΠΕΡΙ ΟΡΚΟΥ - ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ‏

ΠΕΡΙ ΟΡΚΟΥ
Μακαριστού Επισκόπου Φλωρίνης
Αυγουστίνου Καντιώτου
Το έτος 1970, εξ αιτίας διαρρήξεως ιερών ναών τής πόλεως Φλωρίνης υπό κλεπτών, εκλήθη μεταξύ των άλλων να καταθέση ως μάρτυς εις την ενώπιον του Πρωτοδικείου Φλωρίνης σχετικήν δίκην και ο ευλαβέστατος εφημέριος του ι. ναού Αγίας Παρασκευής Φλωρίνηςπ. Τριαντάφυλλος Ξηρός, πατήρ οκτώ τέκνων.Ούτος όμως εδήλωσεν εις το δικαστήριον, ότι θα είπη μεν όσα περί τής υποθέσεως γνωρίζει, δεν δύναται όμως να δώση όρκον, όστις, προκειμένου περί κληρικών, συνίσταται εις «διαβεβαίωσιν επί τη ιερωσύνη» αυτών.
Η άρνησίς του να ορκισθή εδημιούργησε θέμα εις το δικαστήριον, το οποίον προειδο­ποίησε τον εν λόγω κληρικόν, ότι, εάν τελικώς δεν ωρκίζετο, θα ετιμωρείτο, επί τη βάσει του νόμου. Παρά ταύτα ούτος δεν εκάμφθη, ειπών, ότι ώς πνευματικός - εξομολόγος έχει πολλάκις συμβουλεύσει τούς πιστούς ν' αποφεύγουν τον όρκον, καί επομένως δεν είνε δυνατόν ο ίδιος να παραβή την ρητήν περί όρκου εντολήν του Κυρίου.Τελικώς το δικαστήριον επέβαλεν εις τον αρνηθέντα τον όρκον κληρικόν τετράμηνον φυλάκισιν. Εγένετο έφεσις, και η υπόθεσις εξεδικάσθη εκ νέου την 27ην Νοεμβρίου 1970 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ευλαβείς δικηγόροι, συνήγοροι του κατηγορουμένου ιερέως, υπεστήριξαν την άποψιν, ότι πας πιστός, πολύ δε περισσότερον ένας κληρικός, οφεί­λει πρώτον υπακοήν εις τον τέλειον Νόμον του Θεού και ύστε­ρον εις τους νόμους των ανθρώπων. Την ιδίαν 8έσιν υπεστήριξε και ο αξιότιμος εισαγγελεύς κ. Κατεβαίνης, ο οποίος εζήτησε την αθώωσιν του κατηγορουμένου ιερέως. Η απόφασις ήτο αθωωτική. Δια της αποφάσεως αυτής εδικαιώθη και νομικώς η θέσις των πιστών, οι οποίοι δεν δέχονται να ορκίζωνται και να κατα­πατούν σαφεστάτην εντολήν του Κυρίου. Θέλομεν να ελπίζωμεν, ότι αύτη θ' αποτελέση νομικόν προηγούμενον.
Εξ αφορμής της υποθέσεως του καλού κληρικού μας εξεδώκαμεν την παρούσαν υπ' αρι8μ. 120/22111970 εγκύκλιον, η οποία και εδημοσιεύθη εις το υπ' αριθμ. 338/1970 φύλλον του πε­ριοδικού «Χριστιανική Σπίθα».
ΕΥΛΑΒΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ μας ερωτά «Τι περί όρκου φρονεί η Εκκλησία;». Εις το σπουδαίον τούτο ερώτημα, αγαπητοί μου, θα προσπαθήσωμεν ν' απαντήσωμεν.
Αρχαίοι σοφοί περί όρκου
Πριν ή ίδωμεν τι περί όρκου διαλαμβάνουν τα ιερά κείμενα του χριστιανισμού και τι διδάσκουν οι μεγά­λοι της Εκκλησίας πατέρες και διδάσκαλοι, ας ρίψωμεν ένα βλέμμα εις τον αρχαίον κόσμον, εις τους ημετέρους προγόνους, οι οποίοι, μολονότι δεν επίστευον εις τον αληθινόν Θεόν και ελάτρευον τα είδωλα, εν τούτοις διεκρίνοντο δια την θρησκευτικήν των πίστιν και ευλάβειαν, και, ότε ο απόστολος των εθνών, ο Παύλος, επεσκέφθη το «δαιμόνων πτολίεθρον», τας Αθήνας, και είδε το πλήθος των ναών και των αγαλμάτων, ωνόμασεν αυτούς «δεισιδαιμονεστέρους» (Πράξ. 17,22), ήτοι ευλαβεστέρους των ανθρώπων. Απόδειξις της ευλαβείας των ήτο και η περί τους όρκους προσοχή. Έτρεμον την ψευδορκίαν.
