Για πληροφορίες και ερωτήσεις γράψτε μας στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: akhs1914@hotmail.com
Ελάτε να γίνουμε φίλοι στο Face Book _ Κάντε αίτημα φιλίας στο Face Book εδώ: www.facebook.com/Kosmas.Agrinio

ΜΗ ΕΠΙΠΕΔΗ & ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΓΗ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΥ‏



ΜΗ ΕΠΙΠΕΔΗ ΚΑΙ ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΓΗ

Ἀπό τό νέο αντιεξελικτικό βιβλίοτοῦ Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστωφ, Φυσικού

ΓΙΑΤΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΕΤΩ ΤΗ ΒΙΒΛΙΟ

τηλ. ἐπικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΜΗ ΕΠΙΠΕΔΗ ΚΑΙ ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΓΗ

Πάρα πολλές φορές οἱ ἄθεοι προσάπτουν στή Βίβλο τό ὅτι ἡ γῆ εἶναι ἐπίπεδη καί ἀκίνητη. Ποτέ, ὅμως, αὐτή δέν δίδαξε τέτοια ἀνόητα πράγματα. Ἀντιθέτως· χωρίς νά εἶναι εἰδικό ἐπιστημονικό βιβλίο, περιλαμβάνει γιά τό θέμα αὐτό πραγματικά διαμαντάκια πού ἐκπλήττουν τό νοῦ κάθε καλοπροαίρετου.
Ὡς πρός τήν ἐπιπεδότητα
Ἔχουμε ἕνα θαυμάσιο χωρίο στή Βίβλο: «Ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ρῆμα (: διακηρύττει λόγο), καί νύξ νυκτί ἀναγγέλλει γνῶσιν»(Ψ 18, 3). Ποῦ ἔγκειται ὁ θαυμασμός; Στό ὅτι αὐτό ὑποδηλώνει τή μή ἐπιπεδότητα τῆς γῆς.
Πῶς τεκμηριώνεται αὐτό; Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἡ γῆ εἶναι ἐπίπεδη. Σέ μιά τέτοια περίπτωσι, ὅταν ἡ πάνω ἐπιφάνειά της λούζεται στό ἡλιακό φῶς, τότε φωτίζεται ὅλη καί ὑπάρχει μία ἡμέρα παντοῦ, ἐνῶ ὅλη ἡ κάτω ἐπιφάνεια τῆς γῆς ἔχει νύκτα. Στήν περίπτωσι αὐτή τό παραπάνω χωρίο τῆς Βίβλου δέν ἀνταποκρίνεται στήν ἀλήθεια: ἡ μέρα ἐδῶ μιλᾶ στή νύκτα καί ὄχι σέ ἄλλη μέρα, διότι αὐτήν συναντᾶ.
Ἄν θεωρήσουμε, ὅμως, τή γῆ μή ἐπίπεδη, τότε μέ τή φαινομένη περιστροφή τοῦ ἡλίου, ἁπλώνεται σιγά-σιγά ἡ μέρα στούς διάφορους τόπους καί ἀντίστοιχα ἡ νύκτα ἀντιδιαμετρικά. Ἔτσι π.χ. ἡ μέρα τῶν Ἀθηνῶν συναντᾶ τή μέρα τῆς Ρώμης, ἐκείνη τῶν Παρισίων κοκ.. Καί μπορεῖ ἡ κάθε μία νά ἀνακοινώνη στήν ἑπομένη ὅ,τι θέλει (τή σοφία τοῦ Θεοῦ, ἐν προκειμένῳ). Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τίς νύκτες. Εἴδατε ὑποκρυπτόμενη σοφία στή Βίβλο;

Μέ τόν ἴδιο συλλογισμό καταλήγουμε καί πάλι στή μή ἐπιπεδότητα τῆς γῆς, βάσει ἄλλου βιβλικοῦ χωρίου. Ποιό εἶναι αὐτό; Τό ἑξῆς: «Ταύτῃ τῇ νυκτί [κατά τή Β´ Παρουσία] δύο ἔσονται ἐπί κλίνης μιᾶς [νύκτα], εἷς παραληφθήσεται καί ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται· δύο ἔσονται ἀλήθουσαι ἐπί τό αὐτό [μέρα], μία παραληφθήσεται καί ἡ ἑτέρα ἀφεθήσεται· δύο ἐν τῷ ἀγρῷ [πάλι, μέρα], εἷς παραληφθήσεται καί ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται»(Λκ 17, 34-36· βλ. καί: Μθ 24, 40-42).
Σημειωτέον ὅτι κατά τήν ἐποχή τῆς Βίβλου, ὁπότε δέν ὑπῆρχε ἠλεκτρισμός, ἡ ἐργασία γινόταν μόνο κατά τήν ἡμέρα. Τεκμηρίωσι: «Ἐμέ δεῖ ἐργάζεσθαι τά ἔργα τοῦ πέμψαντός Με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νύξ ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι»(Ἰω 9, 4). «Ἐάν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει (: σκοντάφτει), ὅτι τό φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ»(Ἰω 11, 10). «Περιπατεῖτε ἕως τό φῶς ἔχετε, ἵνα μή σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· καί ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει»(Ἰω 12, 35). «Οἱ γάρ καθεύδοντες νυκτός καθεύδουσι»(Α´ Θεσ 5, 7)· «Ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπί τό ἔργον αὐτοῦ καί ἐπί τήν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας»(Ψ 103, 23).
Συνεχίζουμε τό συλλογισμό: Ἡ Β´ Παρουσία τοῦ Κυρίου θά εἶναι στιγμιαία: «ἐν ἀτόμῳ, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ (: σέ μιά στιγμή, ὅσο χρειάζεται ν᾽ ἀνοιγοκλείση τό μάτι)»(Α´ Κορ 15, 52). Ἐφόσον, λοιπόν, τήν ἴδια στιγμή ἀλλοῦ ἐπί τῆς γῆς εἶναι ἡμέρα καί ἀλλοῦ νύκτα, ἡ γῆ δέν εἶναι ἐπίπεδη.

Παρόμοιο χωρίο: «Ὅλην τήν ἡμέραν εὐλογήσουσιν Αὐτόν»(Ψ 71, 15). Ἡμέρα, ὡς γνωστόν (Γεν κεφ 1), ὅταν δέν προσδιορίζεται διαφορετικά (ὅπως στά παραπάνω χωρία), εἶναι ὅλο τό 24ωρο, ὅπως ἐδῶ. Τώρα, ἄν ἐξαιρέσουμε τήν ἀδιάλειπτη προσευχή τῶν μοναχῶν, προσευχή λαμβάνει χώρα μόνο κατά τή μέρα καί ὄχι κατά τή νύκτα. Λοιπόν, ἄν ἡ γῆ ἦταν ἐπίπεδη, τότε κατά τίς νυκτερινές ὧρες δέν θά εὐλογεῖτο ὁ Θεός σέ ἀντίθεσι μέ τό συζητούμενο χωρίο. Στή μή ἐπίπεδη γῆ, λόγῳ περιστροφῆς της, πάντα κάπου θά ὑπάρχη μέρα καί ἔτσι θά δοξολογῆται πάντοτε ὁ Θεός.
  • Παρόμοιο εἶναι καί τό χωρίο: «Ἄσατε τῷ Κυρίῳ· εὐλογήσατε τό ὄνομα αὐτοῦ, εὐαγγελίζεσθε (: νά κηρύττετε) ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τό σωτήριον Αὐτοῦ (: τή σωτηρία τήν ὁποία Αὐτός προσφέρει)»(Ψ 95, 2). Πιό θεοσεβές εἶναι τό νά διακηρύσσεται αὐτό καθ᾽ ὅλο τό 24ωρο τῆς μή ἐπίπεδης γῆς.
  • Ἄλλα χωρία σχετικά: «Καί ἥξουσιν ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν καί ἀπό βορρᾶ καί νότου, καί ἀνακλιθήσονται ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ»(Λκ 13, 29 κλπ. κλπ.). Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ Β´ Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀναφέραμε παραπάνω, θά εἶναι ταυτόχρονη γιά κάθε σημεῖο τῆς γῆς. Ὁ κάθε τόπος, ὅμως, ἔχει κατά τή στιγμή ἐκείνη μία ἀνατολή (αὐτή δέν μετατοπίζεται λόγῳ ἐποχῶν), ὁπότε πῶς δικαιολογεῖται ὁ πληθυντικός ἀνατολῶν ὅπως καί δυσμῶν σέ πολλά σημεῖα τῆς Γραφῆς —ἐνῶ ἑνικός γιά βορρᾶ καί νότο; Μόνο ἄν δεχθοῦμε γιά ὅλα τά σημεῖα τῆς γῆς ταυτοχρόνως ὅλες τίς ἀνατολές καί δύσεις —γιά κάθε σημεῖο μία— πάνω στήν ἐπιφάνεια τῆς γῆς. Αὐτό, ὅμως, ὑποδηλώνει μή ἐπίπεδη γῆ (ἀφοῦ σ᾽ αὐτήν ταυτοχρόνως θά εἴχαμε μία ἀνατολή καί μία δύσι γιά ὅλα τά σημεῖα της).
  • «Καί εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπί τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνά μέσον τῆς ἡμέρας καί ἀνά μέσον τῆς νυκτός· καί ἔστωσαν εἰς σημεῖα καί εἰς καιρούς καί εἰς ἡμέρας καί εἰς ἐνιαυτούς· καί ἔστωσαν εἰς φαῦσιν ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπί τῆς γῆς. καί ἐγένετο οὕτως»(Γεν 1, 14, 15). Ἄν ἡ γῆ ἦταν ἐπίπεδη, δέν θά ἐκπληρωνόταν συνεχῶς τό «εἰς φαῦσιν» καί «φαίνειν» (ἐνεστώτας), ἀλλά μόνο γιά τήν πάνω ἐπιφάνεια. Μόνο σέ μή ἐπίπεδη γῆ ἰσχύει γιά ὅλα τά σημεῖα της ἑκάστοτε ἡ λάμψι τῶν ἀστρικῶν σωμάτων.
  • Ἄν ἡ γῆ εἶναι ἐπίπεδος, τότε κάτω ἀπό αὐτήν δέν ὑπάρχει Θεός!: «Καί ἀκούσαντες ἡμεῖς ἐξέστημεν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν, καί οὐκ ἔστη ἔτι πνεῦμα ἐν οὐδενί ἡμῶν ἀπό προσώπου ὑμῶν, ὅτι Κύριος ὁ Θεός ὑμῶν Θεός ἐν οὐρανῷ ἄνω καί ἐπί τῆς γῆς κάτω»(ἸΝ 2, 11). Στή σφαιρική γῆ κάτω θεωρεῖται μόνο τό κέντρο της καί ἔτσι παρακάμπτεται ἡ συζητούμενη δυσκολία.
  • Μόνο σέ μή ἐπίπεδη γῆ εὐοδώνεται τό «ὑπό τόν ἥλιον»(Ἐκκλ 9, 9, 11, 13 κλπ. κλπ.) γιά ὅλα τά μέρη τῆς γῆς. Σέ ἐπίπεδη γῆ μόνο τό πάνω μέρος θά ἦταν κάτω ἀπό τόν ἥλιο.
  • Τά ἴδια μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τό: «Καί ἔστησε τούς λόγους αὐτοῦ, οὕς ἐλάλησεν ἐφ᾿ ἡμᾶς καί ἐπί τούς κριτάς ἡμῶν, οἵ ἔκρινον ἡμᾶς, ἐπαγαγεῖν ἐφ᾿ ἡμᾶς κακά μεγάλα, οἷα οὐ γέγονεν ὑποκάτω παντός τοῦ οὐρανοῦ κατά τά γενόμενα ἐν ῾Ιερουσαλήμ»(Δαν 9, 12).
  • Τό χωρίο «ἐν ποίᾳ δέ γῇ [περιοχή τῆς γῆς] αὐλίζεται τό φῶς; σκότους δέ ποῖος ὁ τόπος;»(: Ἰώβ 38, 19) ὑποδηλώνει μή ἐπίπεδη γῆ, διότι σ᾽ αὐτήν ἑστιάζεται τό φῶς (στήν πάνω πλευρά) καί τό σκότος (στήν κάτω). Στή μή ἐπίπεδη γῆμετακινεῖται κατά πᾶσα στιγμή καί τό φῶς καί τό σκότος.

