Αρχιμανδρίτης Πατήρ Ιωάννης Κωστώφ - Επιστήμων Φυσικός - Βιβλίο με τίτλο : «Μικρή Κλίμακα» Τηλέφωνα παραγγελιών : 210 8220542. Κινητό : 697 8461846

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς ἔχει προσφέρει μιά θαυμάσια Κλίμακα πρός τόν οὐρανό. Τό σχετικό βιβλίο του ἔχει θρέψει ἑκατομμύρια ἀνθρώπους πνευματικά. Πρός τί, λοιπόν, ἡ συρραφή ἑνός παρομοίου βιβλίου; Ὁ λόγος εἶναι ἕνας καί μόνος: νά συμπεριλάβουμε στήν πνευματική φαρέτρα μας καί τή βοήθεια τῶν μεταγενεστέρων ἀπό τόν Ἅγ. Ἰωάννη Πατέρων, Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων καί ἄλλων ἀγωνιζομένων Χριστιανῶν. Ἄς ἀπολαύσουμε, λοιπόν, τά πνευματικά τους ἐδέσματα.
 ΒΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ
Μικρή Κλίμακα«῎Ισως νά πῆ κάποιος: “Καί ἐγώ ἤθελα νά φυλάξω τόν ἑαυτό μου ἀπό τό μολυσμό, ἀλλά τί νά κάνω πού δέν ἔχω τή δύναμι;”. Αὐτό μοιάζει μ᾽ ἐκεῖνον πού θέλει νά νικήση τούς ἐχθρούς χωρίς μάχη καί χωρίς κόπο· ἐπειδή κι ἐμεῖς προσφέρουμε σ᾽ ἐκείνους πού μᾶς πολεμοῦν βέλη ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὅταν, δηλαδή, εἴμασθε ὀκνηροί καί ἀπρόσεκτοι στή φύλαξι τῶν παραθύρων τῆς ψυχῆς, δέν ἐπιβουλευόμασθε οἱ ἴδιοι τή σωτηρία μας, προσφέροντας πέρασμα στούς ἀντιπάλους;».
«Ἄν καί δέν εἶναι καιρός μαρτυρίου, ἄς γίνουμε μάρτυρες μέ τή συνείδησί μας, ἀντιστεκόμενοι στά σχέδια τοῦ Διαβόλου μέ τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ὑπομονή, καί μέ τήν ἀγάπη πρός τό Θεό καί τόν πλησίον, καί μέ τό νά συμπεριφερώμασθε μέ ἀγάπη μεταξύ μας γιά χάρι τοῦ Θεοῦ».
Διαβάζουμε στά Κείμενα τῶν Βαρσανουφίου καί Ἰωάννου: «Πρόσεχε τί εἶπε ὁ Κύριος στό φίδι: “Αὐτός θά σοῦ συντρίψη τό κεφάλι καί σύ θά τοῦ κτυπήσης λίγο τή φτέρνα του”. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, μέχρι τήν ἐσχάτη του ἀναπνοή, δέν πρέπει νά ἀμεριμνήση καθόλου»
Ὁ ὅσ. Παΐσιος Βελιτσκόφσκι παρότρυνε: «Ἄς κοπιάσουμε στήν προσευχή καί τίς ἄλλες ἀρετές μέ ὅλη μας τή θέρμη καί τή δύναμι, μέ ὅλη μας τήν καρδιά καί τό νοῦ, ὅπως ἕνας δρομέας τρέχει στό δρόμο χωρίς νά κοιτάζη ὁλόγυρα ἤ ὅπως ἐγκρατεύεται σέ ὅλα ἕνας ὑπερβολικά τσιγγούνης, διότι τέτοια ἀντιμετώπισι χρειάζεται ἡ πανουργία τῶν πονηρῶν δαιμόνων».
«Μήν ἀπελπίζεσθε γιά τίς προσπάθειες πού σᾶς φαίνονται ἄκαρπες. Θυμηθῆτε πῶς μάθατε νά πλέκετε ἤ νά διαβάζετε ἤ νά γράφετε. Πόσους κόπους καταβάλατε τότε... Τώρα, ὅμως, τά κάνετε ὅλα ἄνετα. Τό ἴδιο θά συμβῆ καί μέ τήν ψυχική σας καλλιέργεια. Πρός τό παρόν φαίνεται δύσκολο νά νικήση κανείς τούς λογισμούς. Ἀργότερα, ὅμως, θά τούς διώχνη εὐκολότερα. Μόνο πού δέν πρέπει νά σταματήση ποτέ τόν ἀγῶνα μ᾽ αὐτούς, ἀλλά ν᾽ ἀγωνίζεται ὁλοένα καί περισσότερο».
ΚΟΣΜΙΚΑ
Ὁ ὅσ. Παΐσιος ὁ Βελιτσκόφσκι δίδασκε: «Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά κοιτάζης μέ τό ἕνα μάτι τόν οὐρανό καί μέ τό ἄλλο τή γῆ, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νά ἐνδιαφέρεσαι ταυτόχρονα καί γιά τήν ψυχή καί γιά τό σῶμα. Ὅπως δέν μπορεῖ νά βγαίνη ἀπό τήν ἴδια πηγή ταυτόχρονα νερό γλυκό καί γλυφό, ἔτσι δέν μπορεῖς νά ὑπηρετῆς τό Θεό καί τό συνάνθρωπό σου καί συνάμα νά ἀναπαύης τή σάρκα σου».
Ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ γράφει: «Ὅπως ὁ νεκρός δέν τό καταλαβαίνει ὅτι εἶναι νεκρός, ἔτσι καί ὅποιος ἔχει φρόνημα σαρκικό, δέν μπορεῖ νά καταλάβη, τί εἶναι ἡ ἀπώλεια. Καί, ὅπως ἀκριβῶς δέν μπορεῖ νά καταλάβη τί σημαίνει ἀπώλεια καί νέκρωσι, ἔτσι δέν μπορεῖ νά καταλάβη καί ὅτι πρέπει νά ζωοποιηθῆ. Καί ἔτσι ἡ λανθασμένη του αὐτή ἀντίληψι τόν κάνει καί ἀπορρίπτει καί ἀρνεῖται τήν ἀληθινή ζωή, τό Θεό».
Ὁ ὅσ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος δίδασκε: «Ὁ Θεός νά δώση, ὥστε νά παραμείνη γιά πάντα μέσα σου αὐτή ἡ διάθεσι, ἡ ἀπόρριψι τῆς κοσμικῆς ζωῆς καί τῶν ἀπολαύσεών της. Ὑπάρχει, ὅμως, καί ἡ πιθανότητα νά τήν ἀγαπήσης. Ἄν θέλης ν’ ἀποφύγης αὐτό τόν κίνδυνο, θά πρέπη νά μείνης μακρυά ἀπό μιά τέτοια ζωή. Γιατί μπορεῖ τή δεύτερη φορά νά σοῦ φανῆ λιγότερο βλαβερή, λιγότερο δυσάρεστη× τήν τρίτη φορά, ἀκόμη λιγότερο× καί μετά τήν τρίτη, δέν θά σοῦ φαίνεται πιά καθόλου ἄσχημη. Εἶναι, βλέπεις, σάν τή βότκα: Μέ τό πρῶτο ποτήρι, λένε, σπᾶς μόνο τούς φραγμούς× μέ τό δεύτερο, πετᾶς στά ὕψη σάν ἀετός× καί μετά τό τρίτο, δέν κάνης πιά τίποτε ἄλλο παρά νά γεμίζης τό ποτήρι σου...
Τί συμβαίνει, ὅταν ἐπισκεφθῆ κανείς μιά καπνοβιομηχανία; Τά μάτια του τσούζουν, ἡ μύτη του τρέχει, ἡ ἀναπνοή του κόβεται. Ὅσοι, ὅμως, ἐργάζονται ἐκεῖ, δέν αἰσθάνονται ἀπολύτως τίποτε. Μά καί ὁ ἐπισκέπτης, ἀφοῦ μείνη στό χῶρο τοῦ ἐργοστασίου γιά ἕνα μικρό διάστημα, δέν σφίγγει πιά τά μάτια του, δέν φτερνίζεται, δέν βήχει τόσο πολύ. Καί ὕστερα ἀπό κάμποση ὥρα, προσαρμόζεται ἀπόλυτα στό περιβάλλον. Πρόσεξε, λοιπόν, μή σοῦ συμβῆ κάτι παρόμοιο!».
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἐπισημαίνει: «Ὅσο περισσότερο ζῆ ὁ ἄνθρωπος τήν πνευματική ζωή, τόσο περισσότερο πνευματοποιεῖται, ἀρχίζει νά βλέπη παντοῦ τό Θεό. Μά ὅσο περισσότερο ζῆ τή σαρκική πλευρά τῆς ὑποστάσεώς του, τόσο περισσότερο γίνεται χοϊκός, πουθενά δέν διακρίνει τό Θεό καί τή θεία Του δύναμι. Παντοῦ βλέπει σάρκα καί ὕλη. Πουθενά καί ποτέ δέν ἀντικρύζει τό Θεό».
Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος τόνιζε: «Ἡ μεγαλυτέρα ἡδονή καί ἀπόλαυσι εἶναι νά ζῆ κά­­ποιος χωρίς ἡδονές καί ἀπολαύσεις. Διότι τότε ἀ­κριβῶς δρέπει τίς ἀπείρως γλυκύτερες πνευματικές ἡδονές».
ΥΠΑΚΟΗ
«Ὅλες οἱ τέχνες, ὅλα τά ἐπαγγέλματα πού ἐπινοήθηκαν ἀπ᾽ τήν ἀνθρώπινη σοφία —πού τό μόνο καλό πού προσφέρουν στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐξασφάλισι τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τῆς ζωῆς, πού ἀνήκουν στό χῶρο τοῦ ὁρατοῦ καί τοῦ ἐφήμερου— ἀπαιτοῦν ὁπωσδήποτε ἕναν ἐκπαιδευτή. Κι αὐτή ἡ τέχνη, αὐτός ὁ μυστικός κι ἀόρατος χῶρος τῆς πνευματικῆς παιδείας, τῆς ὁποίας ἀντικείμενο εἶναι ὁ λεπτός κι εὐαίσθητος χῶρος τῆς ψυχῆς, εἶναι ποτέ δυνατόν νά ἔχη ἐκπαιδευτή τόν “ἴδιο (: τοῦ ἑαυτούλη μας) λογισμό” καί νά ὁλοκληρωθῆ χωρίς ἔμπειρο διδάσκαλο κι ὁδηγό; Καί πολύ περισσότερο μάλιστα, ὅταν τό σφάλμα δέν δημιουργῆ μονάχα μιά προσωρινή μικρή ζημιά, πού μπορεῖ εὔκολα νά διορθωθῆ, ἀλλά ἕνας λανθασμένος χειρισμός μπορεῖ νά προκαλέση τό χάος καί τόν αἰώνιο θάνατο;».

«Ἀνδρόγυνο χωρίς πνευματικό εἶναι γήπεδο μέ ποδοσφαιριστές, πού παίζουν χωρίς διαιτητή. Ὁ κοινός πνευματικός εἶναι ὅπως ὁ μαραγκός, πού χειρίζεται μόνος του τό ξύλο καί ξέρει πῶς θά τό φέρη στίς διαστάσεις του. Ἔτσι καί ὁ κοινός πνευματικός χειρίζεται μέ τρόπο ἀριστοτεχνικό τήν ἁρμονία τοῦ ἀνδρογύνου, πού μετά τό γάμο ἔχει γίνει σάρκα μία.
Ὄταν, ὅμως, τό ξύλο τό πελεκᾶνε δύο μαστόροι ὁ καθένας μέ τή δική του γνώμη, ποτέ το ξύλο δέν θά πάρη ὁριστική μορφή, πάγια. Ἔτσι δέν θά ὑπάρξη προκοπή καί στό ἀνδρόγυνο, πού δέν ἔχει κοινό πνευματικό».
«Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο οἱ ἀκόλουθοι τοῦ διαβόλου φαίνεται νά πετυχαίνουν περισσότερα ἀπό τούς ἀκολούθους τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι ὑπακοῦνε τέλεια στόν ἀρχηγό τους, ἐνῶ τά παιδιά τοῦ Θεοῦ ὄχι».
ΥΠΟΜΟΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
«Διά μιᾶς δέν γίνονται ὅλα. Ὅπως καί σωματικά διά μιᾶς δέν ἔγινες ἀπό νήπιο, ἄνδρας».
Ὁ Στάρετς Ἰωσήφ ἀπαντᾶ σέ μιά ἀπορία: «Ρώτησε κάποιος:
—Γιατί, γέροντα, νέοι ἄνθρωποι αὐτοκτονοῦν τόσο συχνά; Τί τούς λείπει;
—Ὑπομονή τούς λείπει! Εἶναι λάθος, ὅτι τάχα οἱ νέοι αὐτοκτονοῦν, ἐπειδή δέν ἔχουν πίστι. Ὑπομονή δέν ἔχουν. Δέν ἔμαθαν νά ὑπομένουν. Καί δέν μποροῦν νά ὑπομένουν τίποτε! Καί ἄν ὁ Κύριος δέν εἶχε βάλει μέσα μας ἔμφυτο τόν πόθο τῆς ζωῆς, θά αὐτοκτονοῦσαν ὅλοι! Ὁ ἅγιος Βασίλειος γράφει, ὅτι ἕνας εἰδωλολάτρης εἶχε πεῖ: “Ἤθελα ὅλα νά γίνωνται, ὅπως ἐγώ θά ἤθελα. Μά διαπίστωσα, ὅτι γινόταν τό ἀντίθετο! Εἶπα λοιπόν: ἐγώ πρέπει νά διορθωθῶ! Καί ἀπό τότε ἄρχισα νά θέλω, τό κάθετί νά μοῦ ἀρέση, ὅπως κι ἄν γινόταν. Καί ἔτσι, χωρίς νά τό καταλάβω, μετά διαπίστωσα ὅτι ὅλα γίνονταν ὅπως ἐγώ τά ἤθελα”! Βλέπετε; Εἰδωλολάτρης ἦταν καί, ὅμως, κατάλαβε ὅτι χρειάζεται ὑπομονή! Ἐμεῖς, τούς ὁποίους ὁ Χριστός καί οἱ ἅγιοι μᾶς διδάσκουν τόσο ζωντανά τί ἀξία ἔχει ἡ ὑπομονή, πότε θά τό καταλάβουμε; Πότε θά τήν ἀγαπήσουμε;».
Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος:«Ἀφοῦ πέρασε ἀρκετό διάστημα, κατά τό ὁποῖο ζοῦσα ζωή ὅσο γινόταν κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ρώτησα τό Γέροντα Παΐσιο τί θά γινόταν μέ μένα. Καί μοῦ ἀπάντησε:
—Ἐσύ σήμερα φύτεψες τήν κληματαριά καί θέλεις ἀμέσως νά πιῆς κρασί. Πρέπει νά περιμένης, νά βγῆ τό σταφύλι, νά ὡριμάση, νά τό ραντίσης, νά τό κόψης, νά τό πατήσης, νά τό βάλης στό βαρέλι, νά γίνη καλό κρασί καί μετά νά πιῆς. Μή βιάζεσαι, λοιπόν. Ἀκόμα εἶσαι ἀρχάριος. Ἀφήνεις τά βασικά καί καταπιάνεσαι μέ τά σχολαστικά πράγματα. Βρέ παιδί μου, ζαλίζεσαι ἔτσι καί, ἐνῶ τό στομάχι σου δέν μπορεῖ νά χωνέψη τό γάλα, πᾶς νά φᾶς μπριζόλα!».
«Ὅταν ἔχουμε κάποια ἀναπηρία, ἄν κάνουμε ὑπομονή καί δέν γκρινιάζουμε, τότε ἔχουμε μεγαλύτερο μισθό. Γιατί ὅλοι οἱ ἀνάπηροι ἀποταμιεύουν. Ἕνας κουφός ἔχει τσέκ στό Ταμιευτήριο τοῦ Θεοῦ ἀπ᾽ τό κουφό αὐτί, ἕνας τυφλός ἀπ᾽ τό τυφλό μάτι, ἕνας κουτσός ἀπ᾽ τό κουτσό πόδι. Εἶναι μεγάλη ὑπόθεσι! Ἄν κάνουν καί λίγο ἀγῶνα κατά τῶν ψυχικῶν παθῶν, θά ἔχουν νά λάβουν καί στεφάνια ἀπ᾽ τό Θεό. Βλέπεις, οἱ ἀνάπηροι πολέμου παίρνουν σύνταξι, παίρνουν καί παράσημα».
Ἐπισημαίνει καί ὁ ὅσ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος: «Ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι στάσιμη. Ὁπωσδήποτε θά κάνετε πρόοδο. Ἡ παρατήρησι καί παρακολούθησι τῆς προόδου, ὅμως, δέν εἶναι δυνατή. Κάτι τέτοιο συμβαίνει καί μέ τά παιδιά μας: Ἐπειδή βρίσκονται πάντα κοντά μας, μπροστά στά μάτια μας, δέν μποροῦμε νά παρακολουθήσουμε καί ν᾽ ἀντιληφθοῦμε τήν ἀνάπτυξί τους».
ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΙ
«Ἄν σέ πληγώση κάποιο βέλος τοῦ πονηροῦ Ἐχθροῦ, καθόλου μήν πέσης σέ ἀπελπισία, ἀλλά ἀπεναντίας, ὅποια φορά θά νικηθῆς, νά μή μείνης στήν ἧττα σου, ἀλλά ἀμέσως σήκω ἐπάνω καί πολέμα ἐναντίον τοῦ Ἐχθροῦ· καί διότι εἶναι ἕτοιμος ὁ ἀγωνοθέτης νά σοῦ δώση τό χέρι Του, ὥστε νά σέ σηκώση ἐπάνω ἀπό τό πέσιμό σου. Ὅταν δηλαδή ἐσύ πρῶτος ἁπλώσης τό χέρι σου ζητώντας βοήθεια, τότε καί ὁ Ἴδιος προσφέρει τό χέρι Του σ᾽ ἐσένα, γιά νά σέ σηκώση ἐπάνω. Διότι ὁ ἄθλιος ἐχθρός δείχνει ὅλη του τήν προθυμία ὥστε νά σέ φέρη σέ ἀπελπισία, ὅταν ἁμαρτήσης.
Ἐσύ, λοιπόν, ἀγαπητέ, μήν πεισθῆς σ᾽ αὐτόν, ἀλλά ἀπεναντίας καί ἄν ἀκόμη πέσης ἑπτά φορές τή μέρα, φρόντιζε νά σηκώνεσαι ἐπάνω καί μέ τή μετάνοια νά ἐξιλεώνης τό Θεό. Ποιός, λοιπόν, ὅταν ἄδειασε τό βαλάντιό του, τό ἐξαφάνισε, ἤ ποιός ἔμπορος, ἐπειδή τοῦ ἔλειψε τό ἐμπόρευμα, συγκέντρωσε καί ὅ,τι ἄλλο τοῦ ἔμεινε καί τό πέταξε στή θάλασσα; Μήν πετάξης τά ὅπλα σου, αὐτά τά ὁποῖα σοῦ ἔχει δώσει ὁ Χριστός, καί ὑποχωρήσης μπροστά στόν Ἐχθρό, ντροπιάζοντας τό Δεσπότη σου. Θά σοῦ παρουσιάσω ἕνα παράδειγμα φανερό καί κατανοητό. Ὁ ἀθλητής τοῦ κόσμου, ἐννοῶ τοῦ μάταιου κόσμου, καί ἄν ἀκόμη κτυπηθῆ δυνατά ἀπό τόν ἀντίπαλό του, δέν ἀπελπίζεται ὥστε νά φύγη ἀπό τόν ἀγῶνα· διότι ἄν συμβῆ τώρα νά νικηθῆ, στή συνέχεια νικᾶ ὁ ἴδιος».
«Μερικοί λένε: Ἀπό ποῦ ὥς ποῦ, νά γίνουμε ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί σάν τούς ἁγίους; Πῶς εἶναι δυνατόν νά σωθοῦμε ἐμεῖς, ἀφοῦ ζοῦμε στόν κόσμο καί ἔχουμε τόσες δεσμεύσεις, τόσα πάθη, τόσες ὑποχρεώσεις;
Ἄχ, ἀδελφοί μου. Αὐτό δέν εἶναι μόνο ψέμα. Εἶναι καί βλασφημία. Εἶναι καί προσβολή τοῦ Δημιουργοῦ μας. Ὅταν κάνουμε τέτοιες σκέψεις εἶναι σάν νά κατηγοροῦμε τό Δημιουργό μας, ὅτι δέν ἤξερε τί ἔφτιαξε!
Ὄχι. Ποτέ νά μή λέμε τέτοια πράγματα. Γιατί αὐτά δέν εἶναι συλλογισμοί. Εἶναι σκέτη βλασφημία».
Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς τονίζει: «Ὁ μοναδικός αἰσιόδοξος χωρίς πλάνη εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τό θάρρος νά βλέπη ὅλη τή φρίκη τῆς ζωῆς αὐτῆς, ὅμως, καί νά βλέπη τό θάνατο ὄχι ὡς τό τέλος, ἀλλά ὡς μία ὑποστιγμή τῆς ζωῆς μας μετά τήν ὁποία θά μᾶς δοθῆ ἕνα καθαρό φύλλο, τό ὁποῖο δέν θά ὑπογράφεται μέ αἶμα καί δάκρυα, ἀλλά μέ χρυσές ἀκτίνες τῆς θείας ἁγιωσύνης καί χαρᾶς».
Ἡ Παναγία εἶπε σέ ἐμφάνισί της: «Πρόσεξε, μοῦ εἶπε, μήν ἀπελπίζεσαι· μήν ἐπιτρέπης στή σύγχυσι νά ταράζη τήν ψυχή σου. Κοίταξε πῶς τό συνδαύλιστρο ὑποτάσσεται στόν ἀφέντη του. Τά ἀναμοχλεύει ὅλα: τή στάκτη, τά κάρβουνα —σβηστά καί ἀναμμένα—, τό χρυσάφι, τό ἀσήμι... Κάνει τή δουλειά του ὑπομονητικά καί σιωπηλά, ἀκόμη κι ἄν τό βάλουν μέσα στή φωτιά γιά νά βγάλη τ᾽ ἀναμμένα κάρβουνα, ὅταν τό θέλη ὁ κύριός του. Δέν καυχᾶται καί δέν ὑπερηφανεύεται γιά ὅ,τι κάνει. Ὑποτάσσεται στό θέλημα τοῦ ἀφέντη, ἐπειδή εἶναι φτιαγμένο γι᾽ αὐτό τό σκοπό. Πρέπει νά καταλάβης ὅτι αὐτό ἰσχύει καί γιά σένα. Νά θεωρῆς τόν ἑαυτό σου ὅτι εἶσαι τό φτυάρι, τό σκαλιστήρι, τό συνδαύλιστρο, πού λυτρώνει τίς ψυχές ἀπό τίς ἁμαρτίες καί τίς εἰσάγει στίς οὐράνιες μονές τῆς αἰώνιας χαρᾶς, εἰρήνης καί δόξας».
«—Γέροντα, μέ ἀπογοητεύει ἡ πραγματικότητα τοῦ ἑαυτοῦ μου. Καί τά καλά τά ὁποῖα νόμιζα ὅτι εἶχα, ἀποδείχθηκαν σκάρτα.
—Ποιά δηλαδή;
—Νά, τό φιλότιμο τό ὁποῖο νόμιζα ὅτι εἶχα, ἀποδείχθηκε ὅτι εἶναι τελικά ἐγωϊσμός.
—Δέν εἶναι ἔτσι, εὐλογημένη! Ἕνα πέτρωμα ἔχει μέσα διάφορα μέταλλα. Μπορεῖ νά ἔχη πολλή ἄμμο, ἀλλά ἔχει καί χαλκό καί σίδηρο καί λίγο χρυσάφι... Ἄν μπῆ στό χωνευτήρι, θά ξεχωρίση ὁ χρυσός. “Ὁ χρυσός ἐν τῷ χωνευτηρίῳ”, δέν λέει; (ΣΣολ 3, 6)».
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
«Ὁ φακός μπορεῖ ν᾽ ἀνάψη ἕνα ξύλο, χαρτί ἤ κάποιο ἄλλο εὔφλεκτο ὑλικό, ὅταν τό τοποθετήσουμε σέ τέτοια θέσι, ὥστε οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου νά ἐπικεντρώνωνται στή μέση τοῦ φακοῦ καί ἀπό ᾽κεῖ σ᾽ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο τοῦ ὑλικοῦ. Τότε ἡ συγκεντρωμένη δύναμι τῶν ἀκτίνων ἐνεργεῖ πάνω στό ὑλικό καί τό ἀνάβει. Ἔτσι γίνεται καί τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, ὅταν οἱ ψυχές μας εἶναι θερμές, ζωντανές καί φλεγόμενες ἀπ᾽ τό Νοητό Ἥλιο, τό Θεό. Τότε μέσα ἀπ᾽ τό νοῦ μας, πού λειτουργεῖ σάν φακός, κατευθύνουμε στήν καρδιά μας, δηλ. στό κεντρικό σημεῖο τῆς ὑπάρξεώς μας, τό Νοητό Ἥλιο πού ἐνεργεῖ μ᾽ ὅλη Του τή δύναμι. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μέ τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους. Χάραξε στήν καρδιά σου τήν εἰκόνα τους ὅπως εἶναι, μέ ὅλη τους τή δύναμι καί τήν ἁγιότητα. Ἄσε τήν καρδιά σου ἐλεύθερη νά λάβη ἀπ᾽ αὐτούς φωτισμό... Προσπάθησε νά τήν ἀνάψης μέ τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης καί μέ τήν ἐνέργεια τῆς φωτιᾶς. Καί τότε ἡ ἁγιότητα, ἡ ἁγνότητα καί ἡ ἀγαθότητα θά ἐγκατασταθοῦν στήν καρδιά σου, πού ἔτσι θά καθαρισθῆ καί θά ἐνισχυθῆ μέ πίστι καί ἀγάπη. Καί ὅσο πιό ἀποφασιστικά καί μέ περισσότερη ἔντασι ἡ καρδιά σου στρέφεται πρός τό Θεό καί τούς ἁγίους Του, τόσο περισσότερο θά φωτίζεται, θά καθαρίζεται καί θ᾽ ἁγιάζεται».
«Ὅποιος σπέρνει τό χωράφι του χωρίς προηγουμένως νά τό ὀργώση, χάνει ἄδικα τό σπόρο του. Αὐτός, ἀντί γιά καρπό, θερίζει ἀγκάθια. Τό ἴδιο γίνεται ὅταν σπέρνουμε τούς σπόρους τῆς προσευχῆς χωρίς πρῶτα νά καθαρίζουμε τήν ἁμαρτία. Ἡ προσευχή μας θά πάη χαμένη. Θά λεηλατηθῆ ἀπό διάφορους λογισμούς καί φαντασίες καί θά μολυνθῆ ἀπό αἰσθησιακές σκέψεις. Τό σῶμα μας προέρχεται ἀπ’ τό χῶμα. Κι ἄν δέν καλλιεργηθῆ, ὅπως καλλιεργοῦμε τή γῆ, δέν μπορεῖ ν’ ἀποδώση καρπούς δικαιοσύνης (: ἀρετῆς).
Ἄν πάλι κάποιος καλλιεργῆ τόν ἀγρό του μέ μεγάλους κόπους καί καταβάλλη πολλά ἔξοδα ἀλλά δέν τόν σπέρνη, τότε ὁ ἀγρός του θά καλυφθῆ ἀπό ἄφθονα ζιζάνια. Τό ἴδιο γίνεται ὅταν τό σῶμα καθαρίζεται μέ τή νηστεία, ἀλλά ἡ ψυχή μένει ἀκαλλιέργητη, χωρίς προσευχή, χωρίς μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, χωρίς ταπείνωσι. Τότε ἡ νηστεία θά γίνη αἰτία νά ξεφυτρώσουν πολλά ζιζάνια, ψυχικά πάθη ὅπως ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ματαιοδοξία, ἡ καταφρόνησι κ. ἄ.».
Ὁ Γέροντας Τιμόθεος, ρῶσος μοναχός (†1848) δίδασκε: «Οἱ δαίμονες ἀπαύστως πολεμοῦν ἐναντίον τοῦ νοῦ μας καί διαρκῶς προσβάλλουν μέ τά βέλη τους τήν καρδιά μας καί τήν τραυματίζουν. Τό ὅτι μᾶς στοχεύουν δέν ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς καί δέν μποροῦμε νά τούς τό ἀπαγορεύσουμε· ἀπό τή θέλησί μας, ὅμως, ἐξερτᾶται ἄν θά προφυλασσώμασθε, ἄν διαρκῶς θά προβάλλουμε ἀντίστασι καί θά ἀποκρούουμε τά βέλη, δηλαδή ἄν ἀδιαλείπτως λέμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ».
«Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο ