ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΑΣ & ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΥ


ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΑΣ & ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

Ἀπό τό νέο αντιεξελικτικό βιβλίοτοῦ Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστωφ, Φυσικού

ΒΙΒΛΟΣ & ΕΞΕΛΙΞΗ

τηλ. ἐπικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Πηγή:
TRUTH TARGET
ΘΑΥΜΑΣΙΑ
Στό Κεφάλαιο αὐτό θά δοῦμε, ἀκροθιγῶς, μερικά ἀπό τά θαυμάσια τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ μας καί τῆς Ἁγ. Γραφῆς.
Διαβάζουμε: «Ὁ ἄξονας τῆς Γῆς ἔχει κλίσι 230 καί 27´ ὡς πρός τό ἐπίπεδο στό ὁποῖο ὁ πλανήτης μας διαγράφει τήν τροχιά του. Ἄν ἦταν κατακόρυφος δέν θά ὑπῆρχαν οἱ ἐποχές, γιατί οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες θά ἔπεφταν σέ κάθε μέρος μέ τήν ἴδια πάντα ἀπόκλισι. Ἄρα σέ ὅλη τή Γῆ θά εἴχαμε ἐντελῶς διαφορετικό κλίμα (ἀπό τήν ἑλληνική λέξι κλίμα=κλίσι). Στόν Ἰσημερινό οἱ μέρες θά ἦταν πολύ καυτές, γιατί ὁ ἥλιος θά βρισκόταν πάντα στήν κατακόρυφο, ἐνῶ τά γεωγραφικά πλάτη πού θά ἦταν πιό κοντά στούς πόλους θά εἶχαν θερμοκρασίες πιό ψυχρές. Ἡ ζωή θά περιοριζόταν στίς πιό εὔκρατες ζῶνες. Ἐπιπλέον θά εἴχαμε πάντα μέρες καί νύκτες διαρκείας 12 ὡρῶν, γιατί ὁ Ἥλιος θά φώτιζε πάντα τό μισό τῆς γήινης σφαίρας»(περ. Fo, Μρ 2003, 78· βλ. καί: GP, 133).
  • Γράφει ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας: «Διάφορες αἰτίες μπορεῖ νά βρῆ κανείς, γιά τίς ὁποῖες ὁ Θεός στήν Π. Διαθήκη ἔκαμε διάκρισι καθαρῶν καί ἀκαθάρτων τροφῶν. Ἔτσι μιά αἰτία μποροῦσε νά εἶναι, τό ὅτι ὁ Θεός ἤθελε νά μάθη τόν ἀπειθάρχητο καί σκληροτράχηλο Ἰσραήλ νά πειθαρχῆ καί νά ὑποτάσσεται ὄχι μόνον ὅταν ἐκαλεῖτο νά συμμετάσχη στίς ἐπίσημες καί λαμπρές τελετές καί θυσίες τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, ἀλλά καί σέ κάθε βῆμα τῆς καθημερινῆς του ζωῆς, ἀκόμα καί κάθε φορά, κατά τήν ὁποία θά καθόταν στό τραπέζι γιά νά φάη.
Ἄλλη αἰτία μποροῦσε νά εἶναι, ὅτι τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ λαοῦ αὐτοῦ δέν ἦταν ἀρκετά ἀνεπτυγμένο καί δέν μποροῦσε ὁ καθένας νά κάνη τή διάκρισι, ποιές τροφές τοῦ ἦταν ὠφέλιμες στήν ὑγεία καί ποιές τοῦ ἦταν βλαβερές. Ὁ Θεός, λοιπόν, πού ἐνδιαφερόταν γιά ὁλόκληρο τό λαό Του, ἀναλαμβάνει σάν πατέρας καί σάν σοφός ἰατρός νά ὁρίση τήν ὑγιεινή δίαιτα τῶν παιδιῶν Του. Καί γιά νά προλάβη κάθε παράβασι τῆς δίαιτας αὐτῆς, πού θά εἶχε κακές συνέπειες γιά τό σῶμα, δίνει θρησκευτικό χαρακτῆρα στήν ἀπαγόρευσι τῶν τροφῶν πού ἦταν βλαβερές στήν ὑγεία τοῦ σώματος.
Ὁ πιό σπουδαῖος, ὅμως, καί σοβαρός λόγος, γιά τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἔκανε τή διάκρισι αὐτή τῶν καθαρῶν καί ἀκαθάρτων, ἦταν, γιατί ἤθελε νά ἐμποδίση τή συχνή ἐπικοινωνία τοῦ λαοῦ Του μέ τούς εἰδωλολάτρες. Καί ἔτσι νά προλάβη κάθε βλάβη, πού ἦταν ἑπόμενο νά πάθη ὁ Ἰσραήλ ἀπό τό συγχρωτισμό του μέ αὐτούς. Σκέψου, ἀδελφέ τί θά πῆ νά εἶσαι σέ ξένο μέρος καί νά μή σοῦ ἐπιτρέπη ἡ θρησκεία σου νά τρῶς ἀπό πολλά φαγητά, πού συνηθίζουν οἱ κάτοικοι νά τρῶνε στό μέρος ἐκεῖνο. Δέν θά μπορῆς εὔκολα νά κάθεσαι στό τραπέζι τους. Οὔτε θά εἶναι εὔκολο νά δέχεσαι τίς προσκλήσεις τους καί τή φιλοξενία τους. Θά ἀναγκασθῆς νά μένης κάπως ἀπομονωμένος καί νά μήν κάνης πολύ στενή παρέα μαζί τους. Καί ὅταν ἔτσι τούς ἀποφεύγης, τότε εἶναι εὔκολο γιά σένα νά διατηρήσης τίς συνήθειές σου καί τίς παραδόσεις τῆς πατρίδος σου καί τά θρησκευτικά ἔθιμά σου. Διαφορετικά, ἐάν μπῆς σέ πολύ στενή σχέσι μαζί τους, διατρέχεις τόν κίνδυνο νά συμμορφωθῆς μέ αὐτούς. Καί σιγά-σιγά θά μάθης νά ζῆς καί νά σκέπτεσαι, ὅπως ζοῦν καί σκέπτονται αὐτοί.
Ἔλα τώρα στούς Ἰουδαίους, ἀδελφέ, νά δῆς τί σήμαινε ὁ συγχρωτισμός τους καί ή συχνή συναναστροφή μέ τούς εἰδωλολάτρες. Οἱ Ἰουδαῖοι ἦταν τότε ὁ μόνος λαός, πού γνώριζε καί λάτρευε τόν ἀληθινό Θεό. Ὅταν δέ ἐγκαταστάθηκε στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ὅλοι τριγύρω οἱ γείτονές τους ἦταν εἰδωλολάτρες. Καί πολλές φορές ὁ Ἰσραηλιτικός λαός ἐξαιτίας τῶν εἰδωλολατρῶν γειτόνων του παρεσύρθη κι αὐτός στήν εἰδωλολατρία. Μήν ξεχάσης δέ ἀκόμη, ὅτι ὅπως καί σήμερα, ἔτσι καί τότε οἱ Ἰσραηλῖτες ἦταν λαός ἐμπορικός, πού εἶχε ζώσει τόν κόσμο ὅλο καί ἦταν σκορπισμένος σέ ὅλη τή γνωστή οἰκουμένη. Δηλαδή ὅλοι αὐτοί οἱ Ἰουδαῖοι τῆς διασπορᾶς ζοῦσαν ἀνακατεμένοι μαζί μέ εἰδωλολάτρες. Φαντάσου, λοιπόν, τί θά γινόταν μέ αὐτούς, ἐάν δέν ὑπῆρχαν καί οἱ φραγμοί αὐτοί, πού τούς ἀνάγκαζαν νά χωρίζωνται ἀπό τούς εἰδωλολάτρες. Ἐάν μέ ὅλα αὐτά, πολλές φορές ἡ Ἰουδαία μολύνθηκε μέ τή λατρεία τῶν εἰδώλων, τά ὁποῖα λάτρευαν οἱ γειτονικοί λαοί ὡς θεούς, σκέψου, τί θά γινόταν, ἐάν ὁ Θεός δέν λάμβανε καί τά σωτήρια αὐτά προφυλακτικά μέτρα.
Εἶναι δέ ἀξιοσημείωτο, ἀδελφέ μου, ὅτι πολλά ἀπό τά ζῶα αὐτά, τά ὁποῖα ξεχωρίζει ὁ Θεός ὡς ἀκάθαρτα, ἦταν ζῶα ἱερά γιά τούς εἰδωλολάτρες. Ὁ χοῖρος π.χ. ἦταν ἀφιερωμένος στήν Ἀφροδίτη, καί ἡ κουκουβάγια ἦταν πουλί ἱερό τῆς Ἀθηνᾶς. Καθώς καί ὁ ἀετός ἦταν τό ἀγαπημένο πουλί τοῦ Διός. Καί ὁ σκύλος ἦταν προσφιλές ζῶο τῆς Ἑκάτης. Ἀπό ὅλα, ὅμως, αὐτά τά ζῶα εἶχε ἐντολή ὁ Ἰσραήλ νά στέκεται μακρυά καί ὄχι μόνο νά μήν τά τρώη, ἀλλά οὔτε κἄν νά τά ἀγγίζη.
Ἔτσι πάρα πολύ σοφά προφυλασσόταν ὁ Ἰσραήλ ἀπό τήν εἰδωλολατρία, ἀλλά συγχρόνως λάμβανε καί ἀφορμή νά θυμᾶται τό Θεό του, ὁ Ὁποῖος ἦταν ὁ ἀληθινός Θεός. Λάμβανε ἀφορμή νά τοῦ προσφέρη διά τῆς ἐγκρατείας του καί τῆς ἀποφυγῆς τῶν ἀπαγορευμένων φαγητῶν τήν ὑποταγή του, ἡ ὁποία ἦταν ἕνα εἶδος θυσίας ἀρεστῆς καί πολύ ἀποδεκτῆς ἀπό τό Θεό»(ΤΡ, 117).
  • Ἡ Sissy Reynaud σημειώνει: «Ἐνῶ ὁ ἄστεγος πεθαίνει ἀπό πείνα δυό βήματα παρακάτω καί τό παιδί ροκανίζει τή μοναξιά του μπροστά στήν ἀπατηλή μωρία μιᾶς ἀδηφάγου ὀθόνης, ὁ σκύλος, σέ βελούδινο μαξιλάρι, μακάριος, ὀσφραίνεται τό εὐωδιαστό ψητό πού τοῦ μαγειρεύει ἡ κυρία του. Χονδροειδής ἀνισότητα τῆς κοινωνίας μας πού ἔχει ἐξοκείλει. Ἄραγε, αὐτό σημαίνει ἀγαπῶ τά ζῶα; Ὄχι, αὐτό σημαίνει ξεχνῶ τόν ἄνθρωπο»(RS, 99).
***
Διαβάζουμε: «Τά λουλούδια εἶναι τά χαμόγελα τῆς καλωσύνης τοῦ Θεοῦ»(ΑΓ, 121).
  • Στό ἀκόλουθο περιστατικό βλέπουμε τή δοξολογία τῆς κτίσεως καί τήν ξεχωριστή θέσι τοῦ ἀνθρώπου σ᾽ αὐτήν: «Τό ἀπόγευμα, πρίν βασιλέψη ὁ ἥλιος, ἔκανα τό Ἀπόδειπνο. Ἦταν ἡσυχία. Καί μετά ἐνῶ ἔψαλλα τά μεγαλυνάρια τῆς Ὑπαπαντῆς μέ κατάνυξι, ἀκούω μιά φωνή βατράχου, ὡσάν νά ἐφώναζε τούς ἄλλους νά συγκεντρωθοῦν, καί ὤ τοῦ θαύματος! ὅλοι οἱ εὑρισκόμενοι ἐκεῖ βάτραχοι μαζεύθηκαν γύρω μου περί τά δύο μέτρα. Γυρισμένοι πρός ἐμένα ἀκροάζονταν μέ ἡσυχία τά τροπάρια τά ὁποῖα ἔψελνα. Ἐγώ δέν μπορῶ νά περιγράψω τή σκηνή. Ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς ἦλθε πιό κοντά καί ἀκροαζόταν. Τελειώνοντας τά τροπάρια τραγούδησαν καί αὐτοί καί κανονικά, σάν νά ἦταν λογικοί ἄνθρωποι, ἔφυγαν. Ἀφοῦ δέν εἶσαι ἄξιος, παπα-Δημήτρη, εἶπα, νά κηρύξης στό λαό, εἶσαι γιά τούς βατράχους»(ΔΓ, 124).
  • Παρόμοιο περιστατικό: «Ὑπῆρχαν κάποτε, ἕνας Γέροντας κι ἕνας ὑποτακτικός του σέ κάποιο ἁγιορείτικο Κελλί καί ἀγωνίζονταν γιά τή σωτηρία τους, κάνοντας ἐργόχειρο καί διαβάζοντας τήν Ἀκολουθία τους.