Ἀναφέραμε μέχρι ἐδῶ τή θέσι ὅτι ἡ Βίβλος διδάσκει, παρότι δέν εἶναι ἐπιστημονικό βιβλίο, τό μή ἐπίπεδο τῆς γῆς. Ὡς πρός τή σφαιρικότητά της ὑπεμφαίνεται καί αὐτό στή Βίβλο. Γράφει ὁ Ἡσαΐας: «ὁ κατέχων τόν γῦρον τῆς γῆς»(40, 22). Νά σημειώσουμε ὅτι τό μόνο σῶμα πού ἀπ᾽ ὅλες τίς πλευρές φαίνεται κύκλος εἶναι ἡ σφαῖρα.
  • Πιό ἐναργῆ χωρία εἶναι ὅσα ἀναφέρονται στό μέσο τῆς γῆς. Ἰδού δύο:
«Ὁ δέ Θεός βασιλεύς ἡμῶν πρό αἰώνων, εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς»(Ψ 73, 12). Μόνο σέ σφαῖρα ὁποιοσδήποτε τόπος βρίσκεται στό μέσο τῆς γῆς (σκεφθεῖτε τά διάφορα στερεά σώματα). Ἔτσι «ἔχει δικαίωμα» ὁ Ψαλμωδός νά θεωρῆ τήν Ἱερουσαλήμ στό μέσο τῆς γῆς.
«Ἐν τούτῳ καυχάσθω ὁ καυχώμενος, συνιεῖν καί γινώσκειν τόν Κύριον καί ποιεῖν κρίμα καί δικαιοσύνην ἐν μέσῳ τῆς γῆς»(Α´ Βασ 2, 10). Ἡ σωτηρία τοῦ Θεοῦ ἀπευθύνεται σέ κάθε τόπο τῆς γήινης σφαίρας, κι ἔτσι κάθε τόπος λατρείας τοῦ Θεοῦ εἶναι στό μέσο τῆς γῆς.
Περί γεωκεντρισμοῦ
Οὔτε αὐτό δέν τό διδάσκει ἡ Βίβλος. Ἀντιθέτως, θεωρεῖ τή γῆ, παρά τή σπουδαιότητά της, ὡς κάτι τό ἀπόμερο. Κέντρο τοῦ Σύμπαντος εἶναι ὁ Θεός καί ὁ «τόπος» Του. Τά βασικά χωρία γιά τή θέσι αὐτή εἶναι τά: «Ὁ οὐρανός Μοι θρόνος, ἡ δέ γῆ ὑποπόδιον (: σκαμνάκι) τῶν ποδῶν Μου»(Ἡσ 66, 1· Πρξ 7, 49).
«᾿Εγώ δέ λέγω ὑμῖν μή ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστί τοῦ Θεοῦ· μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ· μήτε εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστί τοῦ μεγάλου βασιλέως»(Μθ 5, 34-35).
«Καί ὁ ὀμόσας (: ὅποιος ὀρκίζεται) ἐν τῷ ναῷ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καί ἐν τῷ κατοικοῦντι αὐτόν· καί ὁ ὀμόσας ἐν τῷ οὐρανῷ ὀμνύει ἐν τῷ θρόνῳ τοῦ Θεοῦ καί ἐν τῷ καθημένῳ ἐπάνω αὐτοῦ»(Μθ 23, 21-22).
«… τόν Κύριον τοῦ Ἰσραήλ τόν οὐράνιον»(Α´ Ἔσδρ 6, 14· βλ. καί: Τωβ 10, 11, 12· Β´ Ἔσδρ 5, 11).
«Ὁ οὐρανός τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ, τήν δέ γῆν ἔδωκε τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων»(Ψ 113, 24).
«Ὁ διδούς ἄρχοντας ὡς οὐδέν ἄρχειν, τήν δέ γῆν ὡς οὐδέν ἐποίησεν»(Ἡσ 40, 23).
«Ἥν ἐνήργησεν ἐν τῷ Χριστῷ ἐγείρας αὐτόν ἐκ νεκρῶν, καί ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις»(Ἐφ 1, 20).
«Ὁ καταβάς αὐτός ἐστι καί ὁ ἀναβάς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τά πάντα»(Ἐφ 4, 10).
«Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ, τά ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος»(Κολ 3, 1).
«Ἕως οὗ διακύψῃ καί ἴδῃ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ»(Θρ 3, 50).
Κέντρο στήν αἴθουσα τοῦ θρόνου δέν εἶναι τό σκαμνάκι τῶν ποδιῶν, ἀλλά ὁ θρόνος.
  • Ἰδού καί ὁ ἡλιοκεντρισμός τοῦ πλανητικοῦ μας συστήματος: «Ἡ γῆ εἰς τόν αἰῶνα ἕστηκε, καί ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καί δύνει ὁ ἥλιος καί εἰς τόν τόπον αὐτοῦ ἕλκει»(Ἐκκλ. 1, 4-5).
  • Μήπως τά σύγχρονα βιβλία γιά τό Σύμπαν δέν εἶναι γεωκεντρικά; Ἔχουν 100δες σελίδες γιά τό ἡλιακό μας σύστημα καί λίγες γιά τό ὑπόλοιπο σύμπαν.
Στήριγμα τῆς γῆς
Πολλοί ἀρνητές διαβάζοντας ἐπιπόλαια τή Βίβλο μιλοῦν γιά στηρικτικούς στύλους της. Ἄς δοῦμε πῶς ἔχει τό θέμα.
Πρίν ἀπό τήν ἐποχή τῶν δορυφόρων κανείς δέν κατεῖχε ἀπόδειξι τοῦ ὅτι ἡ γῆ δέν στηρίζεται πουθενά. Καί, ὅμως, ἡ Βίβλος, ἑκατοντάδες χρόνια π.Χ., δίδασκε: Ὁ Θεός «κρεμάζει γῆν ἐπί οὐδενός»(Ἰώβ 26, 7). Μόνο θεοπνευστία ἐξηγεῖ τήν πληροφορία αὐτή!
Ἄς δοῦμε, τώρα, μερικά χωρία περί θεμελίων καί στύλων τῆς γῆς καί, στή συνέχεια θά παραθέσουμε τά ἐπιχειρήματά μας.
Λοιπόν: «Εἰς γενεάν καί γενεάν ἡ ἀλήθειά σου· ἐθεμελίωσας τήν γῆν καί διαμένει»(Ψ 118, 90).
«Ὁ θεμελιῶν τήν γῆν ἐπί τήν ἀσφάλειαν αὐτῆς, οὐ κλιθήσεται εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος»(Ψ 103, 5).
«Σεισθήσεται τά θεμέλια τῆς γῆς»(Ἡσ 24, 18).
«Καί ἰσχυρά ἐποίει τά θεμέλια τῆς γῆς»(Πρμ 8, 29).
«Ὁ σείων τήν ὑπ᾿ οὐρανόν ἐκ θεμελίων, οἱ δέ στῦλοι αὐτῆς σαλεύονται»(Ἰώβ 9, 6).
«Ἐγώ ἐστερέωσα τούς στύλους αὐτῆς»(Ψ 74, 4).

