Για πληροφορίες και ερωτήσεις γράψτε μας στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: akhs1914@hotmail.com
Ελάτε να γίνουμε φίλοι στο Face Book _ Κάντε αίτημα φιλίας στο Face Book εδώ: www.facebook.com/Kosmas.Agrinio

ΕΚ ΧΟΟΣ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΥ

ΕΚ ΧΟΟΣ
Ἀπό τό νέο αντιεξελικτικό βιβλίο
τοῦ Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστωφ, Φυσικού
ΒΙΒΛΟΣ & ΕΞΕΛΙΞΗ


τηλ. ἐπικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542
Πηγή:
TRUTH TARGET
ΕΚ ΧΟΟΣ
Πρό τῶν πηλῶν.
Power and powder (Δύναμι καί σκόνη).
Οἱ ἐξ ἡμῶν φιλοεξελικτικοί, κάνοντας lastex τή Βίβλο, ἰσχυρίζονται ὅτι τό «ἐκ χοός» τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει: «ἐκ προϋπάρχοντος ζώου». Ἄς δοῦμε, ὅμως, τί λέει στήν πραγματικότητα ἡ Βίβλος. Μήπως δέν κυριολεκτεῖ; Κάθε ἄλλο! Αὐτό θά φανῆ  ξεκάθαρα ἀπό τά παρακάτω χωρία καί ἀπό τήν ἁπλῆ λογική.
«Καί ἄνθρωποι πάντες ἀπό  ἐδάφους, καί ἐκ γῆς ἐκτίσθη Ἀδάμ»(ΣΣειρ 33, 10). Ὑπάρχει τίποτε πιό ξεκάθαρο;
«Τά πάντα ἐγένετο ἀπό τοῦ χοός, καί τά πάντα ἐπιστρέψει εἰς τόν χοῦν»(Ἐκκλ 3, 20).    Δέν λέει ἐπιστρέφει σέ ζῶο, ἄν τό «ἀπό τοῦ χοός» σημαίνει ἀπό προγενέστερο ζῶο   .  Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό: «… ἀποστρέψαι σε εἰς τήν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»(Γεν 3, 19) τοῦ Κυρίου· καί γιά τό: Γεν 3, 23:  «ἐργάζεσθαι τήν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη»: ὄχι ἀπό ζῶα·δέν θά καλλιεργοῦσε τά ζῶα· καί γιά τό: «Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς ἄνθρωπον καί πάλιν ἀπέστρεψεν αὐτόν εἰς αὐτήν»(ΣΣειρ 17, 1· βλ. καί: 32).
«Εἰμί μέν κἀγώ θνητός ἄνθρωπος ἴσος ἅπασι καί γηγενοῦς ἀπόγονος πρωτοπλάστου»(ΣΣολ 7, 1).
«Καί κακόμοχθος θεόν μάταιον ἐκ τοῦ αὐτοῦ πλάσσει πηλοῦ, ὅς πρό μικροῦ γῆς γεννηθείς μετ᾿ ὀλίγον πορεύεται ἐξ ἧς ἐλήφθη, τό τῆς ψυχῆς ἀπαιτηθείς χρέος»(ΣΣολ 15, 8).
  • Γῆ =χῶμα: «Καί διέρρηξεν Ἰωνάθαν τά ἱμάτια αὐτοῦ καί ἐπέθετο γῆν ἐπί τήν κεφαλήν αὐτοῦ καί προσηύξατο»(Α´ Μακ 11, 71).
«Ἐπίταξον ἀναλαβεῖν τό πνεῦμά μου, ὅπως ἀπολυθῶ καί γένωμαι γῆ  »(Τωβ 3, 6).
«Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς ἄνθρωπον καί πάλιν ἀπέστρεψεν αὐτόν εἰς αὐτήν»(ΣΣειρ 17, 1).
Ἐλιφάζ: Ἀπό πηλό (δέν τόν διορθώνει ὁ Θεός): «Τούς δέ κατοικοῦντας οἰκίας πηλίνας, ἐξ ὧν καί αὐτοί ἐκ τοῦ αὐτοῦ πηλοῦἐσμεν…»(Ἰώβ 4, 19).
Ὁ Ἐλιούς ἰσχυρίζεται στόν Ἰώβ, χωρίς ὁ Θεός νά τόν διορθώνη γι᾽ αὐτό: «Ἐκ   πηλοῦ διήρτισαι (: εἶσαι πλασμένος) σύ ὡς καί ἐγώ»(Ἰώβ 33, 6).
«Ποῖον βέλτιον κατεσκεύασα ὡς πηλόν κεραμέως;… μή ἐρεῖ ὁ πηλός τῷ κεραμεῖ· τί ποιεῖς, ὅτι οὐκ ἐργάζῃ οὐδέ ἔχεις χεῖρας;»(Ἡσ 45, 9).
Διαβάζουμε στόν Ἡσαΐα: «Καί νῦν, Κύριε, πατήρ ἡμῶν σύ, ἡμεῖς δέ  πηλός, ἔργα τῶν χειρῶν σου πάντες»(Ἡσ 64, 8).
Ἐξάλλου ὁ ἴδιος ὁ Κύριος διδάσκει: «Ἦ σύ λαβών γῆν  πηλόν ἔπλασας ζῷον καί λαλητόν  αὐτόν [Προσοχή! Δέν λέει: αὐτόδηλ. ζῶο] ἔθου ἐπί γῆς;»(Ἰώβ 38, 14· βλ. καί: ΝΚ, 274).
Μέ τό ἴδιο πνεῦμα συνεχίζει ὁ Ἐλιούς: «Τελευτήσει πᾶσα σάρξ ὁμοθυμαδόν, πᾶς δέ βροτός εἰς γῆν ἀπελεύσεται, ὅθεν καί ἐπλάσθη»(Ἰώβ 34, 15).
Ἀναφέρει καί ὁ Ἰώβ: «Μνήσθητι ὅτι πηλόν με ἔπλασας, εἰς δέ γῆν με πάλιν ἀποστρέφεις»(Ἰώβ 10, 9).
Ἀκόμα: «Ἀποβήσεται δέ ὑμῶν τό γαυρίαμα ἴσα σποδῷ (: ἡ καύχησι ἰσοδύναμη μέ τή στάκτη), τό δέ σῶμα    πήλινον»(Ἰώβ 13, 12).
Καί ἡ «ἐξελιγμένη» (σέ σχέσι μέ τήν Παλαιά) Καινή Διαθήκη λέει ἀπό χοός, ὅπου χοῦς=χῶμα:    «Καί ἄλλο ἔπεσεν ἐπί τό πετρῶδες, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν, καί εὐθέως ἐξανέτειλε διά τό μή ἔχειν βάθος γῆς… καί ἄλλο ἔπεσεν εἰς τήν γῆν τήν καλήν καί ἐδίδου καρπόν ἀναβαίνοντα καί αὐξάνοντα, καί ἔφερεν ἐν τριάκοντα καί ἐν ἑξήκοντα καί ἐν ἑκατόν… καί οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπί τήν γῆν τήν καλήν σπαρέντες, οἵτινες ἀκούουσι τόν λόγον καί παραδέχονται, καί καρποφοροῦσιν ἐν τριάκοντα καί ἐν ἑξήκοντα καί ἐν ἑκατόν… Καί ἔλεγεν· οὕτως ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄν ἄνθρωπος βάλῃ τόν σπόρον ἐπί τῆς γῆς»(Μρ 4, 5, 8, 20, 26).
«Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ»(Α´ Κορ 15, 47).
  • Ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἰλύ, ἀφοῦ ἡ πηγή πότιζε ὅλη τή γῆ (Γεν 2, 6).
  • Τί θά τόν ἐμπόδιζε νά πῆ: «ἀπό προγενέστερα ζῶα»;
***
Στή συνέχεια ἄς δοῦμε τί λένε οἱ Πατέρες καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς.
Γράφει ὁ Ἅγ. Εἰρηναῖος: «Τόν ἄνθρωπο τόν ἔπλασε μέ ἔργο, καθώς λέγει ἡ Γραφή· “Καί ἔλαβε Κύριος χοῦν ἀπό τῆς γῆς καί ἔπλασε τόν ἄνθρωπον”(Γεν 2, 7). Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ἔπτυσε στή γῆ καί ἔκανε πηλό καί τόν ἐπέχρισε στά μάτια του (Ἰω 9, 6), δείχνοντας πῶς ἔγινε ἡ παλιά πλάσι καί φανερώνοντας σέ αὐτούς, πού μποροῦν νά καταλάβουν, τό χέρι του Θεοῦ, μέ τό ὁποῖο πλάσθηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπό πηλό. Τά μάτια, δηλαδή, τοῦ τυφλοῦ, τά ὁποῖα παρέλειψε ὁ Δημιουργός Λόγος νά πλάση στήν κοιλιά τῆς μητέρας, αὐτά τά συμπλήρωσε στά φανερά, γιά νά φανερωθοῦν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν»(ΑΕ, 386).
° Ἀκόμα: «Γ´, 21, 10 Ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ ἔλαβε τήν ὕπαρξί του ἀπό τήν ἀκατέργαστη γῆ, πού ἦταν μέχρι τότε παρθένος (“οὐ γάρ ἔβρεξεν ὁ Θεός, καί ἄνθρωπος οὐκ ἦν ἐργάζεσθαι τήν γῆν”(Γεν 2, 5)) καί πλάσθηκε μέ τό χέρι τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, μέ τόν Λόγο Του (“πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο”(Ἰω 1, 3)), καί ἔλαβε ὁ Κύριος χῶμα ἀπό τή γῆ καί ἔπλασε τόν ἄνθρωπο (Γεν 2, 7). Ἔτσι Αὐτός πού εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀνακεφαλαιώνοντας στόν ἑαυτό Του (Ἐφ 1, 10) τόν Ἀδάμ, ὀρθῶς πῆρε τή γέννησι, πού ἀνακεφαλαίωσε τόν Ἀδάμ, ἀπό τή Μαρία, ἡ ὁποία μέχρι τότε ἦταν παρθένος* [ὑπ.: Ἐάν, λοιπόν, ὁ πρῶτος Ἀδάμ εἶχε πατέρα ἄνθρωπο καί γεννήθηκε ἀπό σπέρμα ἀνδρός, φυσικό ἦταν νά πῆ ὅτι καί ὁ δεύτερος Ἀδάμ γεννήθηκε ἀπό τόν Ἰωσήφ. Ἄν, ὅμως, ἐκεῖνος ἐλήφθη ἀπό τή γῆ καί τόν ἔπλασε ὁ Θεός, ἔπρεπε καί Αὐτός, ὁ Ὁποῖος τόν ἀνακεφαλαίωσε ἐν Ἑαυτῷ, πλασμένος ὡς ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό, νά ἔχη τήν ἴδια ἀκριβῶς ὁμοιότητα μέ ἐκεῖνον ὡς πρός τή γέννησί του. Γιατί, ἄλλωστε, ὁ Θεός δέν πῆρε χῶμα, ἀλλά ἐνήργησε ἔτσι, ὥστε ἡ πλάσι νά γίνη ἀπό τή Μαρία; Γιά νά μή γίνη ἄλλη πλάσι οὔτε νά εἶναι ἄλλο αὐτό τό ὁποῖο σώζεται, ἀλλά νά ἀνακεφαλαιωθῆ ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, διατηρουμένης τῆς ὁμοιότητος.]{Θεοδώρητος, Ἐρανιστής, Διάλογος Α´ (ΡG 83, 84)}»(ΑΕ, 252· βλ. καί: Ε2, 239).
  • Ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων γράφει: «Τί θά ποῦμε ἀκόμη γιά τόν ἴδιο τόν Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ σχηματίσθηκε ἀπό τή λάσπη τῆς γῆς, γέννησε βέβαια υἱούς πού μετεῖχαν στή δική του φύσι, κοινωνούς τοῦ γένους του, κληρονόμους τῆς διαδοχῆς;»(ΑΜ).
  • Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος σημειώνει: «Ὁ Θεός ἔπλασε  μόνο τόν ἄνδρα ἀπ᾽ τή λάσπη, ἐνῶ ἀπέσπασε τή γυναῖκα ἀπ᾽ τόν ἄνδρα»(ΙΑ, 271).
° Ἀκόμα: «Ἕνας ἄνθρωπος δέν γεννᾶται ἀπό ἄλλον ἄνθρωπο, κατά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος γεννήθηκε ἀπ᾽ τό χῶμα. Τό χῶμα χρησίμευσε ὡς ὕλη γιά νά διαπλασθῆ ὁ ἄνθρωπος ἐνῶ ἕνας ἄνθρωπος, πού φέρνει στόν κόσμο ἕναν ἄλλο εἶναι ὁ πατέρας του. Ὥστε ἡ σάρκα δέν ἔχει τήν ἴδια φύσι μέ τό χῶμα ἄν καί ἀποσπάσθηκε ἀπ᾽ αὐτό, ἐνῶ ἕνα παιδί δέν ἔχει διαφορετική φύσι ἀπ᾽ αὐτή τοῦ πατέρα του»(Ι, 3).
° Ἐπίσης: «Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ἀπ᾽ τό χῶμα τῆς γῆς, αὐτή, ὅμως, ἡ γῆ πλάσθηκε ἐκ τοῦ μηδενός, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου»(Ι, 63).
  • Διαβάζουμε: «Ὄχι παίροντας τό καλύτερο τμῆμα τῆς γῆς διέπλασε ἀπό αὐτό τό ἀνθρώπινο σῶμα, ἀλλά τό περιττό καί ἄχρηστο κι αὐτό πού ἔμοιαζε μέ κονιορτό, ὥστε νά φαίνεται ὅτι χρησιμοποίησε μέν μέ τή θέλησί Του ὁ Θεός τή γῆ, τό συνολικό, ὅμως, ἀποτέλεσμα ὀφειλόταν στή δική Του δύναμι καί σοφία»(P, 139).