Κάποια φορά τήν αὐγή ὅταν σηκώθηκαν γιά νά διαβάσουν τήν Ἀκολουθία τους, ἀφοῦ πρῶτα ἄναψαν τά κανδήλια τῆς μικρῆς τους κατανυκτικῆς ἐκκλησίας, καί διάβασαν τό Μεσονυκτικό, ἀκολούθως ἑτοιμάσθηκαν νά διαβάσουν τόν Ὄρθρο. Τά βατράχια, ὅμως, τῆς περιοχῆς τούς ἐνοχλοῦσαν μέ τά κοάσματά τους. Τότε ὁ Γέροντας ἔστειλε τόν ὑποτακτικό του ἔξω ἀπό τό Κελλί γιά νά πῆ στά βατράχια, νά σταματήσουν νά κράζουν, γιά νά μπορέσουν νά διαβάσουν τήν Ἀκολουθία τους. Τότε ὁ ὑποτακτικός του πῆγε καί εἶπε σ᾽ αὐτά: “Ὁ Γέροντάς μου, μοῦ εἶπε νά πάψετε νά κοάζετε, διότι θά διαβάσουμε τώρα τόν Ὄρθρο”. Τότε ἀκούει φωνή ἀπό τό μέρος τῶν βατράχων νά τοῦ λέη: “Περιμένετε νά τελειώσουμε ἐμεῖς τόν ὄρθρο μας καί μετά νά τόν κάνετε κι ἐσεῖς”»(ΒΜ, 146).
  • Ὁ Θεός τρέφει τό ζωϊκό βασίλειο: «Σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι καί ζητῆσαι παρά τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς»(Ψ 103, 21), «Ὁ διδούς τροφήν πάσῃ σαρκί»(Ψ 135, 25), «Διδόντι τοῖς κτήνεσι τροφήν αὐτῶν καί τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν»(Ψ 146, 9).
  • Οἱ Charles Τaylor καί Stephen Ρople γράφουν γιά τόν κύκλο τοῦ ἀζώτου: «Τά ζωντανά πλάσματα χρειάζονται ἄζωτο. Τά 4/5 τῆς γήινης ἀτμόσφαιρας εἶναι ἄζωτο, ἀλλά τά φυτά δέν μποροῦν νά χρησιμοποιήσουν ἄμεσα αὐτό τό ἀέριο. Τά ἄτομα τοῦ ἀζώτου χρησιμεύουν στήν παραγωγή νιτρικῶν ἁλάτων πού ἀπορροφοῦνται ἀπ᾽ τίς ρίζες. Τά νιτρικά ἅλατα μπαίνουν στό ἔδαφος μέ πολλούς τρόπους. Οἱ ἀστραπές παράγουν χημικές οὐσίες στόν ἀέρα. Οἱ βροχές τίς κατεβάζουν στό χῶμα, ὅπου διαμορφώνουν νιτρικά ἅλατα. Μερικά βακτηρίδια χρησιμοποιοῦν τό ἄζωτο τοῦ ἀέρα, γιά νά παράγουν νιτρικά ἅλατα. Ἄλλα παράγουν νιτρικά ἅλατα ἀπ᾽ τά ἀπορρίμματα τῶν φυτῶν καί τῶν ζώων. Πάντως, ὑπάρχουν καί βακτηρίδια πού κάνουν τό ἀντίθετο. Ἐπιστρέφουν τό ἄζωτο πίσω στήν ἀτμόσφαιρα. Μ᾽ αὐτό τόν τρόπο, τά ἄτομα τοῦ ἀζώτου χρησιμοποιοῦνται ξανά καί ξανά. Οἱ ἐπιστήμονες τό ὀνομάζουν αὐτό κύκλο τοῦ ἀζώτου»(TC, 69· βλ. καί: JH, 44).
  • Θαυμάσια προσαρμογή: «Τό ράμφος τοῦ μικροῦ τῆς φάλαινας ἐφαρμόζει ἀπόλυτα στό σῶμα τῆς μητέρας του, ἔτσι ὥστε τό νερό τῆς θάλασσας δέν μπορεῖ νά ἀναμειχθῆ μέ τό γάλα, καί ἡ τραχεία του προεκτείνεται πάνω ἀπό τόν οἰσοφάγο, ἔτσι ὥστε τό γάλα δέν μπορεῖ νά χυθῆ μέσα στούς πνεύμονες. Κάτι τέτοιο θά πρέπη νά ἦταν τέλειο ἀπό τήν ἀρχή —καί στή μητέρα καί στό μικρό της— ἔτσι ὥστε νά λειτουργῆ τόσο τέλεια. Ποτέ δέν θά ἦταν δυνατόν νά δημιουργηθῆ ἀπό βαθμιαῖες ἐξελίξεις»(WD, 47).
  • Ἰδού καί τό ἐπιβάλλον τοῦ ἀνθρώπου στήν κτίσι· γράφει ὁ π. Χριστόδουλος Καπέτας: «Ἡ περιοχή εἶχε πολλά πουλιά, κυρίως ἀηδόνια, τά ὁποῖα κελαηδοῦσαν καί ἦταν κουραστικά. Μᾶς δυσκόλευαν στή συζήτησι. Ὁπότε σέ μιά στιγμή ἀκοῦμε τό Γέροντα νά λέη: ῾Κοπᾶστε (δέν εἶπε σωπᾶστε) εὐλογημένα, ἀφοῦ βλέπετε ὅτι ἔχω συζήτησι. Ὅταν τελειώσω ἐγώ, τότε ν᾽ ἀρχίσετε ἐσεῖς᾽. Αὐτομάτως τά πουλιά ῾κόπασαν᾽, χωρίς νά κινηθοῦν ἀπ᾽ τή θέσι τους.
Τόσο ἐντυπωσιασθήκαμε ἀπ᾽ αὐτό τό γεγονός, ὥστε ἀδυνατούσαμε στή συνέχεια νά παρακολουθήσουμε τή συζήτησι»(ΙΙ, 255).
  • Διαβάζουμε, ἀκόμα: «Ὁ Κύπριος προσκυνητής Μ. Σ. διηγεῖται: “Εἶχε ἔρθει μιά ὁμάδα Κυπρίων στήν ῾Παναγούδα᾽ γιά νά δῆ τό Γέροντα [Παΐσιο]. Τούς εἶπε νά πάρουν λουκούμια. Μόλις ἄνοιξαν τό καπάκι, ἔκαναν ἕνα μορφασμό, κοιτάχθηκαν καί μουρμούρισαν. Τό κουτί ἦταν γεμάτο ῾λίμπουρους᾽ (τά μυρμήγκια στά κυπριακά). Φαίνεται κάποιος προσκυνητής δέν ἔκλεισε καλά τό καπάκι καί γέμισε μυρμήγκια, ἄν καί ὁ Γέροντας εἶχε γράψει πάνω στό καπάκι νά κλείνουν τό κουτί. Ἦταν τόσο πολλά, ὥστε εἶχαν μαυρίσει τά λουκούμια· δέν φαίνονταν.
Ὁ Γέροντας μόλις κατάλαβε τί εἶχε συμβῆ, ἔρριξε μιά ματιά στό κουτί καί ἀμέσως μέ φυσικότητα πῆρε ἕνα λουκούμι τό ἄφησε πιό πέρα καί μέ στοργή, ἀλλά καί μέ σοβαρότητα καί κάπως ἐπιτακτικά εἶπε πρός τά μυρμήγκια: Ἁὐτό εἶναι δικό σας. Πηγαίνετε νά φᾶτε καί ἀφῆστε τά ἄλλα νά πάρουν οἱ ἄνθρωποι᾽.
Τό ἐκπληκτικό εἶναι ὅτι τά μυρμήγκια ἔκαναν ὑπακοή, βγῆκαν ὅλα ἀπ᾽ τό κουτί καί μαζεύθηκαν νά φᾶνε τό δικό τους λουκούμι”»(ΙΙ, 552).
  • Ἀναφέρει ὁ π. Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς: Ὁ π. Παΐσιος «γέμισε τό δικό μου πιάτο, ἐνῶ στό δικό του ἔβαλε πολύ λίγο φαγητό. Διαμαρτυρήθηκα, λέγοντάς του ὅτι δέν ἦταν σωστό αὐτό· ἐκεῖνος νά φάη ὡς ἀσκητής κι ἐγώ ὡς καλοφαγᾶς. Μοῦ εἶπε τότε:
—Δέν εἶσαι μοναχός; Θά κάνης, λοιπόν, ὑπακοή. Τόσο ἀνυπάκουος Μαυροβούνιος εἶσαι; Ἐδῶ ὁ Μπαγιούμ μου εἶναι πιό ὑπάκουος ἀπό σένα.
Τόν ρώτησα μέ ἔκπληξι ποιός ἦταν ὁ Μπαγιούμ, διότι ἤξερα ὅτι δέν εἶχε κανένα ὑποτακτικό. Μοῦ ἔδειξε τότε μιά τριανταφυλλιά, τήν ὁποία εἶχε φυτέψει ἐκεῖ. Πῆγε, στάθηκε μπροστά στήν τριανταφυλλιά καί εἶπε:
—Ἔλα, Μπαγιούμ, νά καταλάβη αὐτός ὁ ἄπιστος ὁ Ἀμφιλόχιος τί εἶναι ἡ πραγματική ὑπακοή.
Ὅπως ἦταν τό χῶμα νωπό ἐκεῖ γύρω ἀπ᾽ τήν τριανταφυλλιά, ἄρχισε τότε νά σηκώνεται καί βγῆκε ἔξω ἕνας βάτραχος. Σᾶς λέω αὐτό τό ὁποῖο εἶδα μέ τά μάτια μου. Στή συνέχεια εἶπε στό βάτραχο:
—Γύρνα τώρα, Μπαγιούμ, πίσω στή θέσι σου καί τό βράδυ νά πᾶς νά κάνης τήν προσευχή σου.
Ἐξεπλάγην καί τόν ρώτησα τί εἴδους προσευχή ἔκανε ὁ Μπαγιούμ. Καί μοῦ ἐξήγησε ὅτι ὁ βάτραχος τό βράδυ πήγαινε μπροστά σ᾽ ἕνα μεγάλο ξύλινο σταυρό, τόν ὁποῖο ὁ Γέρων εἶχε ἐκεῖ κι ἔλεγε τήν “ψαλμωδία” του. Παραξενεύτηκα καί εἶπα μέσα μου: “Τώρα μέ κοροϊδεύει ὁ Γέρων; Γιά ποιά ψαλμωδία τοῦ βατράχου μοῦ μιλᾶ;”.
Τήν ἴδια μέρα, μέ τή δύσι τοῦ ἡλίου, εἶδα τό βάτραχο μπροστά στό σταυρό νά κοάζη: “Κοάξ, κουάξ”.
Μοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωσι αὐτή ἡ ἄμεση σχέσι τοῦ Γέροντος μέ τά ζῶα, ὅπως ἀκριβῶς τή συναντοῦμε στούς ἁγίους.
῞Ενα καλοκαίρι, πού πέρασα ἀπό ἐκεῖ, ἐπικρατοῦσε μεγάλη ξηρασία, γιατί εἶχε μῆνες νά βρέξη. Καί μοῦ εἶπε ὁ Γέρων Παΐσιος:
—Βλέπεις, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνουμε καί ὀρθά πάσχουμε. Δέν μᾶς ἀξίζει καί τίποτε καλύτερο νά μᾶς στείλη ὁ Θεός. Τά καημένα τά ζῶα λυποῦμαι, πού ὑποφέρουν. Νά, πρίν ἀπό μερικές μέρες ἦρθε ἕνα φίδι, πού δέν ἔβρισκε πουθενά νερό τό καημένο καί σάν νά μοῦ ζητοῦσε νά τοῦ δώσω λίγο νερό νά πιῆ. Πῆρα, λοιπόν, τό ποτῆρι μου καί τοῦ ἔβαλα νερό νά πιῆ.
Τοῦ εἶπα τότε, γελώντας:
—Γιατί δέν μέ φώναξες, Γέροντα, νά ᾽ρθω νά σπάσω τό κεφάλι τοῦ φιδιοῦ;
Μοῦ ἀπάντησε, γελώντας κι αὐτός:
—Ἐσύ εἶσαι ἕνας ἄγριος Μαυροβούνιος»(ΚΙ, 273).
  • Κάτι ἄλλο ἀπό τόν π. Παΐσιο:
«—Εἶναι, Γέροντα, τό ἔνστικτο τό ὁποῖο ἔχουν τά ζῶα;
—Ὁ Θεός, γιά νά ἐξυπηρετοῦνται, ἔχει δώσει καί σ’ αὐτά ὅ,τι χρειάζονται· τούς ἔδωσε τή διαίσθησι. Μετά τήν πτῶσι ὁ ἄνθρωπος στερήθηκε τό ὑπερφυσικό, ἀλλά τοῦ ἔμεινε ὁ νοῦς, ἡ λογική. Π.χ. οἱ ἄνθρωποι βλέπουν κάπου πλατάνια καί καταλαβαίνουν ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει νερό· ψάχνουν καί τό βρίσκουν. Ἐνῶ τά ζῶα τό πληροφοροῦνται σάν νά ἔχουν ραντάρ. Ἡ καμήλα, ὅταν εἶναι στήν ἔρημο καί διψάη, τρέχει μόνη της πρός τό μέρος ὅπου ὑπάρχει νερό καί ὁ καμηλιέρης τήν ἀκολουθεῖ. Εἶναι σάν νά παίρνη τηλεγράφημα»(ΓΠ, 233).