Καί, τώρα, τό ἐπιχείρημά μας. Ἄν ἑρμηνεύαμε σήμερα τά παραπάνω χωρία, θά μποροῦσε νά ἰσχυρισθῆ κάποιος ὅτι ἐκβιάζουμε τή Βίβλο νά συμφωνήση μέ τήν ἐπιστημονική ἀπόδειξι περί ἀνυπαρξίας θεμελίων τῆς γῆς. Ὅμως, ἑκατονταετίες τώρα, ἡ Ἐκκλησία διδάσκει τή μή ὑλικότητα τῶν θεμελίων αὐτῶν. Ἄς δώσουμε μερικές παραπομπές:
Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας σημειώνει: «Θεμέλια τῆς οἰκουμένης νά θεωρήσης τίς δυνάμεις τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ»(ΒΕΠ 21, 71).
  • Σημειώνει ὁ Ὠριγένης: «Ὁ μέν Ἰώβ εἶπε “κρεμώντας τή γῆ στό μηδέν”(26, 7), ὁ δέ Δαυΐδ “πάνω στήν ἀσφάλειά της”(Ψ 103, 5). Καί οἱ δύο δέ ἀναιροῦν τό νά ὑπάρχη κάποιο ἄλλο σῶμα πού νά τή βαστάζη ἀπό κάτω. Διότι ἡ ἀσφάλεια δέν εἶναι οὐσία, ἀλλά ἐπινόημα τοῦ Θεοῦ»(ΒΕΠ 16, 87).
° «Ὁ δέ Ὠριγένης λέγει· “Ἀγαθόν τό ἀποκαλυφθῆναι τά θεμέλια τῆς οἰκουμένης, ἵνα θεωρηθῆ ἡ Ἁγία Τριάς, ἥτις ἄρχει τῶν κτισμάτων”»(Ν1, 263 ὑπ.).
  • Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει: «Ἄν ποτέ ἀκούσης στούς Ψαλμούς “Ἐγώ ἐστερέωσα τούς στύλους της (τῆς γῆς)”(Ψ 74, 4), πρέπει νά θεωρήσης ὅτι “στῦλοι” λέγονται ἡ συνεκτική της δύναμι»(ΒΕΠ 51, 192· βλ. καί: Ν2, 307 ὑπ.).
  • Σημειώνει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Πῶς ἡ γῆ στέκεται σταθερή καί ἀκλόνητη; Ποιό ὄχημα τήν μεταφέρει καί ποιό εἶναι τό ὑποστήριγμά της, καί ἐκείνου πάλι ποιό εἶναι; Ἡ λογική δέν βρίσκει ἄλλο στήριγμα παρά μόνο τό θεῖο θέλημα»(ΒΕΠ 59, 233).
  • Ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων κηρύττει: «Κρέμασε τή γῆ ὄχι ἀπό κάποιο κέντρο, ἀλλά ἀπό τό στήριγμα τῆς ἐντολῆς Του, καί δέν ἐπέτρεπε νά κλονισθῆ… Οὔτε ὅταν διαβάζουμε: “Ἐγώ ἐστερέωσα τούς στύλους αὐτῆς”(Ψ 74, 4), εἶναι δυνατόν νά νομίσουμε ὅτι αὐτή στερεώθηκε μέ στύλους, ἀλλά μέ τή δύναμι ἐκείνη ἡ ὁποία στηρίζει τήν ὑπόστασι τῆς γῆς καί τή συγκρατεῖ»(ΑΑ, 31).
  • Διδάσκει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀσφάλεια;(Ψ 103, 5). Ἡ δύναμι τοῦ Δημιουργοῦ. “Διότι στό χέρι Του βρίσκονται τά πέρατα τῆς γῆς”(Ψ 94, 4)»(PG 55, 647).
«Στηρίζοντας σάν σέ κάποιους στύλους στούς νόμους Μου»(Θεοδώρητος Κύρου, PG 80, 1468), «αὐτήν ἐφ᾽ ἑαυτήν ἑδράσας»(Θεοδώρητος Κύρου, PG 80, 1697· βλ. καί: Ν2, 307).
εδω° Διαβάζουμε: «Ἡ ἐπιφάνεια τῆς ξηρᾶς τῆς γῆς ὑπολογίζεται εἰς τά 29% μόνον τῆς ὅλης ἐπιφανείας της, τό δέ ὑπόλοιπον μέρος καλύπτεται ὑπό τῶν ὑδάτων. Γι᾽ αὐτό ὁ Θεοδώρητος λέγει: “Καί τό θαυμαστώτερον, ἐθεμελίωσε τήν γῆν ἐπάνω εἰς τά ὕδατα καί αὐτήν εἰς αὑτήν ἑδράσας (: στήριξε στόν ἑαυτό της), τῆς ἔδωκε τό ἀσφαλές καί ἀκίνητον, νά στέκεται οὕτω στερεά ἀείποτε, ἕως νά ἔλθη ἡ Βασιλεία Του”»(περ. Σο, Μρ 1971, 43).
  • Ἐπανερχόμασθε στούς Πατέρες: «Ὁ θεολόγος Δαυΐδ ὡς ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ λέει: “Ἐγώ στερέωσα τούς στύλους της”(Ψ 74, 4), ὀνομάζοντας τή συνεκτική της δύναμι στύλους»(Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, PG 94, 908).
«Στύλοι της εἶναι τά προστάγματα περί τῆς στερεώσεώς της. Διότι αὐτό τήν ἀνασηκώνει καί τή διαβαστάζει, ἑδραιωμένη στό κενό»(Εὐθύμιος Ζιγαβηνός, PG 128, 765).
  • Διαβάζουμε: «“Ὁ θεμελιῶν τήν γῆν ἐπί τήν ἀσφάλειαν αὐτῆς, οὐ κλιθήσεται εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος”(Ψ 103, 5).
Ἐσύ, λέει, Κύριε, ἐθεμελίωσες τή γῆ. Πάνω σέ τί ἀσφαλές καί σέ ποιό θεμέλιο; Πάνω στόν ὅρο καί τό πρόσταγμά Σου. Πράγματι αὐτό γίνεται στή γῆ ἕδρα καί θεμέλιο καί τή στερεώνει πάνω στόν ἑαυτό της. Συνεπῶς καί ἡ γῆ θεμελιωμένη πάνω στό πρόσταγμά Σου δέν θά ἀνατραπῆ ποτέ οὐδέ θά μετασαλευθῆ ἀπό τόν τόπο της»(Ζ, 40).
° Συνοψίζουν, ἀκόμα: «Λέει καί ὁ Βασίλειος· “Πῶς ἡ γῆ στέκεται παγία καί ἀκλόνητη; πάνω σέ τί ὄχημα καί τί ὑποβαστάζον; καί τί ὑποβαστάζει αὐτό τό τελευταῖο; Πραγματικά ἡ λογική μας δέν ἔχει τίποτε πάνω στό ὁποῖο νά στηριχθῆ ἐκτός ἀπό τό θεῖο θέλημα”. Ὁ δέ Χρυσόστομος λέει· “… Ποιά εἶναι ἡ ἀσφάλεια; Ἡ δύναμι τοῦ Κτίστου, ὁ ὅρος τοῦ Δημιουργοῦ, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ τό ὁποῖο εἶναι ἰσχυρότερο ἀπ᾽ ὅλα”. Ὁ δέ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος· “Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶπε ῾ὁ θεμελιώσας᾽, ἀλλά ῾ὁ θεμελιῶν᾽, ὅπως ἀκριβῶς δέν εἶπε ῾ὁ ποιήσας τούς Ἀγγέλους᾽, ἀλλά ῾ὁ ποιῶν [τούς ἀγγέλους Αὐτοῦ πνεύματα]᾽· πρᾶγμα τό ὁποῖο φανερώνει πλέον τή διακυβέρνησι καί τή συντήρησι τῶν δημιουργημένων, ἀφοῦ μιά φορά στηρίχθηκαν στή βάσι τους καί ἦρθαν στήν ὕπαρξι…”. Λέει ἐπίσης ὁ Ἰσίδωρος· “Δέν εἶναι ἀντίθετο τό ῾ὁ ποιῶν αὐτήν τρέμειν᾽ καί τό ῾οὐ κλιθήσεται εἰς τόν αἰῶνα᾽. Πράγματι, δέν θά παρεκκλίνη μέν, θά σαλευθῆ ὅμως· ὁμολογώντας μέν μέ τό ταρακούνημα τήν ὑποταγή, δηλώνοντας δέ μέ τό νά μήν ἐξέρχεται ἀπό τήν οἰκεία τάξι τό θεῖο ὅρο”. Καί ὁ Θεοδώρητος· “Ἀφοῦ τή στερέωσε πάνω στόν ἑαυτό της, τῆς ἀπένειμε τό ἀμετακίνητον· καί μ᾽ αὐτό τοῦτον τόν τρόπο παραμένει, ὅσο καιρό Αὐτός θελήσῃ· ἔτσι καί ἀλλοῦ λέει· ῾κρεμάζων γῆν ἐπ᾽ οὐδενός [=κρεμώντας τή γῆ στό κενό]᾽(Ἰώβ 26, 7)»(Ζ, 41 ὑπ.· βλ. καί: Ν2, 307 ὑπ.· Ε, 216).