Ολίγους όρκους έδιδον. Τινές δε εκ των φιλοσόφων απέφευγον παντελώς τον όρκον και συνεβούλευον και τους άλλους ν' αποφεύγουν αυτόν ως λίαν επι­βλαβή.
Ο Πυθαγόρας έλεγε «μη ομνύναι θεούς, ασκείν γαρ αυτόν δείν αξιόπιστον παρέχειν». Ο Ισοκρά­της, εις τας περίφημους προς Δημόνικον σύμβουλάς, έχει και τούτην «Όρκον επακτόν προσδέχου δια δύο προφάσεις, η σεαυτόν αιτίας αισχράς απολύων ή φίλους εκ μεγάλων κινδύνων διασώζων ένεκα δε χρημάτων μηδένα θεόν ομόση μηδ' αν ευορκείν μέλλης. Δόξεις γαρ τοις μεν επιορκείν, τοις δε φιλο­χρήματες έχειν». Ο φιλόσοφος Ξενοκράτης, λόγω της διακρινούσης αυτόν φιλαλήθειας, δεν υπεχρεούτο εις όρκον από τα αθηναϊκά δικαστήρια. Άλλος δε φιλόσοφος ανήρ, ο Κλεινίας, ο οποίος δι' ιδιωτικήν του υπόθεσιν εκλήθη εις δικαστήριον και, αν ωρκίζετο, θα ηδύνατο να κερδήση την υπόθεσιν, προετίμησε να χάση την υπόθεσιν και να ζημιωθή τεράστιον χρηματικόν ποσόν, παρά να ορκισθή. Τον Κλεινίαν θαυμάζει και επαινεί ο Μέγας Βασίλειος, διότι, ενώ έζησε 400 έτη προ Χριστού, εν τούτοις εφήρμοσε την εντολήν του Χριστού «Μη ομόσαι όλως». Ο περί­φημος τραγικός ποιητής Αισχύλος προτρέπει από σκηνής.«Όρκον φεύγε καν δικαίως ομνύης». Ο Επίκτητος συμβουλεύει· «Όρκον παραίτησαι». Ο Αντιφάνης λέγει, ότι οποίος ορκίζεται εμπίπτει εις δαίμονας, «Ο διδούς τον όρκον τω πονηρώ μιαίνεται». Ο σοφός νομοθέτης των Αθηνών Σόλων θεω­ρεί τον όρκον περιττόν εν μέσω τίμιων ανθρώπων λέγων «Τρόπου καλοκαγαθίαν όρκου πιστοτέραν έχε». Ο Πλούταρχος, διδάσκων πόσον φοβερόν είνε να ορκίζεται τις και να παραβαίνη τους όρκους, αναφέρει το παράδειγμα του Κλεομένους, βασιλέως της Σπάρτης, ο οποίος, αθετήσας ένορκον υπόσχεσίν του προς τους Αργείους, παρεφρόνησε και ηυτοκτόνησε.
Μελετώντες τα παραδείγματα αυτά των αρχαίων προγόνων μας και βλέποντες την ευλάβειαν, την οποίαν είχον, συγκινούμεθα και διδασκόμεθα. Είθε οι σημερινοί χριστιανοί απόγονοί των ν' απεφεύγομεν τους όρκους όπως αυτοί.
Η Παλαιά Διαθήκη περί όρκου
Εάν αφήσωμεν τους αρχαίους Έλληνας και ρίψωμεν ένα βλέμμα εις το Ιουδαϊκόν έθνος, το οποίον μόνον αυτό εξ όλων των εθνών του αρχαίου κόσμου επίστευεν εις τον αληθινόν θεόν, θα ίδωμεν, ότι η ευλάβεια προς τον Θεόν ήτο μεγίστη. Έτρεμον και ν' αναφέρουν το όνομα του θεού. Σπανίως το ανέφερον. Κατά την νομοθεσίαν του Μωυσέως επετρέπετο ο όρκος, αλλά σπανίως ωρκίζοντο, και οι όρκοι αυτών ήσαν αληθινοί. Διότι εφοβούντο τας τρομεράς συνεπείας. Πας ο ορκιζόμενος ψευδώς ετιμωρείτο δια λιθοβολισμού. Ταύτα εις ημέρας ακμής του θρη­σκευτικού συναισθήματος, ότε κέντρον της ιδιωτικής, οικογενειακής και εθνικής ζωής του ιστορικού τούτου λαού ήτο ο Θεός. Και με την πίστιν αυτήν εις τον αληθινόν Θεόν ο λαός του Ισραήλ εθαυματούργει και προεκάλει τον παγκόσμιον θαυμασμόν.