Διαβάζουμε: «Κάθε φορά σχεδόν κατά τήν ὁποία πήγαινα ἄλλους ἐπισκέπτες στόν Παππούλη [τόν Ἅγ. Πορφύριο], μετά ἀπ᾽ τίς συμβουλές του, τούς πήγαινα καί στόν παπαγάλο, πού ἔχει ἐκεῖ καί λέει ἕνα σωρό λέξεις καί προτάσεις, ὅπως: “Κύριε, ἐλέησον”, “Παππούλη μου”, “Παναγία μου”, “Χριστέ μου” κλπ. καί χαίρονταν μαζί του.
Μιά μέρα μοῦ εἶπε ἡ Γερόντισσα πώς εἶπε τή γνωστή μας φράσι ἀλλαγμένη ὡς ἑξῆς:
“Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ… Χριστός”.
Ναί, ἀκριβῶς ἔτσι, ὅπως τό γράφω»(ΤΖ, 46). Σημείωσι: Θαυμαστό πού δέν ἔλεγε ὁ παπαγάλος «ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Κι αὐτό διότι ὁ παπαγάλος δέν ἔχει ψυχή!
  • Διαβάζουμε: «Τό σκαθάρι-βομβαρδιστής ἔχει ἕνα εὐφυέστατο τρόπο ἄμυνας: Στό ὑπογάστριό του ὑπάρχουν δύο ἀβλαβῆ χημικά. Ὅταν δεχθῆ ἀπειλή, αὐτά μεταφέρονται μαζί μέ ἕνα ἔνζυμο σέ ἕνα εἰδικό θάλαμο, καί τότε μπαίνει σέ ἐφαρμογή τό μυστικό ὅπλο: Στό θάλαμο γίνεται μία χημική ἀντίδρασι πού ἀπελευθερώνει καυτό ἀέριο, μέχρι καί 100οC, ἀπ᾽ τόν πρωκτό τοῦ σκαθαριοῦ, κάνοντας κι ἕνα θόρυβο πού ξαφνιάζει τόν κυνηγό. Τό σκαθάρι μπορεῖ νά παράγη 500 ἐκπομπές τό δευτερόλεπτο, μέχρι νά φύγη ὁ κυνηγός»(ΘΦ, 147).
  • Ὁ Κων. Κούρκουλας γράφει: «Τό Σύμπαν ὁλόκληρο εἶναι ἕνα ὄστρακο, ὅπου ἐκκολάφθηκε τό λαμπρό μαργαριτάρι του: ὁ Ἄνθρωπος!»(ΚΚ, 60).
  • Σχολιάζει ὁ Ν. Σωτηρόπουλος: «Εἶναι ἄξιο προσοχῆς, ὅτι ὁ Θεός δέν διέταξε τό Μωϋσῆ νά ὑψώση πάνω στόν πάσσαλο ἕνα πραγματικό ὄφι, ἀλλά ἕνα χάλκινο ὄφι. Σύμβολο τοῦ Σατανᾶ εἶναι ὁ πραγματικός ὄφις, ἐνῶ σύμβολο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ ψεύτικος, ὁ χάλκινος ὄφις. Ὁ Χριστός παρομοιάζεται μέ ὄφι, διότι ὑψώθηκε πάνω στό σταυρό σάν κακοποιός, σάν κακοῦργος, σάν ὁ μεγαλύτερος κακοῦργος τῶν αἰώνων. Ἀλλά ὅπως ὁ ὄφις, τόν ὁποῖο ὕψωσε ὁ Μωϋσῆς, δέν ἦταν πραγματικός, ἀλλά χάλκινος, ἔτσι καί ὁ Χριστός δέν ἦταν πραγματικός κακοῦργος, ἀλλά ἀντιθέτως τό ἁγιώτερο πρόσωπο. Ὁ Χριστός, ὁ ἅγιος τῶν ἁγίων, ὑψώθηκε πάνω στό σταυρό σάν ὁ μεγαλύτερος κακοῦργος, διότι ὁ Θεός τόν φόρτωσε μέ τίς δικές μας ἁμαρτίες, γιά νά ἐξιλεωθοῦμε καί νά σωθοῦμε. Γιά τή δική μας σωτηρία συνέβη στόν Ἐσταυρωμένο ὅ,τι ἔγραψε ὁ Παῦλος: “Τόν μή γνόντα ἁμαρτίαν ὑπέρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν Αὐτῷ”(Β´ Κορ 5, 21). Τό Χριστό, πού δέν γνώρισε ἁμαρτία, τόν τελείως ἀναμάρτητο καί ἅγιο, γιά χάρι μας ὁ Θεός Πατέρας τόν ἔκανε ἁμαρτία! Φρικτός λόγος. Τόν φόρτωσε μέ ὅλα τά ἁμαρτήματα καί ἐγκλήματα τοῦ κόσμου καί τόν παρέδωσε σέ σταυρικό θάνατο, γιά νά δικαιωθοῦμε δι᾽ Αὐτοῦ καί νά σωθοῦμε ἐμεῖς, οἱ πραγματικῶς ἁμαρτωλοί καί ἐγκληματίες. Ὁμοίως ὁ Παῦλος λέει καί ἄλλο φρικτό λόγο, ὅτι ὁ Χριστός ἔγινε κατάρα! “Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου”(Γαλ 3, 13). Ὁ Χριστός μᾶς ἐξαγόρασε ἀπ᾽ τήν κατάρα, τήν ὁποία ἐπέφερε ἡ παράβασι τοῦ νόμου, μέ τό νά γίνη γιά χάρι μας ὁ ἴδιος κατάρα. Διότι στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι γραμμένο: Ἐπικατάρατος ὅποιος κρεμᾶται στό ξύλο, ὅποιος σταυρώνεται.
Ἀγαπητοί, ὁ Θεός γιά μᾶς ἔκανε τόν Υἱό Του ἁμαρτία καί κατάρα, καί Τόν παρέδωσε στό φρικτότερο καί ἐξευτελιστικότερο εἶδος τοῦ θανάτου ὡς τό μεγαλύτερο ἔνοχο τῶν αἰώνων. Ὁ ἀμνός ὁ ἄσπιλος καί ἄμωμος κατά τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό ὡς ὄφις! Ὅσο καί ἄν προσπαθῆ κανείς νά συλλάβη καί νά ἐξαντλήση τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ, δέν τό κατορθώνει. Ἀσύλληπτο, ἀνεξάντλητο, ἀπύθμενο τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ τοῦ Θεανθρώπου.
Σᾶς ρωτᾶμε, φίλοι ἀναγνῶστες: Ἦταν ποτέ δυνατόν νά περιέχη ἡ Ἁγία Γραφή τόσο παράξενο περιστατικό, ὅπως τό περιστατικό τοῦ χάλκινου ὄφεως, ἄν δέν ἦταν θεόπνευστη καί ἄν πραγματικά ὁ Θεός δέν ἔδινε στό Μωϋσῆ τήν παράξενη ἐκείνη ἐντολή, τήν τελείως ἀκατανόητη κατά τόν καιρό τῆς Π. Διαθήκης; Σᾶς ρωτᾶμε ἐπίσης: Ἐπῆλθε ποτέ στή διάνοια κανενός Ἰσραηλίτου νά ἐφαρμόση τό παράξενο περιστατικό τοῦ χάλκινου ὄφεως στόν ἑαυτό του; Σκέφθηκε ποτέ κανείς Ἰσραηλίτης, ὅτι ὁ ὑψωμένος χάλκινος ὄφις συμβόλιζε αὐτόν; Τί λέμε; Οἱ Ἰσραηλίτες δέν καταλάβαιναν κἄν, ὅτι ὁ ὑψωμένος χάλκινος ὄφις εἶχε συμβολική-προφητική σημασία. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἄν καί δέν εἶχε φοιτήσει σέ σχολεῖα καί δέν ἔμαθε γράμματα, ἐξήγησε καί ἐφήρμοσε στόν ἑαυτό Του τό παράξενο ἐκεῖνο περιστατικό, διότι δέν ἦταν ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλά παντογνώστης Θεός»(ΣΝ, 244).
Διαβάζουμε: «Μέσα στόν ἀπερίγραπτης ὡραιότητος κῆπο ζοῦσαν δύο μόνο ἄνθρωποι. Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα. Εἶχαν ὅλα τά ἀγαθά. Ἕνα ἀπ᾽ αὐτά ἦταν καί τό φῶς. Ὄχι τόσο τό φυσικό, ὅσο τό πνευματικό φῶς, πού πήγαζε ἀπ᾽ τό Δημιουργό τους κι ἔλουζε κυριολεκτικῶς τήν ὕπαρξί τους. Ξαφνικά, ὅμως, αὐτό τό φῶς ἔσβησε. Τί εἶχε συμβῆ; Τό μεγαλύτερο τρομοκρατικό κτύπημα, πού δέχθηκε ποτέ τό ἀνθρώπινο γένος. Δράστης ὁ μεγαλύτερος τρομοκράτης ὅλων τῶν αἰώνων, ὁ Διάβολος. Θύματα, οἱ πρωτόπλαστοι, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἀπόγονοί τους. Μέ τήν παρακοή στή θεία ἐντολή “ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος”(Ρμ 5, 12). Τό καλώδιο, μέσῳ τοῦ ὁποίου διοχετευόταν ἡ χάρι τοῦ Θεοῦ στά πλάσματά Του, καταστράφηκε. Οἱ προβολεῖς τοῦ οὐρανοῦ ἔσβησαν. Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου σκοτίσθηκε. Ἡ ἀνθρωπότητα βυθίσθηκε στό σκοτάδι, πού ὁλοένα καί μεγάλωνε λόγῳ ὑπερφορτώσεως τοῦ “δικτύου” της μέ περισσότερες ἁμαρτίες. Ὁ ἄνθρωπος νοσταλγοῦσε τό φωτισμένο Παράδεισο, τόν ὁποῖο εἶχε χάσει. “Ἔχρῃζε τῆς τοῦ φωτός παρουσίας ὁ καθειργμένος τῷ σκότει”, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης (“χρειαζόταν τήν παρουσία τοῦ φωτός ὁ φυλακισμένος στό σκοτάδι”). Ἕνα σκοτεινό κελλί φυλακῆς ἦταν γι᾽ αὐτόν ἡ γῆ. Καί ἀνέμενε κάποια ἀμυδρή ἀκτῖνα φωτός νά εἰσέλθη ἀπ᾽ τό παράθυρο. Ἀνέμενε μέ ἀγωνία Ἐκεῖνον, πού θά ἀποκαθιστοῦσε τή βλάβη καί θά ἐπανέφερε τό φῶς στή σκληρή καί ἄχαρη ζωή του. Κάπου-κάπου ἀκουγόταν κάποιο ἔκτακτο δελτίο εἰδήσεων, πού τόν πληροφοροῦσε ὅτι ὁ “Ἠλεκτρολόγος” ἔρχεται. Ἦταν ἡ φωνή τῶν Προφητῶν. Καί ἡ προσδοκία γινόταν πιό ἔντονη. Καί ὁ χρόνος κυλοῦσε. Οἱ αἰῶνες περνοῦσαν.
Καί ἦλθε ἡ πολυπόθητη στιγμή. Βρέθηκε ἡ μοναδική Γεννήτρια. Ἦταν ἡ ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἡ Παρθένος Μαρία. Μόνη, ὅμως, δέν μποροῦσε νά λειτουργήση. “Ἄνδρα οὐ γινώσκω” (“δέν συνευρίσκομαι μέ ἄνδρα”), εἶπε στόν Ἀρχάγγελο. Καί αὐτός τῆς εἶπε: “Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ (θά ἔλθη πάνω σου) καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι”(Λκ 1, 34-35). Καί τό θαῦμα τῶν θαυμάτων γίνεται. Ἔρχεται στόν κόσμο ἕνας ὄχι ἁπλῶς οὐράνιος Ἠλεκτρολόγος, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ πηγή τοῦ φωτός, ὁ Χριστός. Αὐτός πού εἶπε, “Γενηθήτω φῶς· καί ἐγένετο φῶς”! Ἡ Παρθένος γεννᾶ τό νοητό Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ Ὁποῖος, βρέφος στήν ἀγκάλη τῆς Παναγίας Μητέρας Του, βλέπει, μέ τό ξημέρωμα, τό φῶς τοῦ φυσικοῦ ἡλίου, τό ὁποῖο Αὐτός δημιούργησε, νά φωτίζη τήν ταπεινή φάτνη ἀλόγων ζώων, πού ἔχει τήν τιμή νά Τόν φιλοξενῆ! Μέ τή Γέννησι τοῦ Λυτρωτοῦ “ὁ λαός ὁ καθήμενος (ὁ καθηλωμένος) ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾴ θανάτου (στή χώρα μέ τό βαθύ σκοτάδι τοῦ θανάτου) φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς”(Μθ 4, 16). Οἱ περισσότεροι, ὅμως, ἄνθρωποι, συνηθισμένοι στό σκοτάδι, περιφρόνησαν τό φῶς. Δέν ἐκτίμησαν τήν ἀξία του. Τά παραθυρόφυλλα τῆς ψυχῆς τους παραμένουν ἑρμητικῶς κλειστά.