  • Ὁ Ἅγ. Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος σημειώνει: «Ἐγώ, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, “ἐστερέωσα τούς στύλους αὐτῆς”, ἔστω κι ἄν δέν τό παραδέχονται οἱ ἄθεοι.
Ἐρώτησι: Καί ποῦ στερέωσε τούς στύλους της, τῆς γῆς δηλαδή; Μήπως ὑπάρχει κι ἄλλη γῆ κάτω ἀπ᾽ αὐτήν;
Ἀπάντησι: Στύλοι τῆς γῆς εἶναι ἡ πρόνοια καί θέλησι τοῦ Δημιουργοῦ. Πράγματι οὔτε σέ στύλους οὔτε σέ ὕδατα στηρίζεται, ἀλλά καί ἡ γῆ καί οἱ ἄβυσσοι ἔχουν τά θεμέλιά τους στό κενό μέ τή δύναμι τοῦ Δημιουργοῦ. Ὅπως καί τόν οὐρανό, μή στηριζόμενο σέ καμμία βάσι, “τέντωσε ὁ Δημιουργός σάν δέρμα”(Ψ 103, 2) μέ ἀσφάλεια»(ΕΝ, 388).
  • Γράφει ὁ Στέργιος Σάκκος: «Πῶς ἡ γῆ στέκεται ἀπαρασάλευτη, χωρίς κανένα στήριγμα μέσα στό χάος; Τό γεγονός αὐτό εἶναι κατόρθωμα μόνο τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος τή θεμελίωσε, τή στερέωσε, ὤστε νά μήν πέσει καί χαθεῖ ποτέ. Πῶς ἀκριβῶς ὁ Θεός θεμελίωσε τή γῆ, δέν μας πληροφορεῖ ἡ Γραφή ἄν καί ἀρκετές φορές θέτη αὐτό τό ἀσύλληπτο ἐρώτημα γιά τόν ἀνθρώπινο νοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (δές Ψ 23, 2· Ἰώβ 26, 7· 38, 6· Πρμ 8, 29). Πολλοί ἑρμηνευτές παρασύρονται ἀπό τό ποιητικό ρῆμα θεμελιώνω καί παραβάλλουν τά λόγια τοῦ ψαλμωδοῦ μέ διάφορες μυθολογικές ἀντιλήψεις γιά τή δημιουργία τῆς γῆς (δές Κraus) ἤ ἀκόμη φτάνουν νά μιλήσουν γιά δάνεια βαβυλωνιακῶν μύθων δημιουργίας (Κittel). Ἐντούτοις, τό θεμελιῶν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἔκφρασι τῆς ἐντυπώσεως τήν ὁποία προκαλεῖ στόν ἄνθρωπο ἡ σταθερότητα τῆς γῆς· τό περιεχόμενο τοῦ θεμελιῶν βρίσκεται στό ἐπί τήν ἀσφάλειαν αὐτῆς.
Ἡ λέξι ἀσφάλεια ἔχει μιά πολλή γενική σημασία· σημαίνει ἑδραιότητα. Γι᾽ αὐτό δημιουργήθηκε πρόβλημα γιά τήν ἑρμηνεία της. Τό μασωριτικό κείμενο ἔχει “ἐπί τῆς ἕδρας αὐτῆς”. Γιά τήν ἔννοιά της διατυπώθηκαν διάφορες ἀπόψεις· ὅτι ἐννοεῖται ὑγρά οὐσία, τά ὕδατα (Μ. Ἀθανάσιος, Βέλλας), ἐννοεῖται ἡ τέχνη τοῦ Θεοῦ (Ὠριγένης) ἤ ἡ δύναμις τοῦ ἐργασαμένου, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ (Χρυσόστομος, Μαρτίνος), ἐννοεῖται τό βάρος τῆς γῆς (Βellarminus), ἡ ἰσορροπία τῶν μελῶν της (Μακράκης) καί τέλος, ὅτιἀσφάλεια σημαίνει ἀόριστα τά θεμέλια τῆς γῆς (Fillion-Γιαννακόπουλος, Ηerkenne). Τήν ὀρθότερη, ὅμως, ἑρμηνεία νομίζω ὅτι τή δίνει ὁ μοναχός Κοσμᾶς ὁ Ἰνδικοπλεύστης ὅταν ἐξηγῆ “Ἵνα εἴπῃ, αὐτήν ἐφ᾽ ἑαυτήν θεμελιωθεῖσαν καί οὐχί ἐπί τινος”. Μιλώντας ὁ ψαλμωδός γιά τή σταθερότητα τῆς γῆς, δέν κάνει ἐπιστήμη οὔτε ἔχει τέτοιο σκοπό, νά προσδιορίση τούς φυσικούς νόμους πού διέπουν τήν ἰσορροπία τῆς γῆς. Ἀφ᾽ ἑτέρου, εἶναι θαυμαστό πώς ἐνῶ ζῆ σέ μιά ἐποχή, κατά τήν ὁποῖα οἱ Ἕλληνες φαντάζονταν τόν Ἄτλαντα νά κρατᾶ στούς ὤμους του τή γῆ καί οἱ Ἀνατολῖτες ἔπλαθαν ἄλλες παρόμοιες μυθικές παραστάσεις, ὁ ψαλμωδός δέν μᾶς λέει τίποτε ἀπ᾽ αὐτά, ἀλλά σημειώνει ἁπλά· ἐπί τήν ἀσφάλειαν αὐτῆς. Ἐκεῖνο πού ἀποκαλύπτει, καί τόν ἐνδιαφέρει νά ἀποκαλύψη, εἶναι ὅτι ὁ Θεός ἀσφαλίζει τή γῆ στή σιγουριά της, τή σιγουρεύει.
Ἀπόδειξι ὅτι ὁ Θεός στερέωσε γερά τή γῆ εἶναι ὅτι οὐ κλιθήσεται εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, δέν ταλαντεύεται οὔτε θά ταλαντευθῆ ποτέ. Κλίνομαι σημαίνει γέρνω ἀπ᾽ τή μία ἤ ἀπ᾽ τήν ἄλλη. Ὁ ποιητής δέν ἐννοεῖ ὅτι δέν θά σαλευθῆ, δέν θά σεισθῆ ἡ γῆ ἀλλά ὅτι δέν θά χάση τήν ἰσορροπία της, δέν θά ξεκλίνη ἀπό τήν τροχιά της, ὅπως θά λέγαμε σήμερα. “Οὐ περιτραπήσεται ποτέ, εἰ καί σαλευθήσεται”(Ζιγαβηνός)… Δέν ὑπάρχει λοιπόν καμμία ἀντίφασι μέ τό στίχο 32, ποιῶν αὐτήν τρέμειν, ὅπως νόμισαν μερικοί ἐφόσον κατά τόν Ἰσ. Πηλουσιώτη “Οὐ κλιθήσεται μέν, σαλευθήσεται δέ, τῷ μέν τρόμῳ τήν δουλείαν ὁμολογοῦσα, τῷ δέ μή ἐξίστασθαι τῆς οἰκείας τάξεως τόν θεῖον ὅρον μηνύουσα”.
Ἡ φράσι εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος δέν σημαίνει βέβαια ποτέ μέ ἀπόλυτη ἔννοια, διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε “Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται”(Μθ 24, 35· πρβλ. Β´ Πετρ 3, 10, 13)· σημαίνει ποτέ κατά τή διάρκεια τῆς ὑπάρξεως τῆς γῆς, ὅσο θά ὑπάρχη αὐτός ὁ κόσμος»(ΣΣ, 204).
  • Ἰδού ἄλλο ἕνα κείμενο ἀπό τόν καθηγητή αὐτόν: «“Ἀναβαίνουσιν ὄρη καί καταβαίνουσι πεδία εἰς τόν τόπον, ὅν ἐθεμελίωσας αὐτά”(Ψ 103, 8).