  • Γράφει ὁ Τερτυλλιανός: «Μήπως καί ἡ ἴδια ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου δέν πραγματοποιήθηκε μέ τήν πρόσμιξι νεροῦ (Γεν 2, 7);  Ἀπό τή γῆ πάρθηκε τό χῶμα,  ἀλλά αὐτό δέν θά χρησίμευε σέ τίποτε, ἐάν δέν ἐμβαπτιζόταν καί δέν ὑγραινόταν μέ τά ὕδατα πού εἶχαν συναχθῆ πρίν ἀπό τήν τέταρτη ἡμέρα στούς φυσικούς τους χώρους καί διετηρεῖτο ἀκόμη στήν ἐπιφάνεια  ὑγρός πηλός»(ΤΒ, 52· βλ. καί: ΣΤ, 70). Ἄς σημειώσουμε, παρεμπιπτόντως, ὅτι στό χωρίο αὐτό ὁ Τερτυλλιανός δέχεται σύντομο χρόνο γιά τή δημιουργία.
° Ἀκόμα: Ὁ Θεός «ἔπλασε ἀπό πηλό τόν ἄνθρωπο —εἶναι δηλαδή ὁ πραγματικός Προμηθεύς»(ΦΙ, 63).
° Ἐπίσης: «Ἡ γῆ ἦταν παρθένος [ σύντομος χρόνος τῆς δημιουργίας  ]· δέν εἶχε ἀκόμη ὑποστῆ ἐπεξεργασία ἤ βιασθῆ ἀπ’ τή σπορά: ἀπ’ αὐτή δέ τή γῆ πληροφορούμεθα ὅτι ὁ ἄνθρωπος μεταποιήθηκε σέ ψυχή ζῶσα»(ΤΣ, 93).
  • Ἰδού κάτι πού ἀποδίδεται στό Μ. Ἀθανάσιο: «Γεννᾶται ἐκ Παρθένου, γιά νά διορθώση τόν ἀπό   παρθένο γῆχωματοπλασμένο πρωτόπλαστο Ἀδάμ»(ΒΕΠ 36, 218).
  • Ἐπισημαίνει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἄν οἱ ἐχθροί τῆς ἀληθείας ἐπιμένουν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά προέλθη κάτι ἀπ᾽ τό μηδέν, ἄς τούς ρωτήσουμε: Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό χῶμα ἤ ἀπό τίποτε ἄλλο; Θά ποῦν, ὁπωσδήποτε, καί θά συνομολογήσουν ὅτι πλάσθηκε ἀπό χῶμα. Ἄς μᾶς ποῦν, λοιπόν, πῶς προῆλθε ἡ ὑλική φύσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπ᾽ τό χῶμα. Διότι ἀπ᾽ τό χῶμα θά μποροῦσε νά προέλθη πηλός καί πλίνθος καί κεραμίδι καί ὄστρακο. Πῶς, λοιπόν, δημιουργήθηκε ἡ φύσι τῆς σάρκας; Πῶς ἔγιναν ὀστᾶ καί νεῦρα καί ἀρτηρίες καί λίπος καί δέρμα καί νύχια καί τρίχες ἀπό μία ὑποκείμενη ὕλη;»(PG 53, 30).
° Ἀκόμα: «“Ἔπλασε”, λέει, “ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπ᾽ τή γῆ”(Γεν 2, 7). Τί λές; Ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπ᾽ τή γῆ ἔπλασε τόν ἄνθρωπο; Ναί, λέει, καί δέν εἶπε ἁπλῶς γῆ, ἀλλά χῶμα, σάν νά πῆ κανείς, αὐτῆς τῆς γῆς τό λεπτότερο καί μικρότερης ἀξίας. Σοῦ φαίνεται αὐτό πού εἰπώθηκε μεγάλο καί παράδοξο. Ὅμως, ἐάν κατανοήσης ποιός εἶναι ὁ Δημιουργός, δέν θά ἀπιστήσης πλέον στό γεγονός, ἀλλά καί θά θαυμάσης καί θά προσκυνήσης τή δύναμί Του. Ἄν δέ πρόκηται νά ἐξετάζης αὐτά σύμφωνα μέ τήν ἀσθένεια τῶν συλλογισμῶν σου, εἶναι φυσικό νά ὁδηγηθῆς στή σκέψι, ὅτι δέν θά μποροῦσε νά γίνη σῶμα ἀπ᾽ τή γῆ, ἀλλά πλίνθος, ἤ ὄστρακο, δέν θά μποροῦσε, ὅμως, νά γίνη τέτοιο σῶμα. Βλέπεις, ὅτι ἄν δέν λάβουμε ὑπόψιν μας τή δύναμι τοῦ δημιουργοῦντος καί δέν κατευνάσουμε τίς σκέψεις μας, πού ἔχουν πολλή ἀδυναμία, δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε τό ὕψος τῶν λεγομένων;»(PG 53, 102· βλ. καί: 54, 584· 51, 44· 52, 451).
° Τό ἀκόλουθο ἀποδίδεται στή γραφίδα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού παληά ἀπό παρθένα γῆἔπλασε τόν Ἀδάμ»(PG 56, 389).
° Καί τό ἀκόλουθο: «Παρατήρησε τό ἑξῆς παράδοξο· οἱ μέν γυναῖκες πρῶτα γεννοῦν τά παιδιά τους καί στή συνέχεια τά τρέφουν· διότι ἄν δέν γεννηθῆ τό βρέφος παραμένει ἄκαρπος ὁ μαστός· ἡ γῆ, ὅμως, πρίν ἀκόμα ἔλθη στήν ὕπαρξι ὁ Ἀδάμ, παρήγαγε τροφή. Πρίν ἀπό τόν ἐρχομό στή ζωή εἶχε στρωθῆ τράπεζα γιά τό “παιδί”, τόν πρωτόπλαστο. Διότι εἶπε ὁ Θεός: ἄς βλαστήση ἡ γῆ βοτάνη· καί τότε ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ἀπό χῶμα· ὄχι χωρίς νόημα, ἀλλά προερχόμενος ἀπό τή γῆ καί περπατώντας σ᾽ αὐτήν καί ἀποκαλώντας την μητέρα, καί βλέποντάς την, νά μήν ὑπερηφανεύεται, ἀλλά νά προφέρη στό Θεό τήν Ἀβραμιαία ἐκείνη φωνή: ”Ἐγώ εἰμί γῆ καί σποδός”(πρβλ. Γεν 18, 27)»(ΡG 60, 715).
  • Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει: «Νιόπηχτης κομμάτι γῆς ἐπῆρε στά χέρια του τ᾽ ἀθάνατα καί πλάθει τή μορφή μου»(ΒΕΠ 61, 63· μτφρ Ἰγν. Σακκαλῆ).
Διδάσκει, ἀκόμα, τό ἀπό πηλό (ΒΕΠ 61, 30).
  • Ὁ Ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων σημειώνει: «Λέει πάλι ὁ Κύριος: “Ἤ μήπως ἐσύ πῆρες   πηλό ἀπό τή γῆ καί ἔπλασες ζωντανό [καί τόν ἔβαλες ὁμιλοῦντα στή γῆ];”(Ἰώβ 38, 14). Καί στή συνέχεια: “Σοῦ ἀνοίγονται μέ φόβο οἱ πύλες τοῦ θανάτου [καί οἱ θυρωροί τοῦ Ἅδη βλέποντάς σε φοβήθηκαν;]”(Ἰώβ 38, 17), δηλώνοντας ὅτι Αὐτός πού ἀπό φιλανθρωπία κατέβηκε στόν Ἅδη, Αὐτός κατά τήν ἀρχή κατασκεύασε τόν ἄνθρωπο ἀπό   πηλό»(ΒΕΠ 39, 137).
  • Διαβάζουμε: «[Στρατηγός Βασίλειος:] “Ἄφησέ με τουλάχιστον… νά φτιάξω τό ἐκκλησάκι τοῦ μοναστηριοῦ πολύ μεγάλο καί ὡραιότατο, διότι δέν ἀνέχομαι νά τό βλέπω νά εἶναι φτιαγμένο ἀπό πηλό”. Καί ὁ Πατήρ [ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Καλαβρός] τοῦ λέγει· “Καιρός εἶναι νά μήν ἀνέχεσαι σύ νά βλέπης οὔτε κι ἐμένα, μιά καί εἶμαι κι ἐγώ φτιαγμένος ἀπό πηλό»(Ο, 243).
  • Ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος γράφει: «Δέσποτα, ξέρεις ὅτι ὁ ἄνθρωπος τόν ὁποῖο ἔπλασες δημιουργήθηκε ἀπό   πηλό»(Ε5, 53).
  • Διδάσκει καί ὁ Ἅγιος Λεονάρδος: «Θεέ Παντοδύναμε, Σύ ἀπ᾽ τόν  πηλό τῆς γῆς ἔπλασες τόν Ἀδάμ»(ΙΦ, 37).
  • Ὁ Ἅγ. Φώτιος σημειώνει: «Δέχεσαι τόν Ἀδάμ πλασμένο ἀπό  πηλό καί παραχθέντα χωρίς γέννησι; Δέχεσαι τήν Εὔα χωρίς σαρκική συνάφεια καί δημιούργημα πλευρᾶς;»(PG 102, 552· βλ. καί: 101, 101).
° Ἀκόμα: «Ὅπως ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό   παρθένα γῆ [σύντομος χρόνος δημιουργίας τοῦ Σύμπαντος], ἔτσι μέ παρθένα μήτρα πραγματοποιήθηκε ἡ ἀνάπλασι»(PG 102, 560).
  • Ὁ Προκόπιος ὁ Γαζαῖος γράφει: «Ἄδαμα. Τοῦτο σημαίνει τήν παρθενική γῆ, ἀπ᾽ τήν ὁποία πλάσθηκε ὁ Ἀδάμ»(PG 87Β´, 2101).
  • Ὁ Ἀββᾶς Σεραπίων τονίζει: «Ὁ πρῶτος [ἄνθρωπος] πλάσθηκε ἀπ᾽ τή   νεοδημιουργημένη καί παρθενική γῆ. Ὁ Δεύτερος γεννήθηκε ἀπ᾽ τήν Παρθένο Μαρία»(στό: Κ, 300).
  • Διαβάζουμε: «Ἡ κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου ἀφενός μέν εἶναι πηλός καί σκόνη, ἀφετέρου δέ ἐξεικονίζει τήν παντοκρατορική καί δεσποτική φύσι τῶν ὅλων»(PG 101, 116).

Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐπισημαίνει:  «… Ὁ Ἱεράρχης Κοσμᾶς μελουργῶν ἐδῶ λέγει, ὅτι ὁ Προπάτωρ Ἀδάμ ὁ χοϊκός πλασθείς: ἤτοι ἐκ τοῦ χοός, ὁ ὁποῖος ἦτον τό πλέον λεπτότερον καί καθαρώτερον καί εὐγενέστερον χῶμα τῆς γῆς, καθώς ὁ Ζωναρᾶς ἑρμηνεύων τό Τροπάριον “Ὁ χερσίν ἀχράντοις ἐκ χοός” λέγει “Τό μέν σῶμα τοῦ ἀνθρώπου χερσί διαπλάττει· καί οὐδέ ἀπό τῆς γῆς ἁπλῶς ὡς τά θηρία, ἀλλ᾽ ἀπό χοός τοῦ λεπτοτάτου δηλονότι καί καθαρωτάτου τῆς γῆς”»(Ε1, 160· βλ. καί: Ε2, 238· καί: Ε3, 299).
° Ἑρμηνεύοντας τό: «Ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν»(Ψ 102, 14) γράφει: «Ἐπλάσθημεν ἀπό τό χῶμα, ἤτοι ἀπό τόν λεπτόν κονιορτόν τῆς γῆς»(Ζ, 29· βλ. καί: Ε2, 74).
° Ἐπίσης: «Ἡ Ἁγία Τριάς μέ κοινήν συμβουλήν ἔπλασε τόν πρῶτον ἄνθρωπον τόν Ἀδάμ ἀπό τήν ἀδάμαν: ἤτοι ἀπό τήν παρθένον γῆν (τοῦτο γάρ δηλοῖ ἑβραϊκῶς τό τοῦ Ἀδάμ ὄνομα)»(Ε1, 400· βλ. καί: Ε2, 239).
  • Διαβάζουμε: «Ἐπειδή οἱ ἀγνώμονες Ἑβραῖοι τόν ἔλεγαν ἀντίθεο, καί παράνομο, καί δαιμονισμένο, καί Αὐτός θέλοντας νά δείξη, ὅτι εἶναι Θεός ἀληθινός, καί ὅτι αὐτός ἐκεῖνος εἶναι, ὁποῦ ἔπλασε τόν Ἀδάμ ἀπό τῆς γῆς τό χῶμα, διά τοῦτο μέ τό χῶμα τῆς γῆς τόν ἰατρεύει· ἔπειτα δέν ἔβαλε νερόν νά κάμη πηλόν, ἀμή μέ τό πτύσμα Του, ἕνα μέν διά νά φανῆ, πῶς ἡ ἐνέργεια εἶναι τοῦ πτύσματός Του, ἄλλο δέ νά ἀποδείξη, ὅτι αὐτός εἶναι ὁποῦ ἐφύσησεν εἰς τό πρόσωπο τοῦ πρώτου Ἀδάμ, καί ἀνέζησε»(Θ, 482).
  • «Ψυχωθείς πηλός»(ΒΙ, 32).
  • Ὁ Ἅγ. Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος σημειώνει: «Ἀξιοθαύμαστος εἶναι καί ὁ τρόπος πλάσεως, ὅτι ἀπό ἕνα εἶδος χώματος διέπλασε πλεῖστα, σάρκα, ὀστά, νεῦρα, δέρμα, νύχια, τρίχες καί τήν ἐσωτερική ποικιλόμορφη ἀπόκρυφη διαρρύθμισι»(ΝΕ, 85).
  • Ὁ Ἅγ. Νεῖλος γράφει: «Πές μου τόν τρόπο τῆς θείας τέχνης, πῶς ἀπό τή μονοειδῆ φύσι, ἐννοῶ τό χῶμα, ὁ ἄνθρωπος πλαστουργήθηκε ζῶο λογικό, συγκείμενος ἀπό τόσα μέρη καί μέλη, ἄν βεβαίως θές νά μάθης, τά νεῦρα, τά ὀστά, τίς τρίχες, τά νύχια, τή σάρκα, τό μυελό, τίς φλέβες, καί τήν ἄλλη ποικιλία καί διαρρύθμισι τοῦ σώματος»(PG 79, 572).
° Ἀκόμα: «Συνθέτει τόν πρωτόπλαστο ὄχι ἀπό σκληρή ὕλη, ἀλλά τόν μορφοποιεῖ ἀπό τό λεπτό χῶμα τοῦ ἐδάφους»(στό: Ἅγ. Φώτιος Κων/λεως, PG 104, 249).
  • Ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ ὁμολογητής σημειώνει: «Ὁ παλαιός Ἀδάμ καί ἡ Εὔα δημιουργήθηκαν   χωρίς σπορά»(PG 91, 60).
  • Πρίν μπῆ στήν Ἔδεσσα ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος ζήτησε ἀπό τό Θεό νά τοῦ φανερώση κάποιον πού θά τόν βοηθοῦσε πνευματικά. «Τόν συνάντησε μιά γυναῖκα πόρνη. Αὐτό πάντως ἦταν θέλημα Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος κατά τρόπο μυστικό καί ἀκατάληπτο, τακτοποιεῖ πολλές φορές μέ τά ἐνάντια, τά ἀντίθετα.
Ὁ ἱερός λοιπόν Ἐφραίμ, ὅταν χωρίς νά τό περιμένη συνάντησε τήν πόρνη, στάθηκε ἀπέναντί της ἔκπληκτος καί τήν κοίταζε κατάματα μή ξέροντας τί νά κάνη. Ἡ ψυχή του ἦταν βαθειά ταραγμένη, γιατί ὄχι μόνον δέν ἦρθε, ὅπως ἤθελε, αὐτό τό ὁποῖο ζήτησε στήν προσευχή του, ἀλλά συνέβη ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Ἐκείνη πάλι, πού τόν εἶδε νά τήν κοιτάζη ἔτσι, στυλώνει πάνω του διαπεραστικό τό βλέμμα της. Κι ἀφοῦ γιά πολλή ὥρα κοιτάζονταν ἔτσι, θέλησε κάποια στιγμή νά τήν κάνη νά ντραπῆ καί νά τήν φέρη στό φιλότιμο, ὅπως ἁρμόζει στίς γυναῖκες. Τότε τῆς λέει ὁ Μεγάλος Ἐφραίμ:
—Πῶς δέν κοκκινίζεις γυναῖκα, πού ἔμπηξες ἔτσι τά μάτια σου πάνω μου καί κοιτάζεις;
Κι ἐκείνη ἀπάντησε:
—Μά ἐγώ, ἁρμόζει νά σέ κοιτάζω ἔτσι, γιατί ἐγώ ἀπό σένα κι ἀπ᾽ τή δική σου πλευρά πάρθηκα. Σύ, ὅμως δέν πρέπει νά κοιτάζης σέ μένα, ἀλλά μᾶλλον πρός τή γῆ ἀπό τήν ὁποία πάρθηκες.
Ὅταν, χωρίς καθόλου νά τό περιμένη, ἄκουσε αὐτά τά λόγια ὁ Ἐφραίμ, εὐχαρίστησε μέ εὐγνωμοσύνη τή γυναῖκα γιά τή μεγάλη ὠφέλεια τήν ὁποία τοῦ προξένησε, ἀλλά καί τό Θεό δοξολογοῦσε πού μπορεῖ πολλές φορές νά κάνη πάρα πολύ καλύτερα μέ ἐκεῖνα, στά ὁποῖα δέν ἐλπίζουν καθόλου οἱ ἄνθρωποι»(ΜΑ, 34).
  • Κήρυσσε ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Τό σῶμα ἀπό τήν λάσπην»(Ε, 171).

Καί κάτι ἀπό τό μακαριστό π. Παΐσιο: «Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽80, ἐξ ἀφορμῆς κάποιων εὑρημάτων, ἀλλά καί λόγῳ συμπληρώσεως ἑκατονταετίας ἀπ᾽ τό θάνατο τοῦ Καρόλου Δαρβίνου (1882), τοῦ πρώτου συστηματικοῦ ὑποστηρικτοῦ τῆς θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως, ἐπανῆλθε στό προσκήνιο καί στή δημοσιότητα.
Στόν Ἑλλαδικό χῶρο τήν προπαγάνδιζε δυστυχῶς κάποιος κληρικός, ὁ ὁποίος, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἔφθανε νά ὑποστηρίζη τήν ἀπό τόν πίθηκο δι’ ἐξελίξεως καταγωγή τοῦ ἀνθρώπου! Προσπάθησε μάλιστα, γιά ν᾽ ἀποφύγη τίς ἀποδοκιμασίες τῶν πιστῶν καί τήν ἐνδεχομένη ἐπίπληξι ἤ καί καταδίκη του ἀπ᾽ τήν Ἐκκλησία, μέ (παρ)ἑρμηνευτικά τεχνάσματα νά συμβιβάση τίς πεποιθήσεις του μέ τή διήγησι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος πόνεσε πολύ μέ τό ὀλίσθημά του, ἀλλά καί διότι, λόγῳ τῆς ἰδιότητός του καί τῆς σοφιστικῆς ἱκανότητός του, κινδύνευαν νά ὁδηγηθοῦν στήν πλάνη ἀστήρικτες ψυχές. Ἀντέδρασε ἀπαντώντας καί ἀνασκευάζοντας τίς παρερμηνεῖες, ἀλλά καί προτρέποντας καί ἄλλους ἁρμοδίους —κληρικούς, θεολόγους— νά λάβουν θέσι, ὥστε νά προφυλαχθοῦν οἱ πιστοί. Εἶχε μάλιστα καί σέ φωτοτυπίες συγκεντρωμένα κατάλληλα ἀποσπάσματα ἀπ᾽ τήν Παλαιά Διαθήκη ἤ ἀπό σχετικές Πατερικές ἑρμηνεῖες καί τά ἔδιδε στούς προσερχομένους γιά νά ὑποβοηθοῦνται καί νά μήν παρασύρωνται. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἐν λόγῳ κληρικός παρέμενε ἀμετανόητος, χρησιμοποίησε πολύ αὐστηρή γλῶσσα καί προειδοποίησε ὅτι, ἄν συνεχίση, θά δεχθῆ τήν παιδαγωγική ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ.
Ἀκολούθως θά παρατεθοῦν ἐνδεικτικῶς λίγες περιπτώσεις τίς ὁποῖες διασώσαμε στή μνήμη μας, γιά νά φανῆ πιό συγκεκριμένα ἡ στάσι τοῦ Γέροντος.
α. Πῆγε νά συνεορτάση τή νύκτα τῆς Ἀναστάσεως (μᾶλλον τό ἔτος 1983 ἤ 1984) μέ γνωστούς του πατέρες σέ κελλί πού πανηγύριζε. Πρίν ἀρχίση ἡ ἀνάγνωσι τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ἀναφέρθηκε ἐκτενῶς καί μέ ἔντονο τρόπο στό ἐν λόγῳ θέμα πού ἦταν τότε πρόσφατον.
Ὑπογράμμισε ἰδιαιτέρως τό ἑξῆς εὐστοχότατο γιά τήν περίστασι ἀπόσπασμα ἀπ᾽ τήν πρό διημέρου ἀναγνωσθεῖσα, κατά τή Θεία Λειτουργία τῆς μεγάλης Πέμπτης, περικοπή ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ, τό ὁποῖο, παρά τήν ἐπικαιρότητά του, εἶχε διαφύγει τῆς προσοχῆς ὅλων τῶν παρευρισκομένων: “ἦ σύ λαβών γῆν πηλόν ἔπλασας ζῶον καί λαλητόν αὐτόν ἔθου ἐπί γῆς;”(Ἰώβ 38, 14). Τόνισε κυρίως τά ἑξῆς δύο σημεῖα: “γῆν πηλόν” καί “ζῶον… αὐτόν” (ἀρσενικοῦ γένους), διά τῶν ὁποίων σαφέστατα ἐμφαίνεται ἡ ἀπ’εὐθείας ἐκ “γῆς πηλοῦ” δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου.
β. Τοῦ μεταφέρθηκε ἀπό κάποιον τό ἀκόλουθο προβαλλόμενο σοφιστικό ἐπιχείρημα:
“Ἡ ἀπό τόν πίθηκο προέλευσι τοῦ ἀνθρώπου δέν ἀντιτίθεται στή διήγησι τῆς Γενέσεως, ἀφοῦ μποροῦμε στό σχετικό χωρίο “καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον χοῦν ἀπό τῆς γῆς”(Γεν 2, 7) νά ἐννοήσουμε ὅτι ὁ “χοῦς ἀπό τῆς γῆς”, τόν ὁποῖο χρησιμοποίησε ὁ Θεός γιά τήν πλάσι τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ πίθηκος (!).
Καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε ἀμέσως, ἀποστομωτικά καί μέ ἱερή ἀγανάκτησι μέ τά ἑξής τρία ἐπιχειρήματα:
  1. Δέν εἶχε ἀνάγκη ὁ Θεός ἀπό ἀνταλλακτικά!
  2. Ἄλλωστε ὁ τρόπος δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου —“ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν…”(Γεν 1, 26) καί “ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον”(Γεν 2, 7)— διαφέρει κατά πολύ ἀπ᾽ τόν τρόπο δημιουργίας τῶν ζώων —“Καί εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω τά ὔδατα ἑρπετά… ἐξαγαγέτω ἡ γῆ… τετράποδα…”(Γεν 1, 20-25)— καί ἡ διαφορά αὐτή δείχνει τήν ἰδιαίτερη μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιά τό πλάσμα Του (τόν ἄνθρωπον).
  3. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅταν σαρκώθηκε, ἔλαβε σάρκα ἀνθρώπου καί ὄχι σάρκα πιθήκου!!!
Πέραν τούτων, ὁ Γέροντας, προορώντας καί τίς ἐπιπτώσεις ἀπ᾽ τήν ἀποδοχή τοῦ ἀνωτέρω πονηροῦ σοφίσματος, λίγες μέρες μετά ἀπ᾽ αὐτή τή συζήτησι, μέ ἱερή ἀγανάκτησι ἐπεξήγησε σέ δύο Πατέρες:
—Τώρα στήν ἀρχή, γιά νά μήν ὑπάρχουν ἀντιδράσεις, λένε: “Δέν ἀρνούμαστε τό Θεό, οὔτε τήν Ἁγία Γραφή. Ἁπλά, γιά νά μή φαίνεται ὅτι πᾶμε ἀντίθετα σ᾽ ὅσα λένε μεγάλοι ἐπιστήμονες, παίρνουμε συμβολικά τόν ‘χοῦν’ καί λέμε ὅτι ὁ Θεός πῆρε πίθηκο γιά σῶμα καί τοῦ ‘ἐνεφύσησε’ τήν ψυχή”.
Νά δῆτε ὅμως, στή συνέχεια, ὅταν τό δεχθοῦν αὐτό πολλοί χριστιανοί, πού τά ἑρμηνεύουν μέ τό μυαλό, μετά θά μᾶς ποῦν: “Αἴ, καλά τώρα… Ἑνεφύσησε ψυχή… Γιά ἕνα ‘φού’, γιά ἀέρα θά συζητᾶμε; Εἶναι σοβαρά πράγματα αὐτά; Ἀφοῦ ὁ πίθηκος ἦταν ζωντανός! Εἶχε ‘πνοή ζωῆς’. Αὐτή εἶναι ἡ ψυχή. Ἡ ζωή”(!!!).
Καί μετά μερικά χρόνια, ἀφοῦ τό δεχθοῦν κι αὐτό {οἱ ‘χριστιανοί’}, θά μᾶς ποῦν: “Ποιός Θεός τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας;… Ἐντάξει· δέν λέμε ὅτι γίνανε ὅλα ἀπό μόνα τους. Ὑπάρχει μία ἀνωτέρα Δύναμις. Ἡ Φύσις”(!!!).
Δηλαδή τελικά ἐκεῖ πέρα θά τό πᾶνε: ‘Οὔτε ψυχή, οὔτε Θεός!!!
γ. Γνωστός του θεολόγος εἶχε τιτλοφορήσει ἕνα βιβλίο του ἀναφερόμενο στόν ἄνθρωπο μέ τίτλο Ζῶον Θεούμενον. Ὁ Γέροντας εἶχε στενοχωρηθῆ πολύ καί εἶχε ἐκφράσει τήν ἀντίθεσί του. Οἱ δύο λέξεις, φυσικά, προέρχονται ἀπό σχετικό χωρίο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἀλλά εἶναι ἀποσπασματικά παρμένες ἀπ᾽ αὐτό. Ὁ πατήρ Παΐσιος ἐξήγησε σχετικά ὅτι, ὅπως εἶναι ξεκομμένες οἱ λέξεις ἀπ᾽ τό χωρίο καί ἑνωμένες μεταξύ τους, “μπορεῖ νά τίς ἐκμεταλευθοῦν γιά νά ὑποστηρίξουν αὐτές τίς χαμένες θεωρίες, τίς ὁποῖες διαδίδουν στίς μέρες μας”. Καί πρόσθεσε: “Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἄν ζοῦσε σήμερα, ἀλλοιῶς θά ἐκφραζόταν” (ἐνν: γιά νά μή δώση ἀφορμή γιά παρερμηνεῖες).
δ. Κάποιος νεαρός μοναχός εἶχε διαβάσει μερικές ὀρθολογιστικές ἀπόψεις, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἁγιογραφική διήγησι περί δημιουργίας, οἱ ὁποῖες ἐμμέσως ἔθεταν ἐν ἀμφιβόλῳ τή θεοπνευστία της. Συγκεκριμένα, ὑποστηριζόταν ὅτι ὁ προφήτης Μωυσῆς χρησιμοποίησε διάφορες παλαιότερες προφορικές παραδόσεις καί τίς γνώσεις τῆς ἐποχῆς του, γιά νά καταγράψη τήν ἐν λόγῳ διήγησι.Ἐπειδή ὁ συγγραφεύς ἦταν κληρικός, ὁ ὁποῖος φημιζόταν γιά τίς κατά τά ἄλλα, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ὀρθόδοξες καί παραδοσιακές θέσεις του, ὁ μοναχός ἐπηρεάσθηκε. Σέ σχετική συζήτησι ἀνέφερε στόν πατέρα Παΐσιο αὐτές τίς ἀπόψεις. Ὁ Γέροντας ἐμφανῶς στενοχωρημένος ἀπάντησε:
—Βρέ παιδάκι μου!… “Θείῳ καλυφθείς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ…!!!” Καλά, ἀπορῶ! τά ψέλνετε {σημειωτέον ὅτι ἦταν ἡμέρες Πεντηκοστῆς, ὁπότε ψαλλόταν ἡ ἀνωτέρω καταβασία} καί δέν προσέχετε τί ψέλνετε!
ε. Ἄλλοτε, περιπαίζοντας μέ εὔθυμο, ἀλλά καί εὐφυέστατο, τρόπο τίς σχετικές θεωρίες περί δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς αὐτομάτου αὐτοεξελίξεως τῶν ὀργανισμῶν ἀπ᾽ τούς ἀτελεστέρους σέ τελειοτέρους, ἀνέφερε: “Ἄν ἡ δεκαοχτούρα πῆ δεκαεννιά, θά τῆς βάλω εἴκοσι (ἄριστα)”· προφανῶς ὑπογραμμίζοντας τή διαφορά μεταξύ ἀλόγων ζώων καί λογικοῦ ἀνθρώπου. {Ἐνῶ, δηλαδή, ἡ δεκαοχτούρα —ὅπως καί ὅλα τά ἄλογα ζῶα— ἀπό τή δημιουργία της ἀπ᾽ τό Θεό μέχρι σήμερα δέν μπόρεσε νά προοδεύση καί ἐξελιχθῆ ἔστω καί ἐλάχιστα (ἀπ᾽ τό 18, πού ἔλεγε, νά πῆ 19), ἐν ἀντιθέσει ὁ λογικός ἄνθρωπος ἔλαβε ἀπ᾽ τό Θεό τή δυνατότητα νά προοδεύη καί ἐξελίσσεται διαρκῶς}»(ΖΝ, 114).

Ὁ Γέροντας Ἰωσήφ σημειώνει: «Ἀφοῦ πῆρε πηλό ἔπλασε ἄνθρωπο. Ἄψυχο, ἄνου, ἕνα πήλινο ἄνθρωπο»(Γ, 65· βλ. καί: 67, 319).
° Διαβάζουμε, ἀκόμα: «Μιά φορά, ὅταν ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής βρισκόταν ἀκόμα στόν Ἅγ. Βασίλειο, βγῆκε ἔξω καί πῆγε μέχρι πάνω στό Κυριακό, στόν παπα-Γεράσιμο. Ἐκεῖ ἦταν κάποιος κοσμικός. Ὁ Γέροντας τόν πλησίασε καί τοῦ λέει:
—Κάποιο λάθος ἔχετε πάνω σας, τό ὁποῖο εἶναι σοβαρό.
Λέει ὁ κοσμικός:
—Τί λάθος ἔχω;
—Δέν τό γνωρίζω, ἀπαντᾶ ὁ Γέροντας, πάντως ἔχετε ἕνα λάθος πολύ σοβαρό.
—Καί δέν μποροῦμε νά τό βροῦμε;
—Τώρα τήν ἡμέρα δέν μποροῦμε νά τό βροῦμε. Ἄν θέλης, ἔλα κάτω στό σπίτι τή νύκτα.
—Μέτά τά μεσάνυκτα θά ἔλθω, Γέροντα.
Τά μεσάνυκτα πῆγε ὄντως ὁ κοσμικός ἐκεῖ. Ἄρχισαν τή συζήτησι καί στό τέλος, τί φανερώθηκε; Ὁ κοσμικός, ἐνῶ ἦταν πτυχιοῦχος τῆς θεολογίας, εἶχε γράψει ὁλόκληρο βιβλίο ὑπέρ τῆς Δαρβινείου θεωρίας, τῆς ἐξελίξεως τῶν εἰδῶν!
Καί ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε:
—Καλά, ὅταν ἐκθέτης μιά θεωρία, μιά ἀντίληψι, γιατί δέν παίρνεις Ὀρθοδόξους θεολόγους, Ἁγ. Πατέρες, ἀλλά παίρνεις ἀπ’ τούς ἄλλους, τούς ξένους, τούς Προτεστάντες, τούς Ἑβραίους, τούς Μασώνους…, αὐτοί δέν εἶναι χριστιανοί! Γιατί δέν παίρνεις τούς Ἁγ. Πατέρες; Τότε κατοχυρώνεται μιά θεωρία ἤ μιά ἄποψι ὅταν βεβαιώνεται εἴτε ἀπ’ τήν Ἁγ. Γραφή εἴτε ἀπ’ τούς ἁγίους θεοφόρους Πατέρες.
Ὁ θεολόγος παραδέχθηκε, ὅτι εἶναι λάθος τοποθετημένος σ’ αὐτή τή θεωρία καί ζήτησε ἀπ’ τό Γέροντα νά τοῦ πῆ ἀπό ποῦ τό κατάλαβε.
Τοῦ λέει τότε ὁ Γέροντας:
—Χθές ὅταν σέ πλησίασα, μία ἀποφορά, μία βρώμα βγῆκε ἀπό πάνω σου καί ἀπ’ αὐτό κατάλαβα ὅτι κάποιο λάθος ἔχεις πάνω σου»(ΕΦ, 245).
  • Διαβάζουμε: «Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο κατά τή δική Του εἰκόνα, ὄχι κατά τήν εἰκόνα τῶν ζώων. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι θά εἶχαν τά ἴδια γνωρίσματα μέ τό Δημιουργό τους, ὅπως γιά παράδειγμα τήν ἱκανότητα νά νοιώθουν καί νά ἐκδηλώνουν ἀλτρουϊστική ἀγάπη, νά ἔχουν ἠθική κρίσι καί πνευματική ἀντίληψι. Ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος θά ἐξουσίαζε τά ζῶα.
Στό Γεν 2 βρίσκουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιά τή διαδικασία τῆς δημιουργίας καί βλέπουμε ὅτι τόν Ἀδάμ τόν εἶχε πλάσει ὁ Θεός ἀπ᾽ τό χῶμα τῆς γῆς (Γεν 2, 7). Ὅταν ὁ Θεός ἀπήγγειλε τήν καταδικαστική Του ἀπόφασι γιά τό ἁμάρτημα τοῦ Ἀδάμ, ἐπιβεβαίωσε ὅτι ὁ Ἀδάμ εἶχε πλασθῆ ἀπ᾽ τό χῶμα:
“Μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θά τρῶς τό ψωμί σου, ὥσπου νά ξαναγυρίσης στή γῆ ἀπ᾽ τήν ὁποία προῆλθες, γιατί χῶμα εἶσαι καί στό χῶμα θά ἐπιστρέψης”(Γεν 3, 19)»(D, 11).
  • Γράφει ὁ Ἀπ. Μακράκης: «Σκέψου κάποιο πλαστουργό πού ἔχει μπροστά του ὕλη πηλοῦ, ὅση θά ἤθελε, καί θέλει νά διαπλάση ἐξ αὐτοῦ μόνο τόσα τίμια σκεύη, ὅσα ἐπαρκοῦν γιά νά διακοσμήση τήν οἰκία τήν ὁποία ἔχει. Ἀκόμη φέρε στό μυαλό σου κάποιο ἐχθρό του πού ἀποπειρᾶται νά ματαιώση τήν πρόθεσι, πού νά μήν μπορῆ ὅμως νά κάνη κάτι ἄλλο παρά νά λυμαίνεται τόν πηλό ἐπιχέοντας πάνω σ᾽ αὐτόν κάποιο ρευστό, πού ἔχει τή δύναμι νά καταστήση ἄχρηστο τόν πηλό πρός διάπλασι. ῾Ο πηλός αὐτός εἶναι ἡ ἀνθρωπότητα πού διά τοῦ νόμου τῆς γενέσεως εἰσέρχεται στόν κόσμο, πλαστουργός εἶναι ὁ Θεός, ὁ διάβολος εἶναι ἐκεῖνος πού λυμαίνεται τόν πηλό μέ τόν ἰό τῆς ἁμαρτίας, “ὁ τρώγων γῆν πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ”. ῾Ο διάβολος τόν ἐρχόμενο στόν κόσμο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι δύναμι προαιρετική, ἀποπειρᾶται νά τόν διαμορφώση κατά τό νόμο τῆς δικῆς του ἐνεργείας, δηλαδή, νά τόν κάνη νά ἐνεργῆ ἄσκοπα καί ἄτακτα, καί ὄχι κατά τόν ὀρθό λόγο, νά παραμείνη τυφλός χωρίς νά ξέρη ἀπό ποῦ ἔρχεται καί ποῦ πηγαίνει· ὁ Θεός, ἀντί τοῦ σκότους αὐτοῦ, ἐπιχέει στόν ἄνθρωπο, ὡς φῶς, πνεῦμα συνειδήσεως, διά τοῦ ὁποίου δείχνει σ᾽ αὐτόν τήν ἀμορφία του καί τήν ἀκοσμία του, καί ἐρωτᾶ ποικιλοτρόπως, ἄν θέλη νά μορφωθῆ καί νά διακοσμηθῆ σύμφωνα μέ ἄλλο τύπο ὡραῖο καί τέλειο· ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, ἄν ἀγαπήση τόν ἑαυτό του σ᾽ αὐτή τήν ἄκοσμη κατάστασι, καί δέν προτιμήση τήν ἄνωθεν γέννησι, μένει, ὡς ἔχει, ἄμορφος καί ἄκοσμος, ἐνεργώντας κατά τό νόμο τοῦ κακοῦ, δηλαδή ἀλόγως· τοὐναντίον, ἐάν συγχρόνως μέ τή συνειδητοποίησι τῆς ἀμορφίας καί ἀκοσμίας του μισήση τόν ἑαυτό του, καί ἐκζητήση τήν ἀνάπλασι καί ἀναγέννησί του ἀπό τό Δημιουργό πού τήν ὑπόσχεται, εἰσάγεται στό ἐργαστήριο τῆς ἀναπλάσεως, στό ὁποῖο ἀφοῦ ἀναγεννηθῆ μπορεῖ ἔπειτα νά βλέπη τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τό δικό του κάλλος, διασώζοντας μόνο ἀνάμνησι τῆς προηγουμένης ἀσχημίας του. Συνθήκη, λοιπόν, ἀπαραίτητη γιά τή διάπλασι τοῦ πηλοῦ, συνθήκη ἀπαραίτητη γιά τήν ἐπιτυχία τοῦ ἀνθρωπίνου προορισμοῦ, εἶναι νά συνειδητοποιήση ὁ πηλός τήν ἀκοσμία του, καί νά ζητήση νά διακοσμηθῆ ἀπό ἐκεῖνο τό χέρι, πού ἐκόσμησε τόν οὐρανό καί τή γῆ. Πραγματικά ἡ πεῖρα δείχνει ἀνθρώπους πού καλοῦνται φίλαυτοι, πλήρεις κακιῶν καί ἐλαττωμάτων, οἱ ὁποῖοι τόσο ἀγαποῦν τά χαρακτηριστικά τους, ὥστε ὄχι μόνο δέν προτιμοῦν τή μεταβολή, ἀλλά καί θέλουν νά πηγαίνουν τά πάντα ἀνάλογα μέ τόν ἑαυτό τους, νομίζοντας τόν ἑαυτό τους μέτρο πάντων. Καί ἀντίθετα πάλι, βλέπουμε ἀνθρώπους νά μέμφωνται τούς ἑαυτούς τους, γι᾽ αὐτό τό ὁποῖο εἶναι, καί νά ζητοῦν παντοιοτρόπως νά ἀποκτήσουν καλύτερα προσόντα, τά ὁποῖα στεροῦνται, καί αὐτούς ἀποκαλοῦμε ταπεινούς καί μετριόφρονες. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ νόμος τῆς γεννήσεως μπορεῖ νά εἰσάγη στόν κόσμο ὕλη, ὅση θά ἤθελε ὁ πλαστουργός· καί ἡ ὕλη νά περιέχη τά ἀπαιτούμενα γιά τή διάπλασι στοιχεῖα, ἡ δέ περί αὐτήν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου νά καταλήγη σέ ἀντίθετο ἀπό τήν πρόθεσί του ἀποτέλεσμα, εἶναι θαῦμα νά βλέπη κανείς τά τίμια σκεύη τῆς οἰκίας, ὅσα ἐπαρκοῦν, ἀναμφιβόλως θά κατασκευάζωνται καλά λίαν. ῎Επειτα τό ἐργοστάσιο, καί οἱ κακοί ἐργάτες πού βρίσκονται σ᾽ αὐτό, καί ὁ ἄμορφος πηλός πού ἀπέμεινε, ὅλα τά ἄχρηστα θά ὑποστοῦν μεγάλη πτῶσι, καί θά βληθοῦν στή γέενα καί στό ἄσβεστο πῦρ»(Π, 97).
  • Σημειώνει ὁ Χριστοφόρος Γεροντίδης:
«—Ποιά θαρρεῖς πῶς εἶσαι;
Ὁ ἄνδρας πλάσθηκε πηλός
κι ἐσύ πηλοῦ τό ταίρι!
—Μέ τοῦ Θεοῦ τό χέρι!»(Χ, 112).
  • Ὁ Γ. Σουρῆς γράφει: «Φύσις διπλή, μετέχουσα τῆς γῆς καί τοῦ ἀπείρου»(ΓΣ, 43).
  • Κατεβάζουν χρονικά τή συγγραφή τῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτό συνεπάγεται ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἦσαν πιό ἐξελιγμένοι ἄρα θά καταλάβαιναν τίς ἀσάφειες τῆς Γενέσεως. Ὅμως καί ὁ Σολομών καί ὁ Ἰώβ μιλᾶνε γιά πηλό τῆς γῆς!
  • Ἐνῶ ἡ Γραφή δέν ἔχει λάθη, δέν μπαίνει σέ λεπτομέρειες γιά τό σῶμα κτλ. ἀφήνοντας ἐλεύθερη τήν ἐπιστήμη, οἱ Ἀνατολικές θρησκεῖες, γεμάτες λάθη, λεπτολογοῦν τά τοῦ σώματος (ἑπτά σώματα κτλ.) καί εἶναι ὅλα λάθη.
  • Ὁ Τ. Watson γράφει: «Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς καί ὁ ἄνθρωπος κάνει θεούς ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς!»(W, 132).
Πηγή:
Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ
ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΙ
Περί Ἐξελίξεως 2
ΕΚΔ. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Σταμάτα 2014
TRUTH TARGET
ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ
τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542
HI MY FRIENDS....!!!!
MY HEART SITES - ΤΑ SITES ΜΟΥ:




GOOGLE PLUS
WELCOME MY FRIENDS....!!