Τό βρέφος μεγάλωσε. Ἔγινε ἄνδρας τέλειος. Καί ἄρχισε νά κηρύττη. Ἐκτυφλωτική ἡ λάμψι του! Ἀπαστράπτουσα ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου Του! Κάποια ὥρα ἀνέβασε τρεῖς μαθητές Του “εἰς ὄρος ὑψηλόν κατ᾽ ἰδίαν (ἰδιαιτέρως). Καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καί ἔλαμψε τό πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς”(Μθ 17, 1-2)! Τό σκοτάδι ἄρχισε νά ὑποχωρῆ. Ὁλοένα καί περισσότεροι ἄνθρωποι φωτίζονταν ἀπ᾽ τή θεϊκή διδασκαλία Του. Ὥσπου ἔφθασε ἡ στιγμή τῆς ὕψιστης διακηρύξεώς Του: “Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν Ἐμοί οὐ μή περιπατήση ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς (δέν θά περπατήση στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό ζωντανό φῶς)”(Ἰω 8, 12). Πόσοι ἔσπευσαν νά τόν ἀκολουθήσουν; Λίγοι. Πολύ λίγοι. Καί οἱ πολλοί; Αὐτοί ἔμειναν μακρυά ἀπό τό φῶς. Πόσο ἀδίκησαν τούς ἑαυτούς τους! Προτίμησαν νά αὐτοκτονήσουν πνευματικῶς. Ὁποία παραφροσύνη! “Τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς”! Γιατί; “Ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ (Καθένας δέ πού πράττει φαῦλα πράγματα, μισεῖ τό φῶς καί δέν ἔρχεται πρός αὐτό, γιά νά μή φανερωθοῦν τά ἔργα του)”(Ἰω 3, 19-20).
Βλέποντας “ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου”, ὅτι πλησιάζει τό τέλος τῆς κοσμοκρατορίας του, θέτει σέ ἐφαρμογή τό ἔσχατο σχέδιό του. Καί “ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον (αὐτός πού ντύνεται ὡς ἔνδυμα τό φῶς)” καρφώνεται γυμνός ἐπάνω στό Σταυρό! Ὁ ἥλιος ἔκρυψε τίς ἀκτῖνες του “μή φέρων θεάσασθαι Θεόν ὑβριζόμενον (μή μπορώντας νά βλέπη τό Θεό νά ἐξευτελίζεται)”. Καί ἀπό “ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπί πᾶσαν τήν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης”(Μθ 27, 45). Ὁ ἄρχων τοῦ σκότους χαίρεται. Τή χαρά του, ὅμως, διαδέχεται διπλή πανωλεθρία. Διότι τό πανάχραντο σῶμα τοῦ φωτοδότου Χριστοῦ “ὡς φωτός λυχνία… ὑπό γῆν ὡς μόδιον κρύπτεται, καί διώκει τόν ἐν Ἅδῃ σκοτασμόν (σάν φωτεινό λυχνάρι… κάτω ἀπό τή γῆ κρύβεται σάν κάτω ἀπό κουβᾶ καί διώχνει τό σκοτάδι τοῦ Ἅδη)”, ἀνασταίνεται δέ ἔνδοξο, ἀφήνοντας στήν ἀνθρωπότητα μιά ἀστείρευτη πηγή θείας ἐνεργείας καί ἀφθόνου φωτισμοῦ, τόν πανάγιο καί ζωοδόχο Τάφο του, ἀπ᾽ τόν ὁποῖο ἐξέρχεται θαυματουργικῶς τό Ἅγιο καί Ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεώς του. “Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια (Τώρα ὅλα ἔχουν γεμίσει ἀπό φῶς καί ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ καί τά καταχθόνια)”!»(περ. Στ, τεῦχ. 485, 163).
Ἀναφέρει ὁ Ιan Τaylor: «Ὅταν οἱ χριστιανοί ἱεραπόστολοι εἰσῆλθαν στήν Κίνα καί ἄρχισαν νά μαθαίνουν τή γραπτή γλῶσσα προκειμένου νά μεταφέρουν τή Βίβλο γιά τούς Κινέζους, ἀποκαλύφθηκε ὅτι τά κινεζικά ἰδεογράμματα γιά πολλές ἰδέες, εἰδικά στίς ἀφηγήσεις γιά τή δημιουργία καί τόν κατακλυσμό, ὑπῆρχαν ἤδη. Ἐπιπλέον αὐτά τά ἰδεογράμματα περιεῖχαν μιά ἀναγνωρίσιμη εἰκόνα τοῦ νοήματος τῆς Γενέσεως. Γιά παράδειγμα, τό ἰδεόγραμμα γιά τή λέξι “κιβωτός”, ὅπως στήν κιβωτό τοῦ Νῶε, ἀποτελεῖτο ἀπό ἕνα σύμβολο γιά ἕνα πλοῖο καί ἀπό ἐπιπλέον σύμβολα γιά ὀκτώ στόματα ἀνθρώπων (C. Η. Κang &  Εthel R. Νelson, Τhe Discovery of Genesis, ἐκδ.  Concordia, St. Louis, Μo. 1979, 95). Εἶναι σίγουρα περισσότερο ἀπό συμπτωματικό ὅτι στήν ἑβραϊκή ἐκδοσι ὀκτώ ἄνθρωποι σώθηκαν στήν κιβωτό. Γιά τά περασμένα δύο χιλιάδες χρόνια, ἡ Κίνα τροφοδότησε τρεῖς θρησκεῖες οἱ ὁποῖες οὐσιαστικά συγκεράσθηκαν σέ μία, εὑρισκόμενες καί οἱ τρεῖς συχνά στόν ἴδιο ναό. Ὁ Κομφουκιανισμός, ὁ ὁποῖος εἶναι στήν πραγματικότητα μιά φιλοσοφία, εἰσήχθη στήν Κίνα περίπου τό 500 π.Χ. ἐνῶ ὁ Ταοϊσμός καί ὁ Βουδδισμός (ὁ Βουδδισμός δέν παραδέχεται κανένα Ὕψιστο Ὄν) εἰσήχθησαν κατά τή διάρκεια τοῦ πρώτου αἰῶνα π.Χ.. Πρίν ἀπό ἐκείνη τήν ἐποχή, ἡ Κινεζική αὐτοκρατορία ὑπηρετοῦσε μόνο τόν ἕνα Θεό· δέν εἶχαν μύθους ἤ εἴδωλα καί τηροῦσαν ἕνα αὐστηρό ἠθικό κώδικα. Ἀποκαλοῦσαν τό θεό τους Shang-Τi, πού σημαίνει οὐράνιος αὐτοκράτορας (Sol Τax & Charles Callender (ἐπιμ.), Εvolution Αfter Darwin, 3ος τόμ., Chicago Univ. Ρress, Chicago 1960, 13)* [ὑπ.: Οἱ Τax καί Callender (1960) γράφουν: “Οἱ Κινέζοι δέν ἐπένδυσαν τό πρόσωπο τοῦ μονάρχη μέ θεϊκά γνωρίσματα. Πιό πάνω ἀπό τό βασιλιά, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν θεός, ἦταν ὁ Τ᾽ien, ῾ὁ Οὐρανός᾽, ἤ Shang-Τi, ὁ ῾Ὕψιστος Πρόγονος᾽ καί ὁ μονάρχης τῆς γῆς δέν ἦταν παρά ἀντιπρόσωπός του”(ὅπ.π.).]. Ἀκόμα μιά φορά ἡ Ἐξελικτική Ὑπόθεσι, ἡ ὁποία διακηρύσσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἄρχισε ἀπό βάρβαρη ἀφετηρία νά λατρεύη πολλούς θεούς (πολυθεϊσμός) καί κατόπιν ἀνέβηκε σέ ὑψηλότερους πολιτισμούς στούς ὁποίους μόνο ἕνας θεός λατρευόταν (μονοθεϊσμός), ἀποδείχθηκε ὅτι εἶναι ἀναληθής. Στήν Κίνα, ἄρχισαν μέ ἕνα θεό καί ἐκφυλίσθηκαν στούς πολλούς θεούς μέ τόν Ταοϊσμό»(TI, 391).
  • Σημειώνει ὁ ἀείμνηστος καθηγ. Ἠλίας Βουλγαράκης: «Ἄς φέρουμε ἕνα παράδειγμα. Κάποια μέρα ἀποφασίζουμε στό σπίτι νά ἀγοράσουμε ἕνα πλυντήριο πιάτων. Εἶναι ἕνα ἀκριβό μηχάνημα. Τό δεχόμασθε μέ τόν ἀνάλογο σεβασμό. Ὅταν ὁ ζωηρός γυιός, πάνω στήν κινητικότητά του, πάει νά γυρίση ἕνα κουμπί, τόν μαλώνουμε. Ὁ πατέρας, σάν πιό εἰδικός, διαβάζει τίς ὁδηγίες χρήσεως. Ἡ μητέρα παραστέκει γιά νά ἀκούση τίς ἐξηγήσεις. Ἀλλά καί οἱ ὁδηγίες δέν φθάνουν. Χρειάζεται νά γίνη καί ἐπίδειξι. Ὅλοι παρόντες καί παρακολουθοῦν. Κάποτε τέλος παίρνουν τήν πρωτοβουλία νά τό χειρισθοῦν μόνοι τους. Μέ πόση προσοχή γίνεται αὐτό!
Φανταστῆτε τώρα ὁ ζωηρός γυιός νά πάρη μιά μέρα τήν ἀπόφασι νά βάλη στό πλυντήριο ἀντί γιά πιάτα, κάλτσες! Θά πλυθοῦν; Ἴσως ναί ἴσως ὄχι. Εἶναι, ὅμως, πολύ πιθανό νά χαλάσουν τό πλυντήριο. Καί θά χαλάση γιατί ὑποχρεώθηκε νά λειτουργήση διαφορετικά ἀπό τόν ἀληθινό του προορισμό.
Ἄς παρομοιάσουμε τό πλυντήριο αὐτό μέ τόν ἄνθρωπο. Φτιάχτηκε ἀπό τά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ τέλειος. Νά, ὅμως, πού μέ τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἄρχισε νά λειτουργῆ διαφορετικά ἀπό τόν προορισμό του. Πολλοί προσπάθησαν νά τόν διορθώσουν, ἀλλά δέν κατάφεραν ἀρκετά πράγματα. Τό πιό σωστό θά ἦταν νά ἐρχόταν ἕνα τεχνικός ἀπό τό ἴδιο τό ἐργοστάσιο τῆς κατασκευῆς του! Καί ὁ τεχνικός ἦλθε. Καί δέν ἦλθε μόνο, ἀλλά ἔφερε μαζί του ἕνα καινούργιο μηχάνημα, γιά νά τό βλέπουν. Καί κοντά σ᾽ αὐτά ἔδωσε ὁδηγίες κι ἔκαμε ἐπίδειξι. Ἐπίσης ἵδρυσε ἕνα συνεργεῖο ἐπισκευῶν. Ὅσοι πηγαίνουν τά μηχανήματά τους σ᾽ αὐτό, διορθώνονται. Κι ὅταν λέμε διορθώνονται σημαίνει, ὅτι ἐπαναφέρονται στήν ἀρχική τους λειτουργικότητα. Δηλαδή ἀρχίζουν καί πάλι νά λειτουργοῦν σύμφωνα μέ τό σχέδιο κατασκευῆς τους, μέ ἄλλα λόγια, σύμφωνα μέ τίς δομικές τους προδιαγραφές.
Οἱ ὁδηγίες χρήσεως εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Αὐτός πού κάνει τήν ἐπίδειξι εἶναι ὁ Χριστός καί μετά οἱ ἅγιοι. Καί τό συνεργεῖο εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Μπαίνοντας ὁ ἄνθρωπος στήν Ἐκκλησία καί ἐφαρμόζοντας τό Χριστιανισμό δέν κάνει τίποτε ἄλλο, παρά νά ἀρχίζη νά λειτουργῆ σύμφωνα μέ τήν ἀληθινή του φύσι, μέ τόν ἀληθινό του προορισμό. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι μιά ἐπινόησι τοῦ Θεοῦ γιά νά βασανίζη τόν ἄνθρωπο, ἀλλά γιά νά τόν ἐπαναφέρη στήν σωστή του λειτουργία. Λειτουργώντας, ὅμως, σωστά, ξαναβρίσκει τήν ὑγεία του καί ἡ ὑγεία τόν ὁδηγεῖ στήν εὐτυχία. Ξαναχρησιμοποιεῖ τό σωστό κώδικα ἐπικοινωνίας καί ξανασυνδέεται μέ τούς γύρω του καί μέ τό Θεό. Ἔτσι βρίσκει τήν ὁλοκλήρωσί του. Γίνεται σῶος. Σώζεται.
Ἀλλά μέσα στό Χριστιανισμό ὁ ἄνθρωπος δέν σώζεται μόνο. Κάτι τέτοιο θά ἦταν μιά πολύ φτωχή φιλοδοξία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ ἄνθρωπος μέσα στόν Χριστιανισμό προχωρεῖ πέρα ἀπό τήν σωτηρία. Φθάνει στή θέωσι.
Σέ τελική, λοιπόν, ἀνάλυσι ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἕνας ὁδηγός γιά νά ξαναβρῆ ὁ ἄνθρωπος σέ τούτη κιόλας ἐδῶ τή γῆ τόν ἑαυτό του, νά ξανασυναντήση δημιουργικά τό διπλανό του, νά ξαναανακαλύψη τή χαμένη του σχέσι μέ τόν ὑλικό κόσμο, νά ξαναεπικοινωνήση σωστά μέ τό Θεό. Εἶναι ἀκόμη ἕνας ὁδηγός πού θά εἰσαγάγη τόν ἄνθρωπο στόν ναό τοῦ σύμπαντος γιά νά συλλειτουργήση μέ τό Θεό καί μαζί μέ ὅλες τίς ὑπάρξεις τῆς αἰωνιότητος καί τοῦ χρόνου τή λειτουργία τῆς τελικῆς κοινωνίας, ὅπου θά εἶναι “τά πάντα καί ἐν πᾶσι Θεός”»(περ. Ση, Μρ ᾽83, 32).
Διαβάζουμε: «“Ὁ κόσμος εἶναι φορτισμένος μέ τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ”, ἔγραψε ὁ ποιητής Gerard Manley Hopkins»(CM, 73).
  • Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς σημειώνει: «Ὁ κόσμος εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί ὁ ἄνθρωπος δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο»(ΑΤ).
  • Ὁ Alphonse de Lamartine γράφει γιά «τά χιλιάδες ἀριστουργήματα τῆς Δημιουργίας, τά ὁποῖα ὁ Θεός σκόρπισε παντοῦ, σάν νά ἤθελε νά παίξη μέ τίς ἀντιθέσεις, ἀλλά καί πού κρύβονται πολύ συχνά στίς ἀπρόσιτες κορυφές τῶν ἀπόκρημνων βουνῶν, στά σκοτάδια τῶν ἀπροσπέλαστων φαραγγιῶν ἤ στούς πιό ἐπικίνδυνους ὑφάλους τοῦ ὠκεανοῦ. Σάν κοσμήματα, τά ὁποῖα ἡ φύσι τά ἐπιδεικνύει φειδωλά λές καί τά φυλᾶ μονάχα γιά τά μάτια ἐκεῖνα πού εἶναι ἄξια νά τά εὐχαριστηθοῦν, γιά τίς ἁπλοϊκές καρδιές τῶν ὀρεσιβίων καί τῶν ψαράδων καί γιά τό γεμάτο εὐσέβεια στοχασμό τοῦ ποιητῆ ἤ τοῦ θρησκευόμενου ἀνθρώπου»(LA, 39).
  • Διαβάζουμε: «“Ἡ φύσι δέν μᾶς κρύβει τό Θεό, εἶναι ἡ πολύχρωμη ἔκφρασί Του”(Ρ. Νagaraja Rao, Contemporary Ιndian Ρhilosophy, Βharatya Vidya Βhavan, Βομβάη 1970, 58)»(ΒΔ, 397).
  • Ὁ Φιλίπ Σαρτιέ, δ/ντής τοῦ τμήματος βιοκλιματολογίας τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ἀγρονομικῶν Ἐρευνῶν, ἀποκαλύπτει: «Γιά ὅλη τή Γῆ, παράγεται κάθε χρόνο σ᾽ αὐτό τό τεράστιο “πράσινο ἐργοστάσιο” δέκα φορές σχεδόν ἡ ποσότητα κοιτασμάτων (πετρέλαιο, ἄνθρακας, ἀέρια κλπ.) πού καταναλίσκεται στόν κόσμο. Κι ἐπίσης, ἑκατό περίπου φορές ἡ ποσότητα τροφίμων πού ἀπαιτεῖται γιά τή σωστή διατροφή ὀκτώ δισεκατομμυρίων ἀνθρώπων»(Le Ρoint, στό: περ. Εκ, 2/8/79, 32).
Ὁ π. Ἰωήλ Γιαννακόπουλος σημειώνει: «Ὅπως λέει ὁ Oettli στό ἔργο του Der Kampf um Bibel und Babel, “ὁλόκληρος ὁ φανταστικός κόσμος τῶν ἐξωτικῶν φαντασμάτων, τά ὁποῖα ὑπάρχουν στούς κοσμογονικούς μύθους τῶν ἄλλων λαῶν, στήν κοσμογονία τῆς Βίβλου ἐξαφανίζεται. Μελετώντας κανείς τους κοσμογονικούς μύθους τῶν ἄλλων θρησκειῶν καί μετά εἰσερχόμενος στήν κοσμογονία τῆς Βίβλου αἰσθάνεται, ὅτι ἐξῆλθε ἀπό τά συγκεχυμένα φαντάσματα ἑνός ἀσθενοῦς πάσχοντος μέ ὑψηλό πυρετό στήν καθαρή ἀτμόσφαιρα τῆς καθαρῆς διανοήσεως καί νηφαλιότητος”»(ΓΙ, 414).
  • Ἐπισημαίνει ὁ Stuart Βurgess: «Μερικοί ἐξελικτικοί ἀναγνωρίζουν ὅτι ἡ παρουσία τοῦ ὡραίου ἀντιπροσωπεύει ἕνα ἰδιαιτέρως δύσκολο πρόβλημα γιά τή θεωρία τῆς ἐξελίξεως. Γιά παράδειγμα ὁ ἴδιος ὁ Δαρβίνος ἀναγνώριζε ὅτι τά λεπτά καλαίσθητα γνωρίσματα στά πουλιά ὅπως οἱ λεπτομέρειες τῆς οὐρᾶς τοῦ παγωνιοῦ εἶναι πολύ δύσκολο νά ἐξηγηθοῦν ἀπό τήν ἐξέλιξι. Ὁ Δαρβίνος εἶπε: “Πολλοί θά διακηρύξουν ὅτι εἶναι τελείως ἀπίστευτο ἕνα θηλυκό πουλί θά μποροῦσε νά ἐκτιμήση τίς ὡραῖες σκιάσεις καί τά ἐξαίσια σχέδια. Εἶναι ἀναμφίβολα ἕνα θαυμάσιο γεγονός πού μπορεῖ νά κατέχη αὐτή τήν αἴσθησι σέ σχεδόν ἀνθρώπινο βαθμό”(C. Darwin, Τhe Descent of Μan, ἐκδ. John Μurry, Λονδίνο 1871, σ. 412).
Ἡ οὐρά τοῦ παγωνιοῦ ἦταν ἕνα ἀπό τά πράγματα στή φύσι πού ἔμοιαζε νά δημιουργῆ ἀμφιβολίες στόν Charles Darwin ὡς πρός τήν ἐγκυρότητα τῆς θεωρίας του τῆς ἐξελίξεως.
Ὁ Darwin εἶπε κάποτε: “Ἡ ὄψι ἑνός φτεροῦ στήν οὐρά τοῦ παγωνιοῦ, ὅποτε τό παρατηρῶ, μέ ἀρρωσταίνει”(F. Darwin (ἐπιμ.), Τhe Life and Letters of Charles Darwin, τόμ. 2, ἐκδ. John Μurray, Λονδίνο 1887, σ. 296).
Ἡ Ηelen Cronin, μιά σύγχρονη ἐπιφανής συγγραφέας στή σεξουαλική ἐπιλογή, ἔχει ἀναγνωρίσει τή βασική ἀντίφασι ἀνάμεσα στήν ἐπιβίωσι τοῦ καταλληλότερου καί στή σεξουαλική ἐπιλογή: “Μέ τόν ἄλλο ἐπώνυμο ἥρωά μας, τό παγώνι, ἡ δυσκολία βρίσκεται στή μεγαλοπρεπῆ του οὐρά. Ἀψηφᾶ τή φυσική ἐπιλογή. Μακρυά ἀπό τό νά εἶναι ἱκανή, λειτουργική καί χρήσιμη, εἶναι ἐπιδεικτική, διακοσμητική, καί ἕνα βάρος γι᾽ αὐτόν πού τή φέρει. Καί οὐρές παγωνιῶν —στολίδια, χρώματα, τραγούδια, χοροί— ἀφθονοῦν σ᾽ ὅλο τό ζωϊκό βασίλειο, ἀπό τά ἔντομα ὥς τά ψάρια καί τά θηλαστικά”(Η. Cronin, Τhe Αnt and the Ρeacock, Cambridge University Ρress, Μ. Βρεταννία 1991, σ. 3).
Ἕνα ἀπό τά ἐξέχοντα, πρώτου ἐπιπέδου, βιβλία βιολογίας στό Ἡνωμένο Βασίλειο διδάσκει τούς μαθητές ὅτι ἡ σεξουαλική ἐπιλογή εἶναι ἕνα ἐπίμαχο θέμα: “Αὐτή ἡ διαδικασία λέγεται σεξουαλική ἐπιλογή. Ἡ σημασία της πρῶτα ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τό Δαρβίνο, μολονότι ἔχει γίνει ἕνα ἐπίμαχο θέμα ἔκτοτε”(Μ. Β. V. Roberts, Βiology, Α Functional Αpproach, ἐκδ. Νelson, σ. 613).
Ὁ John Μaynard Smith ἔκανε αὐτή τήν πολύ σημαντική παραδοχή σχετικά μέ τή δυσκολία τῆς θεωρίας τῆς σεξουαλικῆς ἐπιλογῆς: “Κανένα θέμα στήν ἐξελικτική βιολογία δέν παρουσίασε περισσότερες δυσκολίες [ἀπό τήν ὀμορφιά] γιά τούς θεωρητικούς”(J. Μaynard Smith, Τheories of Sexual Selection, ΤRΕΕ 6 (1991), 146-151).
Προσωπικά συμφωνῶ μ᾽ αὐτή τήν τελευταία τοποθέτησι. Ἡ παρουσία πρόσθετης ὀμορφιᾶς στόν κόσμο, παρουσιάζει ἕνα μεγάλο πρόβλημα γιά τήν ἐξέλιξι. Μόνο εὐφυές σχέδιο μπορεῖ νά ἐξηγήση τήν ὕπαρξι τῆς ὀμορφιᾶς γιά χάρι τῆς ὀμορφιᾶς»(SB, 92).
  • Ἐνῶ ὁ Δημόκριτος καί ἄλλοι θεωροῦσαν τά ἄτομα ἀδιαίρετα, ὁ Ἀπ. Πέτρος μᾶς μιλᾶ γιά τή διάσπασι τοῦ ἀτόμου: «Ἥξει δέ ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ἐν ᾗ οὐρανοί ῥοιζηδόν (: μέ τρομακτικό θόρυβο) παρελεύσονται,   στοιχεῖα δέ καυσούμενα λυθήσονται, καί γῆ καί τά ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται»(Β´ Πέτρ 3, 10).
Γράφει ὁ καθηγ. Στ. Σάκκος:
«“Δένει τό ἄτι του σέ κληματαριά
καί στά τέλεια της τό πουλάρι του”.