Ἐδῶ ἔχουμε ἕνα βασικό πρόβλημα γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ στίχου. Ποιό εἶναι τό ὑποκείμενο τῶν ρημάτων ἀναβαίνουσι καίκαταβαίνουσι καί πού ἀναφέρεται ἡ ἀντωνυμία αὐτά; Ἀρκετοί ἑρμηνευτές ὑποστηρίζουν ὅτι ἐννοεῖται σέ ὅλα τά ὕδατα, τό ὑποκείμενο, δηλαδή τῶν προηγούμενων στίχων (6β καί 7). Ὁ στίχος τότε σημαίνει ὅτι τά νερά ἀνεβαίνουν στά βουνά, κατεβαίνουν στίς πεδιάδες καί ἔχουν πάντοτε τίς θέσεις τίς ὁποῖες τούς καθόρισε ὁ δημιουργός (πρβλ, Ψ 106, 25-26, Spurgeon, Βriggs, ΜcCullough, Κraus). Ἐντούτοις ἡ φράσι ἀναβαίνουσιν ὄρη (τά ὕδατα) δέν εἶναι σαφής. Ὁ Spurgeon σκέπτεται ὅτι τά νερά σκαρφαλώνουν μέ τή μορφή τοῦ νέφους μέχρι τίς κορφές τῶν Ἄλπεων. Ὁ Μαρτίνος ὑποθέτει ὅτι γίνεται ὑπαινιγμός στά νερά τοῦ κατακλυσμοῦ, πού ἀνέβηκαν ὥς τά βουνά (Γεν 8, 5). Ὁ Κraus ἐννοεῖ τίς πηγές πάνω στά βουνά. Ὁ Βέλλας, τέλος, δέχεται ὡς ὑποκείμενο στό ἀναβαίνουσι τά ὄρη καί μόνο στό καταβαίνουσι τά ὕδατα, προτείνοντας νά διαγραφῆ ἡ λέξι πεδία, ὁπότε τό νόημα θά εἶναι “ἐνῶ τά ὄρη ἀναβαίνουν, τά ὕδατα κατέρχονται, συναθροιζόμενα εἰς τό μέρος, τό ὁποῖο ὅρισε γι᾽ αὐτά ὁ Θεός”. Ἐξάλλου, οἱ Ἀθανάσιος, Θεοδώρητος καί Βλεμμίδης ἐννοοῦν ὡς ὑποκείμενο τά ὕδατα, ἀλλά θεωροῦν τό στίχο παρομοίωσι, ὅτι δηλαδή τά κύματα τῆς θαλάσσης ἀνεβαίνουν σάν βουνά καί κατεβαίνουν σάν πεδιάδες, στόν τόπο στόν ὁποῖο τά περιόρισε ὁ Θεός.
Λογικότερο ὅμως καί ποιητικότερο εἶναι νά δεχθοῦμε ὡς ὑποκείμενα τῶν ρημάτων ἀναβαίνουσι καί καταβαίνουσι τά ὄρη καίπεδία ἀντίστοιχα, στά ὁποῖα ἀναφέρεται ἐπίσης τό αὐτά (ἔτσι οἱ Βellarminus, Γιαννακόπουλος). Ἡ ἄποψι αὐτή μάλιστα εἶναι συνεπής μέ τήν εἰκόνα τῆς δημιουργίας τῆς γῆς, τήν ὁποία περιγράφει ὁ ποιητής, καί ἔρχεται ὡς ἄμεση συνέχεια τοῦ προηγούμενου στίχου, πού παρουσίασε τήν ἄβυσσο νά συμμαζεύεται πάνω στή γῆ. Τώρα, καθώς τά νερά ἀποσύρονται, φαίνεται σάν νά ἀνεβαίνουν πρός τά πάνω τά ψηλότερα μέρη τῆς γῆς καί νά κατεβαίνουν πρός τά κάτω τά χαμηλότερα. Μέ τόν τρόπο αὐτό διαμορφώνεται ἡ ξηρά μέ τά βουνά καί τίς πεδιάδες. Ἁλλά καί αὐτό δέν γίνεται χωρίς τή θέλησι καί τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ· τό κάθε ἕνα στέκεται στόν τόπο τόν ὁποῖο ὁ Κύριος ὁρίζει καί στόν ὁποῖο Αὐτός τά τοποθετεῖ. Τό ρῆμα ἐθεμελίωσαςδείχνει τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί συγχρόνως τή σταθερότητα τῶν δημιουργημάτων Του. Μποροῦμε κάλλιστα νά ποῦμε ὅτι ὁ στίχος ἀποτελεῖ ἀνάπτυξι τοῦ β´ μέρους τοῦ χωρίου Γεν 1, 9 “Καί συνήχθη τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τάς συναγωγάς αὐτῶν καί ὤφθη ἡ ξηρά”»(ΣΣ, 209).
  • Γράφει, ἀκόμα: «“Ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τό περιβόλαιον αὐτοῦ, ἐπί τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα”(Ψ 103, 6).
Μέ τό στίχο αὐτό ὁ Δαυΐδ μεταφέρεται στήν πρώτη στιγμή τοῦ κόσμου καί ἀρχίζει νά περιγράφη σάν νά ἦταν ὁ ἴδιος ἐκεῖ βῆμα πρός βῆμα τήν πορεία τῆς δημιουργίας τῆς γῆς, ὅπως τή γνωρίζουμε ἀπό τή Γένεσι, ἀλλά μέ μιά ποιητική ἐλευθερία. Μπρός στά μάτια του προβάλλει ἡ πρωταρχική μορφή τῆς γῆς, πού ἦταν “ἀόρατος καί ἀκατασκεύαστος καί σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου καί πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος”(Γεν 1, 2)…
Περιβόλαιον λέγεται ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο περιβάλλεται, σκεπάζεται κάποιος γύρω-γύρω. Ἑρμηνευτικό πρόβλημα ὑπάρχει γιά τή γενική αὐτοῦ. Ὅλοι οἱ ἑρμηνευτές συμφωνοῦν ὅτι ἡ γενική ἀποδίδεται στή γῆ, ἀλλά καί τό κείμενο τῶν Ο´ καί τό μασωριτικό ἔχουν αὐτοῦ ἀντί αὐτῆς. Γιά νά ἐπιτύχουν συνεπέστερη μετάφρασι, ἄλλοι μέν ἐννοοῦν τό αὐτοῦ ὡς τοῦ τῆς γῆς στοιχείου (Ἀθανάσιος, Ζιγαβηνός, Βλεμμίδης), οἱ περισσότεροι ὅμως τό λαμβάνουν ὡς αὐτῆς στό κείμενο τῶν Ο´ (Χρυσόστομος, Θεοδώρητος, Μαρτῖνος, Fillion-Γιαννακόπουλος, Βέλλας) ἤ διορθώνουν τό μασωριτικό, καί διαβάζουν τό περιβόλαιον αὐτῆς(Ἱερώνυμος, Ταργκούμ, Κittel, Ηerkenne, Κraus). Τό πρᾶγμα, ὅμως, εἶναι πιό ἁπλό. Τό αὐτοῦ δέν ἀναφέρεται στή γῆ, ἀλλά στό Θεό, ὁ Ὁποῖος περιβάλλει τή γῆ μέ τήν ἄβυσσο, εἶναι, δηλαδή, γενική ὑποκειμενική στό περιβόλαιον. Τό αὐτῆς ἐννοεῖται βέβαια, ἀλλά τίθεται τό αὐτοῦ ὡς ἰσχυρότερο»(ΣΣ, 206).
  • Ἡ γῆ στά χέρια τοῦ Θεοῦ: «Ἐν τῇ χειρί αὐτοῦ τά πέρατα τῆς γῆς»(Ψ 94, 4)· «Ὁ κατέχων τόν γῦρον τῆς γῆς»(Ἡσ 40, 22)· «Τίς ἐμέτρησε πᾶσαν τήν γῆν δρακί (: μέ τή χούφτα του [μόνο ὁ Θεός]);»(αὐτόθι 12).
  • Ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ Θεός: «Ἐπί τίνος οἱ κρίκοι αὐτῆς [τῆς γῆς] πεπήγασι (: στερεώθηκαν); [ἐπί οὐδενός, ἐννοεῖται]»(Ἰώβ 38, 6).

Ἰδού μιά ἄλλη ἐνέργεια τοῦ διαβόλου: Οἱ ἄθεοι τά θεμέλια τῆς γῆς πού εἶναι ποιητικά τά θέλουν κυριολεκτικά καί τά πρῶτα Κεφάλαια τῆς Γενέσεως πού εἶναι κυριολεκτικά καί ἱστορικά τά ἀλληγοροῦν! Γιατί ἐξάλλου δέν γράφει γι᾽ αὐτά ὁ Μωυσῆς στή Γένεσι, ἀλλά τά ψάχνουν ἀλλοῦ;
Οἱ στύλοι εἶναι ποιητική ἔκφρασι ὅπως τά χέρια τῶν ποταμῶν: «Ποταμοί κροτήσουσι χειρί ἐπί τό αὐτό, τά ὄρη ἀγαλλιάσονται»(Ψ 97, 8).
Ὡς πρός τή μή κυριολεκτικότητα τῶν στύλων καί τῶν θεμελίων τῆς γῆς, μετά τά παραπάνω, μποροῦμε νά τά ἑρμηνεύουμε ἀναλόγως. Π.χ.: «Ὁ γάρ οὐρανός θυμωθήσεται καί ἡ γῆ σεισθήσεται ἐκ τῶν θεμελίων αὐτῆς [ὥς τά κατάβαθα] διά θυμόν ὀργῆς Κυρίου σαβαώθ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἄν ἐπέλθῃ ὁ θυμός Αὐτοῦ»(Ἡσ 13, 13).
Ἐπίσης: «Ἀκούσατε ὄρη, τήν κρίσιν τοῦ Κυρίου, καί αἱ φάραγγες θεμέλια τῆς γῆς, ὅτι κρίσις τῷ Κυρίῳ πρός τόν λαόν αὐτοῦ, καί μετά τοῦ Ἰσραήλ διελεγχθήσεται»(Μιχ 6, 2). Ἐδῶ ὡς θεμέλια θεωροῦνται τά κατώτερα ὑψομετρικῶς μέρη τῆς γῆς.
  • Ὁ ὅρος θεμέλιο ἔχει καί ἄλλες, μή κυριολεκτικές σημασίες: «Ἀποθησαυρίζοντας ἑαυτοῖς θεμέλιον καλόν εἰς τό μέλλον, ἵνα ἐπιλάβωνται τῆς αἰωνίου ζωῆς»(Α´ Τιμ 6, 19).
«Ἐποικοδομηθέντες ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καί προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»(Ἐφ 2, 20).
«Καί γνόντες τήν χάριν τήν δοθεῖσάν μοι, Ἰάκωβος καί Κηφᾶς καί Ἰωάννης, οἱ δοκοῦντες στῦλοι εἶναι, δεξιάς ἔδωκαν ἐμοί καί Βαρνάβᾳ κοινωνίας, ἵνα ἡμεῖς εἰς τά ἔθνη, αὐτοί δέ εἰς τήν περιτομήν»(Γαλ 2, 9).
«Κἀγώ δέ σοι λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν, καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς»(Μθ 16, 18).
«Ὁ νικῶν, ποιήσω αὐτόν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μου»(Ἀπκ 3, 12).]
  • Θεμελίωσι οὐρανίων σωμάτων: στερέωσι, στήριξι στήν τροχιά τους. Στήν περίπτωσί τους, 100% δέν βλέπουμε θεμέλιά τους καί παρά ταῦτα ἀναφέρεται στή Γραφή: «σελήνην καί ἀστέρας, ἅ σύ ἐθεμελίωσας»(Ψ 8, 4). Μόνο ἡ παραπάνω ἑρμηνεία εἶναι σωστή.
  • «Κατ᾿ ἀρχάς ἔγνων ἐκ τῶν μαρτυρίων σου, ὅτι εἰς τόν αἰῶνα ἐθεμελίωσας αὐτά»(Ψ 118, 152).
  • Λέμε, ἐπίσης: θεμελίωσι ἐπιχειρημάτων.
Ἐπί τῶν ὑδάτων
Πολύ μελάνι ἔχει χυθῆ καί γιά ἕνα ἄλλο «λάθος» τῆς Βίβλου, τή ρῆσι της ὅτι ἡ γῆ εὑρίσκεται «ἐπί τῶν ὑδάτων»(Ψ 135, 6), ὑπονοουμένη ὡς ἐπίπεδος δίσκος. Παραπάνω ἀποδείξαμε ὅτι αὐτό τό τελευταῖο εἶναι λάθος. Μένει νά δοῦμε τί σημαίνει τό «ἐπί τῶν ὑδάτων» μέ εὐλαβῆ λογισμό, πιστεύοντας δηλ. στή θεοπνευστία τῆς Βίβλου.
Νά σημειώσουμε, ἀκόμα, μιά ἀντίφασι τῶν ἀρνητῶν: Ἐνῶ ἀρνοῦνται τήν κατά γράμμα ἑρμηνεία τῆς Βίβλου, ἐδῶ τήν ἐπικαλοῦνται!
Καταρχήν θά πρέπη νά τονίσουμε ὅτι τό «ἐπί» δέν σημαίνει πάντοτε «πάνω», ἀλλά «πλάι, κοντά, δίπλα, ἐντός». Ἄς δοῦμε μερικά προφανῆ χωρία:
«Καί εἶπαν πρός αὐτούς οἱ υἱοί ᾿Ισραήλ· ὄφελον ἀπεθάνομεν πληγέντες ὑπό Κυρίου ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, ὅταν ἐκαθίσαμεν ἐπί τῶν λεβήτων [πάνω στά καζάνια!!!] τῶν κρεῶν καί ἠσθίομεν ἄρτους εἰς πλησμονήν»(Ἐξ 16, 3).
«Σύ ἐκραταίωσας ἐν τῇ δυνάμει σου τήν θάλασσαν, σύ συνέτριψας τάς κεφαλάς τῶν δρακόντων ἐπί (: ἐντός) τοῦ ὕδατος»(Ψ 73, 13).
«Ἐπί τῶν ποταμῶν [!!!] Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καί ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών»(Ψ 136, 1).
«Ἔδωκε τόν θρόνον αὐτοῦ ἐπάνωθεν τῶν θρόνων [ὄχι κυριολεκτικά] τῶν βασιλέων τῶν μετ᾿ αὐτοῦ ἐν Βαβυλῶνι»(Δ´ Βασ 25, 28).
«Ἦλθε πρός τόν ἄνθρωπον ἑστηκότος αὐτοῦ ἐπί τῶν καμήλων ἐπί τῆς πηγῆς [!!!]… Ἰδού ἐγώ ἐφέστηκα ἐπί τῆς πηγῆς [!!!] τοῦ ὕδατος»(Γεν 24, 30, 43).
Ἐπί τῶν ὑδάτων: «Ἔστι δέ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπί τῇ προβατικῇ [πύλῃ, ἐννοεῖται] κολυμβήθρα (: δεξαμενή), ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς ἔχουσα»(Ἰω 5, 2). Ἡ δεξαμενή δέν ἦταν πάνω στήν πύλη!
«Εὐθέως τό πλοῖον ἐγένετο ἐπί τῆς γῆς [πάνω στή γῆ;;;] εἰς ἥν ὑπῆγον»(Ἰω 6, 21).
«Προσεκύλισε λίθον ἐπί τήν θύραν τοῦ μνημείου»(Μρ 15, 46).
«Δείξω σοι τό κρῖμα τῆς πόρνης τῆς μεγάλης τῆς καθημένης ἐπί ὑδάτων πολλῶν»(Ἀπκ 17, 1)=«σέ τόπο μέ πολλά νερά»(Ν. Σωτηρόπουλος).
«… ἵνα ἐπί στόματος δύο μαρτύρων ἤ τριῶν σταθῇ πᾶν ρῆμα»(Μθ 18, 16· βλ. καί: Δευτ 19, 15).
«Θησαυρός ἐπιθυμητός ἀναπαύσεται ἐπί στόματος σοφοῦ»(Πρμ 21, 20).
«Καί εὐθέως ἐπί τό πρωΐ (: κατά τό πρωΐ) συμβούλιον ποιήσαντες οἱ ἀρχιερεῖς μετά τῶν πρεσβυτέρων καί γραμματέων καί ὅλον τό συνέδριον, δήσαντες τόν ᾿Ιησοῦν ἀπήνεγκαν καί παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ»(Μρ 15, 1).
«Καί ὁρᾷ καί ἰδού φρέαρ ἐν τῷ πεδίῳ, ἦσαν δέ ἐκεῖ τρία ποίμνια προβάτων ἀναπαυόμενα  ἐπ᾿ αὐτοῦ [!!!]»(Γεν 29, 2).
«Μετά ταῦτα ἐφανέρωσεν ἑαυτόν πάλιν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς ἐπί τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος»(Ἰω 21, 1).
Ὑπάρχουν καί ἄλλα χωρία, ἀλλά μένουμε σ᾽ αὐτά. Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή Βίβλο, ἀρκεῖ καί ἕνα μόνο χωρίο γιά τήν κατοχύρωσι μιᾶς θέσεως, ἐφόσον ἄλλα δέν τό ἀντικρούουν.