Ότε όμως και ο λαός ούτος απώλεσε την αληθινήν πίστιν και εξώκειλεν εις την ειδωλολατρίαν και την ηθικήν διαφθοράν, τότε πλέον μεταξύ των άλλων ηθικών πληγών ενεφανίσθη και η ψευδορκία και η επιορκία. Οι Ισραηλίται ωρκίζοντο ψευδώς και παρέβαινον τας ενόρκους υποσχέσεις των. Το αμαρτωλόν και ελεεινόν συμφέρον επεκράτει. Χάριν ολί­γου κέρδους εψεύδοντο και επεκαλούντο ως μάρ­τυρα τον Θεόν. Η προς αλλήλους εμπιστοσύνη, θε­μέλιον κοινωνικής ζωής, εξέλιπεν. Η διαφθορά εις την καρδίαν, το ψευδός εις τα χείλη, η κλοπή και η πορνεία και παν είδος ακαθαρσίας εβασίλευον. Ο Θεός περιεφρονείτο, ο άνθρωπος ητιμάζετο δια των ιδίων του παθών. Τότε, εις την εποχήν της δια­φθοράς, ενεφανίσθησαν οι προφήται, οι οποίοι δια πυρίνων λόγων ήλεγχον τας παραβάσεις του Ισ­ραήλ. Ηπείλουν τον Ισραήλ με φοβεράς τιμωρίας, αι οποίαι οπωσδήποτε 8ά επήρχοντο, εάν αμετανόητοι συνέχιζον την ασέβειαν και διαφθοράν των. Ο προφήτης Ζαχαρίας είδεν όραμα φοβερόν. Είδε δρέπανον πετόμενον μήκους πήχεων είκοσι και πλάτους πήχεων δέκα. Ο προφήτης εφοβήθη και ηρώτησε-«Τι έστι τουτο;». Και έλαβε την άπάντησιν παρ' αγγέλου.«Αύτη (έστιν) η αρά η εκπορευομένη επί πρόσωπον πάσης της γης, διότι, πας ο κλέπτης εκ τούτου έως θανάτου εκδικηθήσεται, και πας ο επί­ορκος εκ τούτου εκδικηθησεται». Η τιμωρία, δηλα­δή, κατά των επικαλουμένων το όνομα του Θεού ψευδώς θα είνε ολοκληρωτική. Η οργή του Θεού, η οποία εικονίζεται με το φοβερόν πετόμενον δρέπανον, θα εισορμήση εις τον οίκον του επιόρκου και θα κρημνίση τους τοίχους και θα καύση τα ξύλα. Δεν θα μείνη τίποτε (ιδέ Ζαχ. 5,1-4 και Ησ. 48,1).

***
Όπως προαναφέραμε, ο όρκος είναι καταναγκασμός και καταστρατήγηση της προσωπικής ελευθερίας του ανθρώπου και ξένος προς την χριστιανική αγάπη. Θα θέλαμε, όμως, να επισημάνουμε και τούτο, ότι ο όρκος και μάλιστα ο υποχρεωτικός παραβιάζει την ελευθερία της χρι­στιανικής συνειδήσεως και συνθλίβει κυριολεκτικώς την όλη προσωπικότητα του ανθρώπου.
Η συνείδηση, κατά την Αγία Γραφή και τους αυθεντικούς ερμηνευτές της, τους Αγίους Πατέρες της Αγίας μας Εκκλησίας, είναι η εσωτέρα φωνή και μαρτυρία του Θεού, μέσω της οποίας ο άνθρωπος διακρίνει το αγαθό από το κακό. Ο Ιερός Χρυ­σόστομος, ερμηνεύων την Γένεση, λέγει μεταξύ άλλων περί της συνειδήσεως: «Δια τούτο γαρ ο φιλάνθρωπος Δεσπότης άνω­θεν και εκ προοιμίων διαπλάττων τον άνθρωπον, το συνειδός αυτώ ενέθετο κατήγορον αδιάλειπτον, παραλογισθήναι μη δυνάμενον, μηδέ απάτην υπομείνε ποτε».
Δεν είναι δυνατόν ο πιστός χριστιανός, ο οποίος πορεύεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, να παραβιάζη την συνείδησή του, την εσωτέρα, δηλαδή, φωνή του Θεού. Όποιος υπακούει στην συνείδησή του, απορρίπτει ενέργειες, όπως την εξαπάτηση και την αδικία. Ο Ιερός Χρυσόστομος αποφαίνεται ότι «αρκεί σου και αμελείας εις αναισθησίαν καταλήξασα».
Ο Μ. Βασίλειος αποκαλεί ψεύτες τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι καταστρέφουν τα κριτήρια της ψυχής - όπως είναι η συνεί­δηση - και πράττουν τα αντίθετα μη υπακούοντες στην αλήθεια που είναι η φωνή του Θεού. Λέγει χαρακτηριστικά: «Ψευδείς ουν οι άνθρωποι, διεφθαρμένα έχοντες της ψυχής τα κριτήρια· ους ταλανίζει ο Προφήτης λέγων· ουαί οι λέγοντες το σκότος φως, και το φως σκότος· οι λέγοντες το πικρόν γλυκύ, και το γλυκύ πι­κρόν». Γι' αυτό και ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας συνιστά: «Έστω η του βίου ημών μαρτυρία βεβαιοτέρα όρκου».
Η χριστιανική διδασκαλία περί όρκου
Οόρκος εις τον Ιουδαϊκόν λαόν, ο οποίος περιεκυκλούτο από ειδωλολατρικά έθνη, και παιδαγω­γικούς καθωδηγείτο προς την αληθινήν θεογνωσίαν και την ανωτέραν ηθικήν ζωήν, επετρέπετο κατά συγκατάβασιν. Ότε όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1,14), τότε ο θείος νόμος, ο δοθείς εν Σινά εν μέσω βροντών και αστραπών, επληρώθη. Δια της διδασκαλίας, δηλαδή, του Ιησού Χριστού η ηθική συνεπληρώθη και εξυψώθη εις τας υψίστας κορυφάς. Ούτω και η περί όρκου διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης εύρε την τελείωσίν της εις τους εξής λόγους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. «Πά­λιν ηκούσατε οτι ερρέθη τοις αρχαίοις, ουκ επιορκήσεις, αποδώσεις δε τω Κυρίω τους όρκους σου. Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως· μήτε εν τω ουρανώ, ότι θρόνος εστί του θεού· μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιόν εστι των ποδών αυτού· μήτε εις Ιεροσόλυμα, ότι, πόλις εστί τον μεγάλου βασιλέως· μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μίαν τρίχα λευκήν ή μέλαιναν ποιήσαι. Έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου· το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστί» (Ματθ. 5,33-37).Σαφείς, σαφέστατοι είνε οι λόγοι του Κυρίου. Ο όρκος απαγορεύεται απολύτως. Ούτως εδίδαξαν και οι απόστολοι (ιδε Ιακ. 5,12). Ούτως ηννόησαν τους ανωτέρω λόγους του Κυρίου οι μεγάλοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Εκ της σχετικής διδα­σκαλίας αυτών αναφέρομεν εδώ την διδασκαλίαν των Τριών Ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ο Μ. Βασίλειοςεις τον ΚΘ' κανόνα αυτού λέγει «Καθάπαξ μεν όρκος απηγόρευται· πολλώ δε που εικός τον επί κακώ γινόμενον κατακεκρίσθαι». Εις δε την ΙΔ' ομιλίαν του εις τους Ψαλμούς παρατηρεί, ότι υπάρχουν εν τη Γραφή λόγοι τινές, οι οποίοι φαίνονται ως όρκοι, αλλά δεν είνε όρκοι, όπως όταν ο Ιωσήφ, δια να βε­βαίωση τον Αιγύπτιον, λέγη «Νη την υγίειαν φα­ραώ», Μα την υγείαν του φαραώ (Γεν. 42,15), και ο απόστολος Παύλος, δια να βεβαιώση την αγάπην την οποίαν είχε προς τους Κορινθίους, λέγη «Νη την υμετέραν καύχησιν ην έχω εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Α' Κορ. 15,31).Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ερωτά· «Όρκου τι χείρον;». Και α­παντά ο ίδιος· «Ουδέν». Τέλος ο ιερός Χρυσόστομος περισσότερον όλων των άλλων πατέρων καυτη­ριάζει την τάσιν των χριστιανών να ορκίζωνται και δια τα ευτελέστερα των πραγμάτων και να θέτουν την χείρα των επί του ιερού Ευαγγελίου. Απευ­θυνόμενος ο ιερός πατήρ προς εκείνον, ο οποίος προτείνει το ιερόν Ευαγγέλιον δι' όρκον, λέγει.«Συ, ει μηδέν έτερον, αυτό γουν το βιβλίον αιδέσθητι, ο προτείνεις εις όρκον, και το Ευαγγέλιον, ο μετά χείρας φέρων κελεύεις ομνύναι, ανάπτυξον, και ακούσας τι περί όρκου ο Χριστός εκεί διαλέγεται, φρίζον και απόστηθι. Συ δε τον νόμον τον κωλύοντα ομνύναι, τούτον όρκον ποιείς; Ω της ύβρεως, ω της παρανοίας!».
Ευσεβείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου δια νόμων απηγόρευον εις τους υπηκόους των να ορκίζωνται επί του ιερού Ευαγγελίου. «Ταύτη τη θεία νομοθε­σία (περί απαγορεύσεως του όρκου)», λέγει Νεαρά διάταξις, εκδοθείσα επί της αυτοκρατείρας Ειρήνης, «τον αυχένα του κράτους ημών υποκύπτομεν και την παρά ταύτην κρατήσασαν παράνομον συνή­θειαν αποπεμπόμεθα». Εκ δε των χρόνων της τουρ­κοκρατίας, ότε και πάλιν η τάσις προς όρκους με­ταξύ των χριστιανών ήρχισε να επικρατή, αναφέρομεν τον άγιον Κοσμάν τον Αιτωλόν, ο οποίος εις διδαχήν του λέγει σχετικώς· «Έτσι μας θέλει, αδελφοί μου, ο Θεός και όχι να βλασφημούμεν, όχι να προδίδω μεν ο ένας τον άλλον, όχι να κάμνωμεν όρκους και να λέγωμεν ψεύματα, όχι να κλέπτη ο ένας τον άλλον, να παίρνη το πράγμα του άλλου, όχι να ομνύωμεν το όνομα του Θεού δια το παραμικρόν. Θέλεις, αδελφέ μου, να είπης, μα τον Θεόν; Δεν λέγεις, μα την αλήθειαν; Εκεί οπού θα κάμης όρκον του αδελφού σου, πες του επ' αλήθειας, και αν δεν σου πιστεύση, τράβα τον δρόμο σου. Να απέχωμεν, αδελφέ μου, να μη ορκιζώμεθα εις το όνομα του Θεού, ή να κάμνωμεν όρκους και να ονομάζωμεν τους αγίους μας· ή όπου ομνύουν κάποιοι άγνωστοι (=ασύνετοι) το όνομα της Αγίας Τριάδος. Αλλοίμονον εις εκείνους· φωτιά πύρινη τους καίει και τους φλογίζει» (ιδέ ημέτερον βιβλίον Κοσμάς ο Αιτωλός, έκδοσις ΙΣΤ', Αθήναι 1993, σελ. 220).
Τέλος μνημονεύομεν περισπουδάστου εγκυκλίου του οικουμενικού πατριάρχου Ανθίμου Δ' (1843-1852) περί όρκου. Η εγκύκλιος αύτη εξεδόθη εξ αφορμής κληρικού της Ελλαδικής Εκκλησίας, ο οποίος ηρνήθη να ορκισθή επί του Ευαγγελίου. Επιδοκιμάζει αύτη την πράξιν του εν λόγω κληρικού ως σύμφωνον προς το άγιον Ευαγγέλιον και την ιεράν Παράδοσιν (ίδε Ράλλη και Ποτλή, Σύνταγμα θείων και ιερών Κα­νόνων, τόμ. ε', Αθήναι 1985, σελ. 617-627).

***
Ο94 κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου ορί­ζει για όσους χρησιμοποιήσουν τον όρκο, προκειμένου να γίνουν πιστευτοί:«Τους ομνύοντας όρκους ελληνικούς, ο κανών επιτιμίοις καθυποβάλλει· και ημείς τούτοις αφορισμόν ορίζομεν». Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος με τον ως άνω κανόνα της ρητώς απαγορεύει τον όρκο και όπως δια­πιστώσαμε επιβάλλει την ποινή του αφορισμού σε εκείνον, ο οποίος απλώς θα χρησιμοποιήση τον όρκο, χωρίς να υποπέση στην επιορκία.
Η ποινή του αφορισμού αιτιολογείται, διότι η ορκοδοσία κατά τον τύπο των ειδωλολατρικών εθίμων δεν προσάδει στην χριστιανική διδασκαλία. Ο Όσιος Νικόδημος λέγει:«Οι των Ελλήνων συνήθειες πρέπει να μισούνται από τους χριστια­νούς, δια τούτο ο παρών κανών αφορίζει εκείνους τους χριστια­νούς όπου κατά την συνήθειαν των Ελλήνων ομνύουν.».
Ο Ζωναράς μας λέγει ότι τα έθιμα των εθνικών δεν πρέπει να ακολουθούνται από τους πιστούς χριστιανούς. Γράφει χαρακτηρι­στικά:
«Τα των Ελλήνων έθη, και τα των εθνικών, αποτρόπαια τοις πιστοίς· διό ουδέ όρκους ελληνικούς ομνύειν επιτετράμεθα».Υπομνηματίζοντας τον ως άνω κανόνα ο Χριστόφορος Προδρομίτης τονίζει τα εξής:«Ου μόνον οι τοιούτους όρκους ομνύοντες αφορίζονται, αλλά και οι άλλον τινά ορθόδοξον όρκον ομνύσαντες, πλήν του ναι και ου».
Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος με τον 2 κανόνα της επεκύρωσε τους κανόνες των προηγουμένων Οικουμενικών και το­πικών Συνόδων, αλλά και ορισμένων Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, μεταξύ των οποίων και τους κανόνες 10, 17, 29, 64, 81 και 82 του Μ. Βασιλείου, που αφορούν στο προς διαπραγμάτευ­ση θέμα μας.
Σχετικώς με το περιεχόμενο του 94 κανόνος της Πενθέκτης ο 81 κανόνας του Μ. Βασιλείου διαλαμβάνει τα εξής: 
«Επειδή πολλοί εν τη των βαρβάρων καταδρομή παρέβησαν την εις Θεόν πίστιν, όρκους εθνικούς τελέσαντες. εν τρισίν έτεσιν άδεκτοι έστωσαν, και εν δυσίν ακροάσθωσαν, και εν τρισίν υποπεσόντες, ούτω δεκτοί γενέσθωσαν εις την κοινωνίαν. Οι δε άνευ ανάγκης μεγάλης προδόντες την εις Θεόν πίστιν, και αψάμενοι της τραπέζης των δαιμόνιων, και ομόσαντες όρκους ελληνικούς, εκβαλλέσθωσαν μεν εν τρισίν έτεσι, και εν δυσίν ακροάσθωσαν, εν υποπτώσει δε ευξάμενοι εν τρισίν έτεσι, και εν άλλοις τρισί συστάντες τοίς πιστοίς εις την δέησιν, ούτω δεκτοί έστωσαν τη τού αγαθού κοινωνία».
Στον κανόνα αυτόν ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται μεταξύ άλλων και σε εκείνους, οι οποίοι, αιχμαλωτισθέντες υπό βαρβάρων, είτε εξαιτίας τού φόβου «άνευ ανάγκης» είτε υπό την απειλή βασανι­στηρίων ετέλεσαν «όρκους εθνικούς». Στην μεν πρώτη περί­πτωση ο κανόνας ορίζει το επιτίμιο των ένδεκα ετών ακοινωνησίας, στην δε δεύτερη επιβάλλει το επιεικέστερο επιτίμιο των οκτώ ετών αποχής εκ των Τιμίων Δώρων.

Πολυορκία - ψευδορκία - επιορκία
Δυστυχώς σήμερον εκ της κορυφής του ευαγγελικού νόμου, του απαγορεύοντος τον όρκον, ο ορθό­δοξος χριστιανικός λαός μας κατέπεσε χαμηλά. Δεν εστάθημεν ούτε εις την ενάτην εντολήν του δεκαλό­γου, η οποία συνιστά την ενώπιον του Θεού αληθινήν μαρτυρίαν. Δεν εστάθημεν ούτε εις τα επίπεδα των αρχαίων προγόνων μας, οι οποίοι διεκρίνοντο δια το δέος απέναντι της θεότητος. Επέσαμεν χα­μηλά, πολύ χαμηλά. Εκατρακυλίσαμεν εις βάραθρα και χάη. Ο όρκος, που εδίδετο άλλοτε εις σπανιωτάτας περιπτώσεις και μετά δέους, έγινε σήμερον συνηθέστατος. Όρκοι πολλοί. Η πολυορκία και η εκ της πολυορκίας αναποφεύκτως προερχομένη ψευ­δορκία και επιορκία αποτελούν μεγάλας πληγάς της συγχρόνου Ελληνικής κοινωνίας. Ο ευλαβής χρι­στιανός, ο οποίος απηύθυνε προς ημάς το ερώτημα «Τι περί όρκου φρονεί η Εκκλησία;», μας ανέφερεν ότι, παρακολουθήσας δίκας μιας μόνον ημέρας εις δικαστήριον της πατρίδος μας, ηρίθμησε τους όρκους οι οποίοι εδόθησαν και εύρεν αυτούς 500! Εις ένα και μόνον δικαστήριον τόσοι όρκοι! Εάν δε υπήρχε τρόπος να μετρηθούν οι όρκοι, οι οποίοι δίδονται κα­θημερινώς εις τα αστυνομικά καταστήματα, εις τα γραφεία των δημοσίων υπηρεσιών και εις παντός είδους δικαστήρια, από του ειρηνοδικείου μέχρι του Αρείου Πάγου, θα ευρισκόμεθα προ φοβερού κύμα­τος πολυορκίας. Επί τη βάσει ωρισμένων στοιχείων, προχείρως ληφθέντων, υπολογίζεται, ότι οι όρκοι, οι οποίοι δίδονται καθημερινώς εις την Ελλάδα, δεν είνε ολιγώτεροι των 10.000. Δηλαδή, καθ' όλην την διάρκειαν του έτους 3.650.000 όρκοι! Φρίκη μας καταλαμ­βάνει.
Τι ποιητέον; Μέγα το πρόβλημα. Καθ' ημάς, έχον­τας εις τούτο συμφωνούντας και έξοχους εκπροσώπους του νομικού κόσμου, ο όρκος πρέπει να καταργηθή. Όχι μόνον διότι απαγορεύεται από τον τέλει­ον Ευαγγελικόν νόμον και δημιουργεί κρίσιν συνειδήσεως εις τους εκ των μαρτύρων ευσυνείδητους χρι­στιανούς, αλλά και διότι κρίνεται πλέον περιττός. Ναι, περιττός! Διότι ζώμεν εις μίαν εποχήν, ότε το απέναντι της Θεότητος δέος, που διέκρινε τας προηγουμένας γενεάς, έχει ατονήσει ή και εκλείψει, και οι πολλοί «δεν το 'χουν τίποτε» να θέσουν την χείρα των επί του ιερού Ευαγγελίου και να ορκισθούν ψευδώς. Τούτο τονίζει και ο αοίδιμος μητροπολίτης Κίτρους Κωνσταντίνος Κοϊδάκης, λέγων «Ο όρκος καταντά εις απλούς τύπος, και ουδέποτε δύναται να έχη τον από του Θεού και της οργής αυτού φό­βον, συντελών ολοταχώς εις την ψευδορκίαν και επιορκίαν διότι ο μη εις Θεόν πιστεύων ορκίζεται εις Θεόν κατ' αυτόν μη υπάρχοντα, και στερούμε­νος φόβου Θεού ευκόλως ψευδορκεί και επιορκεί, μη συμμορφούμενος προς τον άθεον όρκον αυτού» (ίδε μητροπολίτου Κίτρους Κωνσταντίνου Κοϊδάκη, Κώδιξ Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως, Αθήναι 1933, σελ. 652-653).
Ο όρκος επιβάλλεται να καταργηθή, και αντ' αυτού να ευρεθή άλλος τρόπος βεβαιώσεως της αληθείας, δυνάμενος να εμβάλλη εις φόβον και ανησυχίαν εν περιπτώσει ψευδούς βεβαιώσεως τους ενόχους, οι οποίοι σήμερον μόνον τας επί γης τιμω­ρίας υπολογίζουν. Οι νομομαθείς της πατρίδος ας με­λετήσουν επισταμένως το θέμα τούτο και ας υποδείξουν τον καταλληλότερον τρόπον προς κατάργησιν και αντικατάστασιν του όρκου.
Η εγκύκλιος του πατριάρχου Ανθίμου
Άλλ έως ότου καταργηθή ο όρκος τι πρέπει να κάνη ένας χριστιανός, ο οποίος καλείται να δώση ενόρκως την μαρτυρίαν του; Εις το ερώτημα αυτό, που βασανίζει τας ευλαβείς ψυχάς και τους πνευμα­τικούς πατέρας και διδασκάλους, δίδει απάντησιν προς τους απανταχού ορθοδόξους η εγκύκλιος του οικουμενικού πατριάρχου Ανθίμου, την οποίαν ανωτέρω εμνημονεύσαμεν. Εις το τέλος της εγκυκλίου ο πατριάρχης Άνθιμος συμβουλεύει ιερείς, μάρτυρας, δικαστάς και διδασκάλους, και λέγει τα εξής:
«Η Αγία του Χριστού Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, κηδομένη της κοινής σωτηρίας των πνευματικών αυτής τέκνων, τους τε λαϊκούς χρι­στιανούς, ως προείρηται, νουθετεί φυλάττεσθαι παντοίως και αποφεύγειν τας ορκωμοσίας. Εάν δε ποτέ τις ανάγκη, κατά την πολιτικήν νομοθεσίαν, τον όρκον αυτοίς επιφέρη, ευορκείν γουν αυτούς ακριβώς, και ανωτέρους εαυτούς από πάσης επιορ­κίας διατηρείν συμβουλεύει. Τους τε φιλάνθρωπους και φιλοθέους πολιτικούς δικαστάς προτρέπεται και παραινεί δια τον Κύριον, μη ταχείς μηδέ συχνούς μηδ' επί σμικροίς επάγειν τοις δικαζομένοις τους όρκους, ίνα μη το φοβερόν του όρκου χρήμα εις συνήθειαν εμπεσόν καταφρονηθή, και καταπλημμυρίση την πολιτείαν επιορκία, εξ ης μοχθηρία παντοία, και αδικία, και ψεύδος πηγάζει, και ανο­μία το των νόμων σθένος εξαμαυρούσα, και το πανώλεθρον δρέπανον της θείας οργής, όπερ ο προ­φήτης εώρακε Ζαχαρίας, κατά των επιορκούντων επαγομένη. Ιδίως δε τοις του βήματος παραγγέλλει και διατάσσει, αρχιερεύσι τε, και ιερεύσι, και διακόνοις, και τοις μοναχοίς, αγνούς πάντη εαυ­τούς διατηρείν και καθαρούς από παντός όρκου, ιδί­ου τε και του πολιτικώς εν τοις δικαστηρίοις επί των θείων Ευαγγελίων επαγομένον πιστοποιείν δε τους διαδίκους και δικαστάς περί του προκειμένου πράγματος, διαβεβαιούντας επί της ιερατικής ή μο­ναχικής αυτών συνειδήσεως, εφ' η και πας όρκος εστήρικται, και πρόσεχειν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, μήποτε ψυχωλέθρου σκανδάλου παραίτιοι γένωνται δημοσίως περιπεσόντες εις την απηγορευμένην ορκωμοσίαν. Ει δε τις των ιερωμένων ή μοναστών, εναντία της ευαγγελικής και εκκλησιαστικής διατάξεως ποιών, και όρκον εν τοις δικαστηρίοις επάγων ή αναδεχόμενος φωραθή, υπόδικος έσται βαρυτάτοις επιτιμίοις, ως εναντίον τω θείω Ευαγγελίω ώ καταπεπίστευται πανδήμως αντιφερόμενος, και τας ιεράς και κανονικάς παραδόσεις καταπατών, και το μέγα της ιερωσύνης αξίωμα ενώπιον πάντων των πιστών, ως ουκ αξιόπιστον φέρον την συνείδησιν, καθυβρίζων, και θύραν εις επιορκίαν και κατ' αυτό το θείον τάγμα δημοσίως διανοίγων, εφ' η τους εμπεπτωκότας ο Αποστολικός κανών παντελώς απογυμνούσθαι της ιερωσύνης, και καθαιρείσθαι θεσπίζει. Επί τούτους και το παρόν εξεδόθη Εκκλησιαστικόν εγκύκλιον απο­φαντικόν και παραινετικόν γράμμα, προς κοινήν του Ορθοδόξου πληρώματος ωφέλειαν και πνευμα­τικήν οδηγίαν».
ΠΗΓΗ:
περιοδ. Χριστιανική Σπίθα
α.φ. 338,  1970