Τό κείμενο στόν πρῶτο στίχο ἐννοεῖ ἄλογο γεμάτο νιότη καί στό δεύτερο γαϊδούρι. Ἡ κληματαριά εἶναι εὐγενικό δεντρί, κάτι πού δύσκολα μεγαλώνει, εὔκολα καταστρέφεται, ὡραίους καρπούς κάνει, καλό ποτό δίνει· “ἕλικες” εἶναι τά τέλεια τῆς κληματαριᾶς, ἐκεῖνα τά σγουρά τά στριφογυρισμένα σύρματα πού βγάζει στίς κορυφές τῶν ἀκροβλάσταρων. Τί θέλει νά πῆ λέγοντας ὅτι ὁ μακρυνός ἐκεῖνος υἱός τοῦ Ἰούδα, ὁ Χριστός, θά δένη τό ἄλογό του στήν κληματαριά καί τό πουλάρι του στά τέλεια τῆς κληματαριᾶς; Οὔτε ὁ Χριστός ἦταν ποτέ του καβαλάρης καί ἱππότης, οὔτε συνηθιζόταν ποτέ νά δένουν οἱ ἄνθρωποι σ᾽ αὐτά τά πράγματα τό ἄλογο καί τό γαϊδούρι τους. Πολλοί ἑρμηνευτές χάνονται μές στίς πιό ἀπίθανες ἀλληγορίες. Νομίζω ὅτι τό νόημα εἶναι τό ἑξῆς. Καί σήμερα ὅταν θέλουμε νά ἐκφράσουμε μεγάλη στοργή καί ἀγάπη, μεγαλοπρέπεια καί πολυτέλεια, πλοῦτο καί δόξα, εὐγένεια καί ἀριστοκρατικότητα, λέμε ὅτι θά τόν ταΐσουμε κάποιον “τοῦ πουλιοῦ τό γάλα” ἤ “ἀηδονόγλωσσες” ἤ “σκωτάκι ἀπό καρδερίνα”, ὅτι “θά φυσοῦμε νά κάθεται”· τά δημοτικά τραγούδια λένε γιά τούς πολύ δοξασμένους ἄντρες τῆς παληᾶς ἐποχῆς ὅτι “καβάλα πᾶν στήν ἐκκλησιά”· ἤ ὅτι “καβάλα παίρνουν τ᾽ ἀντίδωρο ἀπ᾽ τοῦ παπᾶ τό χέρι”. Σέ αὐτή τή γλῶσσα μιλάει ἐδῶ κι ὁ Ἰακώβ. Βλέπει τό Χριστό, κάτι τό πρωτόφαντο, τό ἀσύληπτο, τό βασιλικό, τό εὐγενές, τό γεμάτο χαρά καί δόξα, κάτι τό ἀπερίγραπτο, καί μή μπορώντας ἀλλιῶς νά ἐκφράση αὐτό τό ὁποῖο βλέπει, μιλάει σ᾽ αὐτή τή γλῶσσα. Ὁ μεγάλος βασιλιᾶς, πού θά δένη τό ἄλογό του ὄχι σέ παλούκι, ἀλλά σέ κληματαριά, καί τό πουλάρι του στήν ἕλικα τῆς κληματαριᾶς, σέ ὅ,τι τρυφερότερο κι ἁπαλότερο ὑπάρχει, θέλει νά ἐκφράση τό ἄκρο ἄωτο τῆς βασιλικῆς πολυτέλειας. Μέ τό ἴδιο πνεῦμα καί στήν ἴδια γλῶσσα ἐξακολουθεῖ:
“Θά πλύνη στό κρασί τά ροῦχα του καί
στοῦ σταφυλιοῦ τό αἷμα τή φορεσιά του”.
Ὅπως τά θρυλικά πρόσωπα κάνουν τό μπάνιο τους μέσα στό γάλα ἤ πλένουν τά πόδια τους μέ κρασί, γιατί δέν καταδέχονται τό φτηνό νερό, δέν εἶναι τίποτε γι᾽ αὐτούς· ἔτσι κι ὁ μεγάλος Ἐκεῖνος βασιλιᾶς· θά πλύνη τή λαμπρή φορεσιά του στό κρασί.
“Λαμποκοποῦν τά μάτια του ἀπ᾽ τό κρασί,
τά δόντια του πιό ἄσπρα ἀπό τό γάλα”.
Στόν πρῶτο στίχο ἐννοεῖ τήν κατάστασι πρίν ἀπό τή μέθη, ὅταν ἔχη πιῆ κανείς μέτριο κρασί καί νοιώθει εὐχαριστημένος, ζωηρός, χαρούμενος, εὐδιάθετος· καί λάμπει τό μάτι του ἀπό εὐτυχία, γελάει τό πρόσωπό του. Ἔτσι βλέπει τό λυτρωτή Χριστό. Στό δεύτερο στίχο ἐννοεῖ τήν ὀμορφιά του καί τή νιότη του. Τά κάτασπρα δόντια εἶναι πάντοτε στοιχεῖο ὑγείας, νεότητος καί ὀμορφιᾶς. Τέτοιες ἐκφράσεις βρίσκει κανείς ἄφθονες στό Ἄσμα Ἀσμάτων, ὅπου ἐξυμνεῖται ἡ γυναικεία ὀμορφιά σάν ὀμορφιά τῆς ἐκκλησίας τῶν ἐθνῶν καί ἡ ἀντρική μεγαλοπρέπεια σάν μεγαλοπρέπεια καί ὀμορφιά τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης καί στά παληά δημοτικά τραγούδια. Ἕνας χωρικός καταλαβαίνει καλύτερα αὐτή τή γλῶσσα, γιατί ἡ χωριάτικη γλῶσσα εἶναι γεμάτη ἀπό τέτοιες ἐκφράσεις. Στά χωριά οἱ πλούσιοι τρῶνε μέ χρυσά κουτάλια, οἱ θυγατέρες τους ὅταν παντρεύωνται φοροῦν γιά στολίδια τό φεγγάρι καί τ᾽ ἀστέρια, τά παλλικάρια ὅταν παίζουν ρίχνουν βράχια ἴσα μέ λόφους, δένουν τό ἄλογό τους μέ χρυσή ἁλυσίδα σέ φιλντισένια παχνιά. Σέ μιά τέτοια γλῶσσα μιλάει κι ὁ Ἰακώβ, γιά νά ἐκφράση τό μεγαλεῖο τό ὁποῖο βλέπει. Αὐτή τή γλῶσσα δέν μπόρεσαν νά καταλάβουν πολλοί Ἰουδαῖοι στά χρόνια τοῦ Χριστοῦ κι ἔπλασαν μέ τή φαντασία τους ἕνα Μεσσία καβαλάρη, πολεμιστή κι ἐπίγειο βασιλιᾶ, καί τούς ἦταν ἀδύνατο νά παραδεχθοῦν, ὅτι ὁ φτωχός ἐργάτης τῆς Ναζαρέτ ἦταν ὁ βασιλιᾶς Ἐκεῖνος, γιά τόν Ὁποῖο μίλησε στή διαθήκη του ὁ Ἰακώβ ὅτι ἦταν ὁ “λέων τοῦ Ἰοῦδα”»(περ. Σο, Ἰλ-Αὔ 1983, 197).
° Σημειώνει, ἀκόμα, ὁ ἀείμνηστος καθηγητής: «Νομίζω ὅτι κάθε ἕνας πού διαβάζει αὐτή τήν ἱστορία καταλαμβάνεται ἀπό φρίκη. Αὐτό ἐκφράζει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος λέει γι᾽ αὐτό τό ἐπεισόδιο· “Μή τις… βέβηλος ὡς Ἡσαῦ, ὅς ἀντί βρώσεως μιᾶς (: ἑνός γεύματος) ἀπέδοτο τά πρωτοτόκια αὐτοῦ. Ἴστε (: γνωρίζετε) γάρ ὅτι καί μετέπειτα, θέλων κληρονομῆσαι τήν εὐλογίαν, ἀπεδοκιμάσθη· μετανοίας γάρ τόπον οὐχ εὗρε, καίπερ μετά δακρύων ἐκζητήσας αὐτήν”(Ἑβρ 12, 16-17). Πολύ σκληρά τιμωρήθηκε ὁ Ἡσαῦ, γιατί τό ἁμάρτημά του ἦταν βεβήλωσι καί βλασφημία. Καί βεβήλωσι εἶναι τό ὅτι πῆρε τά πρωτοτόκια γιά φτηνό πρᾶγμα, καί κοίταζε μόνο τό ὑλικό τους μέρος. Καμμιά προσήλωσι στίς ἐπαγγελίες, καμμιά πίστι στίς προσδοκίες τοῦ μακρυνοῦ μέλλοντος πού τούς ἄνοιγε ὁ Θεός. Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό βρωμερότερο καί αἰσχρότερο ἁμάρτημα, πιό αἰσχρό κι ἀπό τά φονικά κι ἀπό τά σαρκικά καί ἀπό τά παρά φύσιν, καί ἀπό τήν ἀπάτη, καί ἀπό τήν ὑποκρισία, εἶναι ἡ ἀπιστία. Αὐτή εἶναι ἡ ἀνίατη βλασφημία, ἡ κατάστασι ὅπου κανείς δέν βρίσκει “τόπον μετανοίας”, ὅπως ὁ Ἡσαῦ. Αὐτή εἶναι ἡ προδοσία τῶν ὁσίων, ἐνῶ τά ἄλλα ὅλα εἶναι οἰκτρές συνέπειες.
Στό κεφάλαιο ἐκεῖνο πού ἔλεγε πῶς ὁ Ἡσαῦ πούλησε τά πρωτοτόκια του στόν Ἰακώβ, φαινόταν πολύ σκληρό νά χάση τά πρωτοτόκια γιά μιά μικρολεπτομέρεια, καί πολύ ἄδικο ἐκ μέρους τοῦ Ἰακώβ νά ἐκμεταλλευθῆ μιά στιγμή ἀδυναμίας τοῦ ἀδερφοῦ του καί νά τοῦ πουλήση ἕνα πιάτο φακῆς μέ τήν πιό φοβερή μαύρη ἀγορά. Ἐδῶ δέ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἰακώβ φαίνεται πέρα γιά πέρα ἀπατεωνία, καί ὁ Ἡσαῦ ἐμφανίζεται θῦμα πού δέν ἔφταιξε σέ τίποτε. Ἐντούτοις ὅλα τά ἀληθινά δίκαια εἶναι μέ τόν Ἰακώβ, ἐνῶ ὁ Ἡσαῦ ἔχει ὅλα τά ἄδικα. Δέν πρόκειται γιά τίς δύο λεπτομέρειες τῆς ζωῆς του, γιατί αὐτές εἶναι μόνο δείγματα· πρόκειται γιά ὅλη τή ζωή του πού ἦταν βέβηλη· ζωή ἀνθρώπου πού δέν πιστεύει, πού καταφρονεῖ τά πνευματικά. Νά π.χ. ἄλλο, πολύ μεγαλύτερο, δεῖγμα αὐτῆς τῆς ἀπιστίας του εἶναι ὅτι πῆρε γυναῖκες Χετταῖες, καί ὅτι τίς ἀνεχόταν νά πικραίνουν συνεχῶς τούς γονεῖς του, πού ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
Ὅσο γιά τό γεγονός τῆς εὐλογίας, εἶναι ἀπό τά θαυμασιώτερα στή Γραφή. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἰσαάκ νά δώση τά πρωτοτόκια στό φυσικό πρωτότοκο, καί ἡ πανούργα συνεργασία τῆς Ρεβέκκας στήν ἀπάτη τοῦ πτερνιστοῦ Ἰακώβ, ξεκινοῦν ἀπό δύο διαφορετικούς κόσμους. Ὁ Ἰσαάκ, κάτοχος τῆς εὐλογίας καί τῶν ἐπαγγελιῶν πού πρωτοδόθηκαν στόν Ἀβραάμ, ἐννοεῖ νά παραδώση αὐτό τό σκῆπτρο στό φυσικό πρωτότοκο, σύμφωνα μέ τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Ὁ Θεός, ὁ ἀρχικός χορηγός τῆς παρακαταθήκης, τήν ἔδωσε κιόλας σέ αὐτόν πού λαχταροῦσε νά τήν ἀγοράση, καί τήν ἀφήρεσε ἀπ᾽ αὐτόν πού τήν πούλησε ὅσο-ὅσο γιατί οὔτε τήν ἐκτίμησε οὔτε τήν πίστεψε. Ἡ Ρεβέκκα στή δολοπλοκία της δέν κινεῖται μόνο ἀπό τήν ἰδιαίτερη ἀγάπη στό μικρότερο γυιό της καί βοηθό της. Κινεῖται περισσότερο ἀπό ἐντολές καί προρρήσεις τοῦ Θεοῦ. Διότι αὐτή ἔζησε τά λακτίσματα καί τήν πάλη ἐκείνη τῶν ἐμβρύων της στή διάρκεια τῆς ἐγκυμοσύνης της· αὐτή ἔπειτα ἔμαθε ἀπό τόν Κύριο ὅτι ὁ μεγαλύτερος θά γίνη ὑπόδουλος τοῦ μικροτέρου, κι ὅτι ὁ Θεός ἐκλέγει τό μικρότερο. Αὐτή κατάλαβε τί σήμαινε στήν ὥρα τοῦ τοκετοῦ της τό δεύτερο ἀπό τά δίδυμα νά πιάνη τή φτέρνα τοῦ πρώτου, κι αὐτή ἤξερε γιατί τόν ὀνόμασε ἀπό τότε Πτερνιστή, δηλαδή Ἰακώβ. Αὐτή ἀσφαλῶς πίστευε στό πνευματικό στοιχεῖο τῶν πρωτοτοκίων, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκε τόσο νά τά ἀποκτήση ὁ γυιός τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε, κι αὐτή θά ἤξερε πόσο εὔκολα τά πούλησε ὁ Ἡσαῦ, καί πῶς τά ἀγόρασε ὁ Ἰακώβ. Ὅταν μηχανορραφοῦσε γιά τήν ἐξαπάτησι τοῦ Ἰσαάκ, εἶχε τή συνείδησι καί τήν πληροφορία, ὅτι βοηθάει τόν Ἰακώβ νά κλέψη κάτι πού τοῦ ἀνῆκε ἀπό καιρό σύμφωνα μέ τή θεία δικαιοσύνη, ἀλλά πού τοῦ τό εἶχε ἁρπάξει ὁ Ἡσαῦ σύμφωνα μέ τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Ἡ δέ τύφλωσι τοῦ Ἰσαάκ ἦταν στό σχέδιο τῆς θείας προνοίας, γιά νά μπορέση ὁ Ἰακώβ νά πάρη αὐτό πού τοῦ ἀνῆκε.
Τό ψέμα πού μεταχειρίσθηκε ὁ Ἰακώβ στόν πατέρα του καί μέ λόγια καί μέ ἔργα, εἶναι κάτι τό ἀνεξήγητο μέ τήν ἀνθρώπινη λογική καί ἀπαράδεκτο γιά τήν ἀνθρώπινη ἠθική. Τή δικαιοσύνη αὐτῆς τῆς ἐνεργείας, ὅταν τήν ἀτενίζη ἕνας πνευματικός ἄνθρωπος, ἐκεῖνο πού νοιώθει ζωηρά εἶναι ὅτι εἶναι θαυμάσιο νά τήν κατανοήση καί ἐπικίνδυνο νά τήν ἐξηγήση στούς ἄλλους. Ἐπικίνδυνο γιατί ἡ ὀρθή κατανόησι αὐτῆς τῆς ἀληθείας ἀπόκειται μόνο στήν ἀγαθή συνείδησι καί προαίρεσι καί στή σοφία πού ἔχει σχέσι μέ αὐτές καί δέν πιάνεται καθόλου μέ τήν ἀνθρώπινη λογική καί σοφία, ὅσο μεγάλη σοφία κι ἄν εἶναι, ἀλλά καί πολύ εὔκολα παρεξηγεῖται…
Ἐδῶ συγκεκριμένα ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ, πού εἶχαν σάν παρακαταθήκη ὁ Ἀβραάμ καί ὁ Ἰσαάκ, ἀνήκει σ᾽ αὐτόν πού τήν πιστεύει. Ἡ ἀνθρώπινη, ὅμως, δικαιοσύνη, πού εἶναι μιά συνθήκη κι ἕνα ψέμα, τήν ἐπιδίκαζε στό φυσικό πρωτότοκο μέ τά νομικά προνόμια. Ὁ πιστός Ἰακώβ, πού ἦταν ὁ γνήσιος δικαιοῦχος τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ, δικαιοῦνταν νά πάρη τό κτῆμα του αὐτό ἀπό τά χέρια τοῦ Ἡσαῦ μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, γιατί στά χέρια τοῦ Ἡσαῦ ἦταν κλοπιμαῖο ἀντικείμενο. Ἄν δῶ δικό μου πρᾶγμα κλεμμένο νά βρίσκεται στό σπίτι τοῦ ἄλλου, καί δέν ὑπάρχη τρόπος νά τό πάρω ἀλλιῶς, εἶμαι ἀθῶος ἄν τό κλέψω καί τό ξαναφέρω στή θέσι του. Ἄν ζοῦσε ὁ Ἀβραάμ πού ἤξερε πῶς κέρδισε αὐτή τήν ἐπαγγελία, κι ἄν διέβλεπε τήν πίστι του ἐκείνη νά ξαναφλογίζη στήν καρδιά τοῦ ἐγγόνου του Ἰακώβ, θά ἔδινε τά πρωτοτόκια στόν Ἰακώβ. Τό ἴδιο θά ἔκανε καί ὁ Ἰσαάκ ἄν μποροῦσε νά δῆ τίς καρδιές τῶν δύο γυιῶν του. Καί θά θεωροῦσε ἀπάτη τό ὅτι ὁ φυσικός πρωτότοκός του ἀπό τή μιά ἔπαψε νά πιστεύη στήν ἐπαγγελία, κι ἀπ᾽ τήν ἄλλη εἶχε τήν ἀπαίτησι νά πάρη αὐτός τήν εὐλογία, ἐπειδή γεννήθηκε ἕνα δευτερόλεπτο πρωτύτερα. Ἀλλά κι ἄν αὐτός δέν ἔβλεπε οὔτε τίς καρδιές οὔτε τό πρόσωπο τῶν γυιῶν του, ἔβλεπε καλά τό Πνεῦμα πού λαλοῦσε μέ τό στόμα του. Ὁ Ἰσαάκ σάν ἄνθρωπος ἔπεσε θῦμα στό ψέμα τοῦ Ἰακώβ, ἀλλά σάν προφήτης μ᾽ αὐτό τό δῆθεν ψέμα γλύτωσε ἀπό ἕνα φοβερό λάθος, ὅπου θά τόν ἔρριχνε ἡ ψεύτικη ζωή τοῦ Ἡσαῦ. Ὁ Ἰακώβ ἦταν ἔνοχος ἀπέναντι στόν πατέρα του, γιατί τόν ἐξαπάτησε μέ ψέμα ρητό καί ἔμπρακτο, ἀλλά ἀπέναντι στό Θεό ἦταν εἰλικρινής και δίκαιος καί θαυμαστός. Ἔπαιρνε τήν ἐπαγγελία, γιατί πίστευε σέ αὐτήν. Τό νά τήν πάρη ὁ Ἡσαῦ πού δέν τήν πίστευε ἦταν ἀπάτη.
Ἀλλά τῆς ἀληθείας αὐτῆς καί τῆς δικαιοσύνης μάρτυρας δέν ἦταν μόνο ἡ συνείδησί του. Ἦταν καί ἡ πληροφορία τοῦ Θεοῦ, πού ἐρχόταν ἔξω ἀπό τή συνείδησι καί συμφωνοῦσε μαζί της. Εἶναι ἡ συνείδησι φυτεμένη ἀπ᾽ τό Θεό καί ἐκπρόσωπός Του μέσα μας· ἀλλά εἶναι ἀνεπαρκής μάρτυρας, γιατί κανείς δέν ξέρει ἄν τήν ἔχουμε στρεβλώσει ἤ στραγγαλίσει, καί ἀντί γιά τή συνείδησι αὐτό πού λαλεῖ μέσα μας εἶναι οἱ ἐπιθυμίες μας ἤ καί ὁ διάβολος. Οὔτε κατέχει ἡ συνείδησι, ἔστω καί ἡ ἀδιάφθορη, τό σύνολο τῆς ἀποκαλύψεως. Πρέπει νά τή συνοδεύη καί ἡ ἐξωτερική πληροφορία, νά συμμαρτυρῆ τό Πνεῦμα. Κι ἐδῶ συμμαρτυρεῖ μέ τό στόμα τοῦ Ἰσαάκ.
Δέν εἶναι ἀνίσχυρος ὁ Θεός ὥστε νά Τοῦ ξεφύγη ἡ ἐπαγγελία Του σέ χέρια τά ὁποῖα Αὐτός δέν θέλει. Δέν ἦταν δυνατόν αὐτή τήν ἐπαγγελία πού δέν τήν ἔδινε οὔτε στόν ἀγαπητό του Ἀβραάμ γιά χρόνια πολλά, μέχρι νά ἐπιδείξη τήν πίστι τήν ὁποία ἔδειξε, αὐτή νά τοῦ τήν πάρη ἕνας, χωρίς τό πανίσχυρο θέλημά Του. Κι ὁ Ἰσαάκ, ὅσο κι ἄν ἀγάπησε τόν Ἡσαῦ, ὅσο κι ἄν ράγισαν τά σπλάγχνα του μέ τή δύσκολη θέσι τοῦ Ἡσαῦ, δέν μπόρεσε νά δώση τήν εὐλογία του σέ αὐτόν… Δέν ἔλεγε ὅ,τι ἤθελε ἀλλά ὅ,τι ὑπαγόρευε τό Πνεῦμα τό ἅγιο. Αὐτός σάν ἄνθρωπος καί σάν φυσικός πατέρας ἤθελε τά ἀντίθετα· σάν ἀγωγός, ὅμως, τῆς θεόπνευστης εὐλογίας ἔλεγε ἐκεῖνα τά ὁποῖα δέν ἤθελε. Ἡ εὐλογία ἐρχόταν κατ᾽ εὐθεῖαν ἀπό τό Θεό καί κατευθυνόταν σέ ἐκεῖνον τόν ὁποῖο ἤθελε ὁ Θεός· ὁ Ἰσαάκ ἦταν ἀνίσχυρος νά τῆς ἀλλάξη τήν κατεύθυνσι. Τά ἀνθρώπινά του συναισθήματα στρώθηκαν κάτω ἀπό τόν ὁδοστρωτῆρα τῆς θεοπνευστίας, καί ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη κάμφθηκε κάτω ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού τό τράβηξε πρός τό μέρος της ἡ πίστι τοῦ Ἰακώβ.
Καί ὁ μέν Ἰακώβ ἀποσύρθηκε ἥσυχος, χωρίς νά ἔχη τή συνείδησι τοῦ ἁρπαγμοῦ, ἀλλά σάν ἄνθρωπος πού κρατεῖ αὐτό πού τοῦ ἀνήκει· ὁ δέ Ἡσαῦ, ὁ “πρωτότοκος”, προσπαθεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων νά ἁρπάξη τήν εὐλογία μέ τό ζόρι· καί τή ζητεῖ μέ φωνή ὁργῆς καί πικρίας, τή βλέπει σάν ἁρπαγμό… Τό ὅτι ὁ Θεός, πού δέν ἦταν τυφλός σάν τόν Ἰσαάκ, ἔδωσε τήν εὐλογία Του στόν Ἰακώβ, εἶναι ἡ συμμαρτυρία τοῦ Πνεύματος στήν καθαρή συνείδησι τοῦ Ἰακώβ. Ἀντίθετα ὁ Ἡσαῦ, γιά τόν ὁποῖο ὁ Θεός δέν συμμαρτυρεῖ καλά πράγματα, εἶχε τή συνείδησί του τόσο σκοτισμένη, ὥστε δέν κατάλαβε ὅτι αὐτή ἡ εὐλογία εἶναι τά πρωτοτόκια τά ὁποῖα πούλησε κάποτε, κι ὄχι ἡ πατρική περιουσία. Γιατί εἶπε· “Καλά τόν εἶπαν Ἰακώβ (δηλαδή Πτερνιστή, τρικλοποδιστή)· δεύτερη φορά εἶναι πού μοῦ βάζει τρικλοποδιά· τήν μία μοῦ πῆρε ὅσο-ὅσο τά πρωτοτόκια, τήν ἄλλη μοῦ πῆρε καί τήν εὐλογία”. Δέν ἔβλεπε ὅτι αὐτή ἡ εὐλογία εἶναι τά πρωτοτόκια. Οὔτε ἔβλεπε στό μακρυνό μέλλον. Ἄν κανείς τήν ὥρα ἐκείνη τοῦ ἔλεγε ὅτι καί ἡ ἕτοιμη περιουσία καί ἡ πρόσκαιρη προκοπή στά ὑλικά, ὅσο ζῆ αὐτός, θά εἶναι δικά του, θά ἡσύχαζε, καί θά γελοῦσε μέ τίς ἀνόητες γι᾽ αὐτόν ἐνέργειες τοῦ Ἰακώβ. Ὅπως καί τά εἶδε αὐτά μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου, καί ἡσύχασε· μιά ἡσυχία πού μύριζε θάνατο. Ὅ,τι θεωροῦσε αὐτός σάν πρωτοτόκια καί εὐλογία, ὅλα τά πῆρε αὐτός. Ὁ Ἰακώβ δέν πῆρε ποτέ του οὔτε βελόνα. Λοιπόν καί κατά τή νοοτροπία του δέν ἀδικήθηκε. Ὁ Ἰακώβ πῆρε κάτι πού ὁ Ἡσαῦ ποτέ του δέν τό πίστεψε, οὔτε τό ζήλεψε. Προσωρινά μόνο ταρασσόταν, γιατί νόμιζε ὅτι θά χάση αὐτά τά ὁποῖα αὐτός θεωροῦσε πρωτοτόκια.
Στόν Ἀβραάμ φάνηκε ἡ δύναμι τῆς πίστεως· στόν Ἰακώβ φάνηκε ἡ εὑελιξία της καί ἡ ἐλευθερία της. Μέ ἄλλη δοκιμασία ὁ Θεός ἀνέδειξε τήν πίστι τοῦ Ἀβραάμ, καί μέ ἄλλη τήν πίστι τοῦ Ἰακώβ. Ὑπάρχουν στιγμές κατά τίς ὁποῖες ἡ πίστι δοκιμάζεται ὁλοφάνερα, π.χ. ἄν μᾶς ζητήσουν ἀπερίφρασα νά ἀρνηθοῦμε τό Χριστό· τότε ὅλοι καταλαβαίνουν ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νά δείξουμε τήν πίστι μας, ὅτι κρινόμασθε. Τέτοιου εἴδους ἦταν ἡ δοκιμασία τοῦ Ἀβραάμ. Τόν καλοῦσε ὁ Θεός νά ἐγκαταλείψη τό σπίτι του, τοῦ ζητοῦσε νά σφάξη τό γυιό του. Ὑπάρχουν καί στιγμές κατά τίς ὁποῖες ἡ πίστι κρίνεται χωρίς κανένα κόστος, πολύ μυστικά, ἔτσι πού οἱ κρινόμενοι νά μήν ἀντιλαμβάνωνται, ἀλλά νά ἀντιδροῦν τελείως αὐθόρμητα κι ἐλεύθερα. Τέτοιου εἴδους ἦταν ἡ δοκιμασία τῶν δύο γυιῶν τοῦ Ἰσαάκ. Τί θά ἔχανε ὁ Ἡσαῦ, ἄν, μαζί μέ τά κοπάδια καί τήν εὐλογία τῆς ἐπίγειας προκοπῆς, πίστευε ὅτι στά πρωτοτόκια μεγάλη ἀξία ἔχει καί ἡ ἐπαγγελία νά εὐλογηθοῦν μέ τό σπέρμα του ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς; Καί τί κέρδισε ὁ Ἰακώβ, ὅσο ζοῦσε, πού πίστεψε στήν ἐπαγγελία αὐτή; Οὔτε ὁ ἕνας ἔχασε, οὔτε ὁ ἄλλος κέρδισε τίποτε. Κι, ὅμως, ὁ ἕνας ἀδιαφόρησε κι ὁ ἄλλος σκίρτησε γιά τήν ἐπαγγελία. Δοκιμάσθηκε ἡ πίστι τους ἀδάπανα, ἀλλά πολύ μυστικά· καί γι᾽ αὐτό πολύ ἐλεύθερα. Κρίθηκε ἀλλιῶς ἡ πίστι τοῦ Ἀβραάμ κι ἀλλιῶς τοῦ Ἰακώβ, διότι ἡ δικαίωσι τοῦ Ἀβραάμ ἦταν πιά γνωστή στόν ἐγγονό του Ἰακώβ. Δέν εἶχε καμμιά ἀξία πλέον νά κριθῆ ἡ πίστι του μέ τόν τρόπο τόν παληό καί τό γνωστό. Ὅπως π.χ. σώθηκε μέ τό “Μνήσθητί μου, Κύριε ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου” μόνο ὁ ληστής, κι ὄχι κανείς ἄλλος ἔπειτα, γιατί μόνο ὁ ληστής ἔβλεπε κάθε ἄλλο παρά βασιλιᾶ πάνω στό διπλανό σταυρό του, ἐνῶ ἔπειτα ὅλοι εἴδαμε τό Χριστό βασιλιᾶ»(περ. Σο, Φ 1982, 36).
° Ὁ καθηγ. Στ. Σάκκος διαλευκαίνει: «Ὅσοι εἶναι ἀπό χωριά καταλαβαίνουν τί νόημα ἔχει τό ὅτι ὁ Ἰακώβ ζήτησε γιά μισθό ἀπό τό Λάβαν τά ἄσπρα καί παρδαλά γίδια καί τά μαῦρα καί παρδαλά πρόβατα, καί γιατί ὁ Λάβαν δέχθηκε τήν πρότασι τοῦ γαμπροῦ του εὐχαρίστως. Ξέρουν δηλαδή οἱ χωρικοί, ὅτι τά πρόβατα εἶναι 95% ἄσπρα, καί τά γίδια εἶναι 95% μαῦρα. Τά μαῦρα πρόβατα καί τά ἄσπρα γίδια εἶναι ἕνα μικρό ποσοστό· ἐπίσης καί τά παρδαλά πρόβατα καί γίδια εἶναι μικρό ποσοστό. Μόλις κάνουν ὅλα-ὅλα τά 5%. Αὐτά ζήτησε ὁ Ἰακώβ, κι αὐτά τοῦ ἔδωσε γεμᾶτος ἱκανοποίησι ὁ Λάβαν. Ἡ συμφωνία ἦταν ὅτι ὅσα χρόνια θά δουλεύη ὁ Ἰακώβ ἀπό τά 14 καί πέρα, τά ἄσπρα καί παρδαλά γίδια καί μαῦρα καί παρδαλά πρόβατα, πού θά γεννιῶνται, θά εἶναι δικά του.
Τό τέχνασμα τοῦ Ἰακώβ μέ τίς παρδαλές βέργες παρεξηγήθηκε, καί δημιουργήθηκε ἔτσι ἀπό τά πρῶτα βυζαντινά χρόνια μιά λαϊκή πρόληψι, πού διαδίδεται ἀκόμη. Νομίζουν οἱ προληπτικοί, ὅτι τήν ὥρα τῆς συνουσίας, ὅ,τι χρῶμα βλέπει τό θηλυκό, τέτοιο χρῶμα θά ἔχη τό νεογνό του. Αὐτό βέβαια εἶναι ψέμα καί πλάνη. Ἐδῶ στήν ἁγία Γραφή τό τέχνασμα ἔχει τό ἑξῆς νόημα. Τά πρόβατα καί προπαντός τά γίδια, μάλιστα ὅταν εἶναι μισοάγρια, ὅπως εἶναι στά κοπάδια, καί ὄχι ἐντελῶς ἥμερα ὅπως εἶναι τά σπιτίσια, ἔχουν τήν τάσι νά πηγαίνουν νά στέκωνται σ᾽ ἕνα περιβάλλον πού νά μοιάζη κάπως μέ τό χρῶμα τους, νά ἔρχεται κάπως ἀσορτί. Εἶναι αὐτό μιά τάσι ὅλων τῶν ζώων νά καμουφλάρωνται, πού διατηρεῖται σέ ἀρκετό βαθμό καί στά ζῶα τῶν κοπαδιῶν. Θά ἔχουμε δεῖ πολλοί τά ἄγρια γίδια πόσο χαρακτηριστικά προτιμοῦν νά στέκωνται πάνω στά μαυριδερά βράχια. Ὁ Ἰακώβ στολίζοντας τό περιβάλλον στίς ποτίστρες μέ παρδαλές βέργες καί κάνοντας, ὅλη τήν περιοχή, ὅπως λένε, σακάρα, πετύχαινε νά πλησιάζουν οἱ παρδαλοί τράγοι καί κριοί, καί νά ἀπομακρύνωνται οἱ ἄλλοι. Ἐνῶ δηλαδή οἱ ἄλλοι, μόλις ἔπιναν νερό, ἔφευγαν, οἱ παρδαλοί μετά τό πότισμα ἀρέσκονταν νά κοντοστέκωνται κοντά στίς παρδαλές βέργες. Ἐκεῖ, ὅπως ξέρουν ὅσοι ξέρουν ἀπ᾽ αὐτά, βρίσκουν συνήθως εὐκαιρία τά ἀρσενικά νά ἀνεβαίνουν στά θηλυκά, ὅταν εἶναι ὁ καιρός τους. Ὁ Θεός ἐπιπλέον ἐξωθοῦσε τούς τράγους καί τούς κριούς νά ὑποτάσσωνται περισσότερο σ᾽ αὐτή τή φυσική τους τάσι, καί ἐπιπλέον μεριμνοῦσε τῶν παρδαλῶν γονέων νά ὑπερισχύουν κατά τήν ἐγκυμοσύνη τά γονίδια πού ἔδιναν ἄσπρα ἤ παρδαλά γίδια καί μαῦρα ἤ παρδαλά πρόβατα. Αὐτό τό νόημα ἔχουν τό ἀποκαλυπτικό ὄνειρο καί τά λόγια τοῦ ἀγγέλου.
Ἐδῶ θά ἦταν καλό νά κάνουμε μιά σύγκρισι ἀνάμεσα στά θεῖα καί ἀποκαλυπτικά ὄνειρα καί στά σατανικά ὄνειρα ἤ ὁράματα, ἐπειδή οἱ ψευτοαποκαλύψεις καί τά σατανικά ὄνειρα εἶναι πολύ τῆς μόδας στόν καιρό μας. Ἔχουν μερικοί γιά ἀπόδειξι ὅτι τά ὄνειρα και ὁράματά τους εἶναι θεῖα καί ἅγια, τό ὅτι δείχνουν ἅγια πρόσωπα καί θεῖες καταστάσεις. Ἄν ἔβλεπαν ἄσχημο ἤ ἄσεμνο ὄνειρο, τότε θά ἦταν σατανικό· ἔτσι νομίζουν. Οἱ ταλαίπωροι δέν ξέρουν ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά βρῆ τό κριτήριο τῶν θείων καί τῶν σατανικῶν ὀνείρων. Ποιό ἀπό τά δύο θά ἦταν π.χ. θεῖο ὄνειρο, τό νά δῆ κανείς τόν προφήτη Ἡσαΐα ἤ τόν Ἰωάννη τό βαπτιστή, ἤ νά δῆ ἕναν τράγο νά συνουσιάζεται μέ μιά γίδα; Ἕνας ψευτοοραματιστής θά ἦταν βέβαιος ἑκατό τοῖς ἑκατό, ὅτι τό θεῖο ὄνειρο εἶναι νά δῆς τόν ἅγιο Ἡσαΐα, ἐνῶ τό ἄλλο μέ τόν τράγο εἶναι ὄνειρο ἀσελγείας και σατανικό. Καί, ὅμως, ἡ μάντισσα πού εἶδε γιά λογαριασμό τοῦ Σαούλ τόν ἁγιώτατο προφήτη Σαμουήλ, εἶδε ὅραμα σατανικό, καί ὁ δῆθεν Σαμουήλ ἦταν ὁ σατανᾶς (Α´ Βασ 28, 7-20)· ἐνῶ ὁ Ἰακώβ πού εἶδε τούς τράγους νά ἀνεβαίνουν στίς γίδες, εἶδε ὄνειρο θεόσταλτο, πού ἦταν ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ! Αὐτά, γιά νά ξέρουν οἱ ἀνόητοι ὁραματιστές, ὅτι εἶναι ἀνίκανοι νά ξεχωρίσουν τό ἅγιο ἀπό τό βέβηλο, καί τό θεῖο ἀπ᾽ τό σατανικό»(περ. Σο,  Μά 1982, 139· βλ. καί: ΙΤ, 54, 56· ΛΛ, 129, 146).
Τό 1971 ὁ ἀστροναύτης «Stuart Roosa πίστευε πώς θά ἦταν τό ἴδιο καλά προετοιμασμένος καί γιά τή Σελήνη, ὡστόσο δέν περίμενε μέ τίποτε τό θέαμα τό ὁποῖο ἀντίκρυσε λίγο πρίν ἀπό τήν εἴσοδο στή σεληνιακή τροχιά, ὅταν ἕνα ἰσχνό, ἀλλά τεράστιο μισοφέγγαρο φάνηκε στά παράθυρα τοῦ διαστημοπλοίου. Ἐντελῶς τυχαία, ἐκείνη τή στιγμή ἀπό τό μαγνητόφωνο ἀκουγόταν ἕνας ἀπό τούς ἀγαπημένους του ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ἡ καλύτερη μουσική ὑπόκρουσι πού θά μποροῦσε ποτέ νά φαντασθῆ:
“Ὅταν μέ δέος ἀναλογίζομαι
τά ἔργα τῶν χειρῶν Σου
τά ἄστρα καί τό δυνατό κεραυνό
τή δύναμί Σου πού μαρτυράει τό Σύμπαν
τότε ἡ καρδιά μου ψέλνει, Θεέ καί Σωτήρα μου,
Κύριε, τό μεγαλεῖο Σου!”»(AC, 422).
  • Διαβάζουμε: «Ὁ ἱ. Αὐγουστίνος, θαυμάζοντας τή συνεχῆ, τήν ἀδιάλειπτη διαδοχή τῶν εἰδῶν τοῦ φυτικοῦ καί ζωϊκοῦ κόσμου, λέει ἀποφθεγματικῶς: “Conservatio continua creatio est”, δηλαδή, ἡ συντήρησι εἶναι συνεχής δημιουργία»(ΚΘ, 114).
  • Διαβάζουμε: «Θυμᾶμαι στά γυμνασιακά μου χρόνια ἕνα καθηγητή πού συχνά μᾶς ἔλεγε: “Τό ἀνθρώπινο ἔργο, ὅταν τό θεωρῆς καί τό ἐξετάζης, μήν τό πλησιάζεις πολύ. Ὅσο πιό πολύ τό πλησιάζεις, τόσο περισσότερο διακρίνεις τίς ἀτέλειές του. Μά δέν συμβαίνει τό ἴδιο μέ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Αὐτά, ὅσο περισσότερο τά πλησιάζεις, τόσο περισσότερο τά θαυμάζεις ἀνακαλύπτοντας τήν τελειότητά τους”»(Ζ. Παπακωνσταντίνου).
HI MY FRIENDS....!!!!
MY HEART SITES - ΤΑ SITES ΜΟΥ:




GOOGLE PLUS
WELCOME MY FRIENDS....!!