Ἄς δώσουμε, τώρα, μερικά, ἀκόμα, ἐπιχειρήματα, ἀναιρετικά τῆς κυριολεξίας τοῦ ὅτι ἡ γῆ ἐπιπλέει ὡς δίσκος «ἐπί τῶν ὑδάτων»:
α) Μιά ἑρμηνεία θά μποροῦσε νά εἶναι «ἐπί τῶν ὑπογείων ὑδάτων». Γράφει ἡ Ιsabelle Dillmann: «Σύμφωνα μέ ἐμπεριστατωμένες γεωλογικές μελέτες, περισσότερα ἀπό 120.000 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα γλυκοῦ νεροῦ ἀναπαύονταν εἰρηνικά κάτω ἀπ᾽ τήν ἔρημο [τῆς Λιβύης] ἀπό πανάρχαιες ἐποχές, πού ὑπολογίζονται σέ 14.000 ἕως 38.000 χρόνια. ῞Ενας πραγματικός ὠκεανός ἀπό γάργαρα νερά ἐγκλωβισμένα σέ δύο λεκάνες βαθειά στή γῆ: μιά λεκάνη ἀπό ψαμμίτη, πού μοιράζονται ἡ Αἴγυπτος, ἡ Λιβύη, τό Σουδάν καί τό Τσάντ, καί ἐκτείνεται ἐπί 250.000 Κm2 κάτω ἀπ᾽ τή βόρεια Σαχάρα, μέ βάθος πού σέ κάποια σημεῖα φθάνει τά 3 Κm· καί μιά δεύτερη, ἀνάμεσα στήν Τυνησία καί τήν Ἀλγερία, πού θά ἀξιοποιηθῆ κι αὐτή ἔπειτα ἀπ᾽ τή λεκάνη τοῦ Γκανταμέ. ῞Ενα τεράστιο ὑδροφόρο στρῶμα πού ξεκινᾶ ἀπ᾽ τό Μουρζούκ καί φθάνει μέχρι τή Χαμάντα. ῞Ενα γόνιμο παρελθόν, ἐγκλωβισμένο ἐπί πολλές χιλιετίες ἀνάμεσα στή σιωπή τῶν ἀπολιθωμάτων καί σ᾽ ἕνα παρόν διατυπωμένο καθαρά καί μέ ἀκρίβεια: οἱ Λίβυοι ἦταν ἕτοιμοι νά ἀντιμετωπίσουν τούς ἱστορικούς τους ἐχθρούς, πολύ χειρότερους καί ἀπ᾽ τόν πιό ἀνελέητο κατακτητή… τήν ἔρημο καί τήν τυραννία τῆς δίψας»(στό: περ. Γα, Ν-Δ 2003, 76· βλ. καί: 77).
  • Ὁ Graham Ηancock σημειώνει: «Θυμήθηκα τήν περιγραφή του Charles Ηapgood, πώς τό λεπτό ἀλλά σκληρό ἐξωτερικό στρῶμα τοῦ φλοιοῦ τῆς Γῆς, αὐτό τό ὁποῖο οἱ γεωλόγοι ὀνομάζουν λιθόσφαιρα, εἶναι δυνατό νά γλιστρήση ἑνιαῖο “πάνω στό μαλακό ἐσωτερικό στρῶμα τῆς Γῆς, ὅπως θά γλιστροῦσε ὁλόκληρη ἡ φλούδα ἑνός πορτοκαλιοῦ, ἄν ἦταν χαλαρή, πάνω στή ζουμερή σάρκα τοῦ φρούτου”(βλέπε μέρος Ι)»(G, 456).
«Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδέ παντός ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καί ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καί ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς [κάτω ἀπό τή στάθμη τῆς θάλασσας]»(Ἐξ 20, 4).
β) Πλατύτερη ἑρμηνεία τῶν ὑδάτων εἶναι τό μάγμα τῆς γῆς τό ὁποῖο ὑπάρχει στά ἔγκατά της καί πάνω του κινοῦνται οἱ τεκτονικές πλάκες. Σημειωτέον ὅτι τό μάγμα ἀναφέρεται στή Βίβλο: «Ὑποκάτω αὐτῆς [τῆς γῆς] ἐστράφη ὡσεί πῦρ»(Ἰώβ 28, 5).
γ) Τά θαύματα τῆς Βίβλου δέν γίνονται γιά ἐπίδειξι. Πάντα θά ἔχουν κάποιο λόγο. Πλήρη ἀναίρεσι τῆς θέσεως ὅτι ἡ γῆ εἶναι ἐπί ὑδάτων, θαλάσσης ἤ ποταμῶν καί ὄχι τό ἀντίστροφο, μᾶς δίνουν δύο θαύματα τῆς Ἁγ. Γραφῆς: ἡ ξήρανσι τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης καί τοῦ Ἰορδάνου: ὁ ἐμφανισθείς βυθός καί τῶν δύο ἀποδεικνύει ὅτι τά ὕδατα εἶναι πάνω στή γῆ καί ὄχι τό ἀντίστροφο:
«Ἡ θάλασσα εἶδε καί ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τά ὀπίσω… Τί σοί ἐστι, θάλασσα, ὅτι ἔφυγες, καί σύ, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τά ὀπίσω;»(Ψ 113, 3, 5).
«Καί ἐπετίμησε τῇ ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ, καί ἐξηράνθη, καί ὡδήγησεν αὐτούς ἐν ἀβύσσῳ ὡς ἐν ἐρήμῳ»(Ψ 105, 9).
«Καί ἔλαβεν ᾿Ηλιού τήν μηλωτήν αὐτοῦ καί εἵλησε καί ἐπάταξε τό ὕδωρ, καί διῃρέθη τό ὕδωρ ἔνθα καί ἔνθα, καί διέβησαν ἀμφότεροι ἐν ἐρήμῳ… καί ἔλαβε τήν μηλωτήν ᾿Ηλιού, ἥ ἔπεσεν ἐπάνωθεν αὐτοῦ, καί ἐπάταξε τό ὕδωρ καί οὐ διέστη· καί εἶπε· ποῦ ὁ Θεός ᾿Ηλιού ἀφφώ; καί ἐπάταξε τά ὕδατα, καί διερράγησαν ἔνθα καί ἔνθα, καί διέβη Ἐλισαιέ»(Δ´ Βασ 2, 8, 14).
«Ἀποξηράναντος Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τό ὕδωρ τοῦ ᾿Ιορδάνου ἐκ τῶν ἔμπροσθεν αὐτῶν, μέχρις οὗ διέβησαν· καθάπερ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν τήν ἐρυθράν θάλασσαν, ἥν ἀπεξήρανε Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν ἔμπροσθεν ἡμῶν, ἕως παρήλθομεν»(ἸΝ 4, 23).
«Ἔθετο ποταμούς εἰς ἔρημον καί διεξόδους ὑδάτων εἰς δίψαν»(Ψ 106, 33).
«Καί διελεύσονται ἐν θαλάσσῃ στενῇ καί πατάξουσιν ἐν θαλάσσῃ κύματα, καί ξηρανθήσεται πάντα τά βάθη ποταμῶν, καί ἀφαιρεθήσεται πᾶσα ὕβρις Ἀσσυρίων, καί σκῆπτρον Αἰγύπτου περιαιρεθήσεται»(Ζαχ 10, 11).
«Ἐρημώσω ὄρη καί βουνούς καί πάντα χόρτον αὐτῶν ξηρανῶ, καί θήσω ποταμούς εἰς νήσους καί ἕλη ξηρανῶ»(Ἡσ 42, 15).
«Βάθη δέ ποταμῶν ἀνεκάλυψεν»(Ἰώβ 28, 11).
«Οὕτως λέγει Κύριος, ὁ διδούς ἐν θαλάσσῃ ὁδόν ἐν ὕδατι ἰσχυρῷ τρίβον»(Ἡσ 43, 16).
 «Ὁ λέγων τῇ ἀβύσσῳ· ἐρημωθήσῃ, καί τούς ποταμούς σου ξηρανῶ»(Ἡσ 44, 27).
 «Ἰδού τῇ ἀπειλῇ μου ἐξερημώσω τήν θάλασσαν καί θήσω ποταμούς ἐρήμους, καί ξηρανθήσονται οἱ ἰχθύες αὐτῶν ἀπό τοῦ μή εἶναι ὕδωρ καί ἀποθανοῦνται ἐν δίψει»(Ἡσ 50, 2).
«Ἡ ἐρημοῦσα θάλασσαν, ὕδωρ ἀβύσσου πλῆθος; ἡ θεῖσα τά βάθη τῆς θαλάσσης ὁδόν διαβάσεως ρυομένοις»(Ἡσ 51, 10).
«Ἐξηράνθη [ἐννοεῖ: θά ξηρανθῆ] τό ὕδωρ αὐτοῦ [τοῦ Εὐφράτη], ἵνα ἑτοιμασθῇ ἡ ὁδός τῶν βασιλέων τῶν ἀπό ἀνατολῆς ἡλίου»(Ἀπκ 16, 12).
Ὁ Θεός «συνταράσσει τό κῦτος (: τό βάθος, τό βυθό) τῆς θαλάσσης»(Ψ 64, 8).

δ) Στήν ἑτυμολογία ὑπάρχει τό σχῆμα: τό περιέχον ἀντί τοῦ περιεχομένου. Παράδειγμα: Στή θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου, κατά τόν Καθαγιασμό, ζητᾶμε νά «ποιηθῆ»: τό ποτήριον τοῦτο αὐτό τό τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀντί τοῦ: ὁ ἐντός τοῦ ποτηρίου οἶνος εἰς αἷμα Χριστοῦ. Τό ἴδιο μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τό «ἡ γῆ ἐπί τῶν ὑδάτων», ἀντί τοῦ «τά ὕδατα ἐπί τῆς γῆς».
  • Τό ὅτι τά ὕδατα εἶναι ἐπί τῆς γῆς φαίνεται καί ἀπό τό πρῶτο Κεφάλαιο τῆς Γενέσεως: «Καί εἶπεν ὁ Θεός· συναχθήτω τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγήν μίαν [ἄρα ὄχι ἐπί τῶν ὑδάτων· μέ ὑπόβαθρο τήν ἀπό κάτω στερεά γῆ], καί ὀφθήτω ἡ ξηρά. Καί ἐγένετο οὕτως. Καί συνήχθη τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τάς συναγωγάς αὐτῶν, καί ὤφθη ἡ ξηρά»(Γεν 1, 9).
  • Συναφές εἶναι καί τό χωρίο: «Οὕτως λέγει Κύριος ὁ ποιήσας τόν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεός ὁ καταδείξας τήν γῆν [τήν ἔβγαλε ἀπό τά ὕδατα] …»(Ἡσ 45, 18).
  • Ἀναφέρει καί ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Σύμφωνα μέ τό θεῖο πρόσταγμα ἔγιναν κοιλώματα στή γῆ κι ἔτσι συνάχθηκαν τά ὕδατα στίς συναγωγές τους. Ἀπ᾽ αὐτό δημιουργήθηκαν καί τά ὄρη»(PG 94, 904).
  • Γράφει καί ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἤ τό “ἐξ ὕδατος”(Β´ Πέτρ 3, 5) ἐδῶ ἴσως ὑπονοεῖ ὅτι ἡ γῆ μέ τό νά ἦταν προηγουμένως κατά τή δημιουργία τοῦ κόσμου σκεπασμένη ἀπό τό νερό καί δέν φαινόταν καθόλου —“ἡ δέ γῆ”, ἀναφέρεται, “ἦν ἀόρατος καί ἀκατασκεύαστος”(Γεν 1, 2)— ὕστερα ἀφοῦ τά νερά συνάχθηκαν στίς κοιλότητες τῆς γῆς, τότε μέσα ἀπό τά νερά, δηλ. μετά τό συμμάζεμα τῶν νερῶν ἐφάνη τί λογῆς εἶναι καί ἔγινε ὁρατή. Διότι ἐδῶ ἡ πρόθεσι “ἐξ” σημαίνει “ὕστερα”, καθώς εἶναι καί ἐκεῖνο “ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου” δηλαδή μετά τό δεῖπνο, καί ἐκ τοῦ λευκοῦ ἔγινε μέλαν, δηλαδή μετά τό λευκό»(ΝΑ, 407).
  • Διαβάζουμε: «Ἐπί ποταμῶν ἡτοίμασεν αὐτήν»(Ψ 23, 2), ἀντί «τοῦ διεκόσμησε»(Μ. Ἀθανάσιος (γνήσιο ἔργο κατά τόν Πατρολόγο Π. Χρήστου), ΒΕΠ 32, 65).
  • Σημειώνει ὁ David C. C. Watson: «Εἶναι προφανές πώς τά ψηλά βουνά δέν “ἀνεφάνησαν” παρά μετά τόν Κατακλυσμό καί ὁ πυθμένας τῆς θάλασσας βάθυνε ταυτόχρονα γιά νά κρατήση τίς τεράστιες ποσότητες νεροῦ (Ψ 103, 6-9).
Ἑπομένως ἡ γῆ πρίν ἀπό τόν Κατακλυσμό ἦταν πιό ἐπίπεδη ἀπό τή σημερινή (ἄν καί φυσικά στρογγυλή) καί οἱ θάλασσες πιό ρηχές»(W, 24).
  • Ἐπισημαίνει ὁ καθηγ. Στέργιος Σάκκος: «“Ἀπό ἐπιτιμήσεώς Σου φεύξονται, ἀπό φωνῆς βροντῆς Σου δειλιάσουσιν”(Ψ 103, 7).
Ἡ ἄβυσσος τῶν ὑδάτων, πού περιέζωνε τή γῆ, φαντάζει μπρός στό προφητικό βλέμμα τοῦ Δαυΐδ σάν τρομακτικό ἐμπόδιο γιά τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ νά κάνη τή γῆ τόπο κατοικήσιμο. Πῶς θά ἔνοιωθε ἕνας ἄνθρωπος, πού θά γνώριζε τή μελλοντική κατάστασι τῆς γῆς, ἄν βρισκόταν τήν ὥρα τῆς δημιουργίας μπροστά στήν ὑδάτινη ἐκείνη μᾶζα; Ἀσφαλῶς σάν νά βρισκόταν μπροστά σέ μιά φοβερή ἀπειλή, πού θά ἀντιστεκόταν στά σχέδια τοῦ δημιουργοῦ. Παρόμοια αἰσθήματα φαίνεται ὅτι δοκιμάζει ὁ Δαυΐδ, γι᾽ αὐτό χαρακτηρίζει τό δημιουργικό λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τά νερά τῆς ἀβύσσου σάν ἐπιτίμησι καί σάν φοβέρα, μπρός στήν ὁποία τά νερά φεύγουν τρομαγμένα. Κατρακυλοῦν βιαστικά καί παφλάζοντα ἀπό τά ψηλότερα μέρη τῆς γῆς καί συγκεντρώνονται στά κοιλώματα σχηματίζοντας τίς θάλασσες καί ἀφήνοντας νά φανῆ ἡ ξηρά. Μέ αὐτόν τόν ποιητικό τρόπο, ἀποδίδει τό Γεν 1, 9 “καί εἶπεν ὁ Θεός συναχθήτω τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγήν μίαν καί ὀφθήτω ἡ ξηρά. Καί ἐγένετο οὕτως”…
Προσωποποίησι τῶν ὑδάτων ἔχουμε αὐτή τή φορά καί μέ τά ρήματα φεύξονται καί δειλιάσουσι, τά ὁποῖα εἶναι πάλι σέ χρόνο μέλλοντα, πού δηλώνει τή συνέχεια γιά τήν ἱστορική ἐκείνη στιγμή…
Ὁ ψαλμωδός χρησιμοποιεῖ ἕνα φυσικό φαινόμενο, τή βροντή, πού γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ὅλων τῶν αἰώνων καί πού προκαλεῖ ἕναν ἀσυναίσθητο φόβο, γιά νά ζωντανέψη τήν προσταγή τοῦ δημιουργοῦ (πρβλ. Ψ 17, 14, 16· 28, 3). Ἡ βροντή λαμβάνεται ὡς ἕνα σημάδι τῆς πρωταρχικῆς διαταγῆς τοῦ Θεοῦ, μία ὑπόμνησι τῆς φωνῆς Του»(ΣΣ, 208).
  • Στήν Ἀποκάλυψι ἀναφέρεται ὅτι στήν καινούργια γῆ δέν θά ὑπάρχη θάλασσα: «Καί θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι»(21, 1). Τότε ποῦ θά στηρίζεται ἡ γῆ;
  • Ὁ ἐξαίρετος θεολόγος Κων. Σιαμάκης ἐπισημαίνει: «“Ἡ δέ Γῆ ἦν ἀόρατος καί ἀκατασκεύαστος”(Γεν 1, 2). Ἡ ἑλληνική λέξιἀκατασκεύαστος κατά τήν ἐποχή τῆς μεταφράσεως τῶν Ἑβδομήκοντα σημαίνει “ἀνεξόπλιστος”, “χωρίς τά ἔπειτα ἀξεσουάρ”, χωρίς δηλαδή τά βουνά, τή χλωρίδα, τήν πανίδα καί τό πλαγκτόν. Διότι κατασκευή κατά τήν ἴδια ἐποχή λέγεται ὁ ἐξοπλισμός καί ἡ ἐπίπλωσι. Καί μέ τό ἀόρατος θέλει νά πῆ ὅτι ἡ ξηρά ἦταν “ἀφανής καί ἀθέατη ὡς καλυμμένη”, ὅτι δέν εἶχε ἀναδυθῆ ἀπ’ τό νερό, τό ὁποῖο κάλυπτε ἀρχικά ὅλη τή σφαῖρα… Ἀναφέρεται σέ χρόνο πρίν ἀπ’ τήν ἐμφάνισι τῆς ζωῆς καί πρίν ἀπ’ τήν ὀρογένεσι, ὅταν ἡ ἀπτύχωτη ἀκόμη ξηρά ἦταν ὅλη πυθμένας τοῦ νεροῦ, τοῦ ἑνιαίου σφαιρικοῦ ὠκεανοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε βάθος 3.800m, ὅπως προκύπτει σήμερα ἀπό ἕνα ὀγκομετρικό ὑπολογισμό.
Στή συνέχεια ὁ συντάκτης τῆς Γενέσεως κάνει λόγο γιά τό χωρισμό τῶν ἠπείρων καί τῆς θάλασσας μέ ἀνάδυσι τῆς ξηρᾶς μέσα ἀπ’ τό νερό μετά ἀπό πρόσταγμα τοῦ Κατασκευαστοῦ τοῦ σύμπαντος: “Συναχθήτω τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγήν μίαν, καί ὀφθήτω ἡ ξηρά. Καί ἐγένετο οὕτω. Καί συνήχθη τό ὕδωρ… καί ὤφθη ἡ ξηρά. Καί ἐκάλεσεν ὁ Θεός τήν ξηράν Γῆν καί τά συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας”(Γεν 1, 9-10). Καί μετά ἀπ’ αὐτό πρόσταξε: “Βλαστησάτω ἡ Γῆ βοτάνην χόρτου…”(Γεν 1, 11) κι ἔπειτα ἔτσι ἔκανε τά ζῶα, καί στό τέλος τόν ἄνθρωπο.
Οὔτε ὑπῆρξε οὔτε θά ὑπάρξη κάτι πού νά ἀνατρέπη ἐπιστημονικῶς τά λεγόμενα αὐτά τῆς Βίβλου. Ἡ ἀποκάλυψι αὐτή, πού ἔγινε πρίν ἀπό 35 αἰῶνες, ἔχω τή γνώμη ὅτι δέν θά ξεπερασθῆ ποτέ, ἀκόμη κι ἄν τήν ἀρνηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἡ ἀλήθεια δέν ἐξαρτᾶται ἀπ’ τήν παραδοχή της.
Ἀναδύθηκαν, λοιπόν, οἱ ἤπειροι μέσα ἀπ᾽ τό βυθό τοῦ νεροῦ τῆς ὑφηλίου ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πτυχώσεως τοῦ φλοιοῦ τῆς Γῆς. Κι ἕνας ἀπ’ τούς συντάκτες τῆς Κ. Διαθήκης μετά 15-16 αἰῶνες συνοψίζει τά προειρημένα: “Γῆ ἐξ ὕδατος καί δι’ ὕδατος [=ἀνάμεσα ἀπό τό νερό] συνεστῶσα τῷ τοῦ Θεοῦ λόγῳ”(Β´ Πέτρ 3, 5). Κι ἐπειδή πρό τοῦ 1000 π.Χ. δέν ὑπῆρχε ὁ ἑλληνικός ἀστρονομικός ὅρος τοῦ 4ου π.Χ. αἰ. ὁρίζων, ἄλλος συντάκτης τῆς Βίβλου πρίν ἀπ’ τό 1000 π.Χ. λέει τόν ὁρίζοντα πτέρυγες Γῆς, δηλαδή “παρυφές τῆς βλεπομένης Γῆς”»(ΣΚ, 314· βλ. καί: ΝΑ, 407).
Νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι τό πλῆρες γεώγλυφο τῆς γῆς (σημερινά ψηλά βουνά) πῆρε τή μορφή του κατά καί μετά τόν Κατακλυσμό ἀπό τό βάρος τῶν ὑπερκειμένων νερῶν. Σ᾽ αὐτό ἀναφέρεται τό «πλάσιμο» τῆς γῆς: «Πρό τοῦ ὄρη γενηθῆναι καίπλασθῆναι τήν γῆν καί τήν οἰκουμένην, καί ἀπό τοῦ αἰῶνος καί ἕως τοῦ αἰῶνος σύ εἶ»(Ψ 89, 2)· «Ὅτι αὐτοῦ ἐστιν ἡ θάλασσα, καί αὐτός ἐποίησεν αὐτήν, καί τήν ξηράν αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἔπλασαν»(Ψ 94, 5)· «Οὕτως εἶπε Κύριος ποιῶν γῆν καί πλάσσωναὐτήν τοῦ ἀνορθῶσαι αὐτήν, Κύριος ὄνομα αὐτῷ»(Ἱερ 40, 2).
«Ἀπό τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπί Νῶε τοῦτό μοί ἐστι· καθότι ὤμοσα αὐτῷ ἐν τῷ χρόνῳ ἐκείνῳ τῇ γῇ μή θυμωθήσεσθαι ἐπί σοί ἔτι, μηδέ ἐν ἀπειλῇ σου τά ὄρη μεταστήσεσθαι, οὐδ᾿ οἱ βουνοί σου μετακινηθήσονται, οὕτως οὐδέ τό παρ᾿ ἐμοῦ σοί ἔλεος ἐκλείψει, οὐδέ ἡ διαθήκη τῆς εἰρήνης σου οὐ μή μεταστῇ· εἶπε γάρ Κύριος· ἵλεώς σοι»(Ἡσ 54, 9-10).
Νά σημειώσουμε, ἀκόμα, ὅτι τό «πτέρυγες τῆς γῆς» εἶναι παρομοίωσι καί ὄχι κυριολεξία· λέμε π.χ.: πτέρυγες τοῦ νοσοκομείου ἤ πτέρυγες τῆς Βουλῆς.
ε) Γράφει ὁ Εugene Lyon: «Ἡ Γῆ καλύπτεται κατά 70% ἀπό νερό»(στό: περ. Γα, Μρ-Ἀπ 2003, 32). Ἄν, τώρα, κυττάξη κανείς τήν ὑδρόγειο σφαῖρα, θά δῆ τήν πλειονότητα τοῦ νοτίου ἡμισφαιρίου νά καλύπτεται ἀπό τό νερό καί τήν πλειονότητα τῆς ξηρᾶς νά βρίσκεται στό βόρειο. Σάν νά εἶναι ἡ ξηρά ἐπί τοῦ κατεξοχή ὑγροῦ νοτίου ἡμισφαιρίου.
Πηγή:
Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Φυσικοῦ
ΓΙΑΤΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΕΤΩ ΤΗΝ ΒΙΒΛΟ
ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
Σταμάτα 2015
TRUTH TARGET
ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ
τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542


HI MY FRIENDS....!!!!
MY HEART SITES - ΤΑ SITES ΜΟΥ:




GOOGLE PLUS
WELCOME MY FRIENDS....!!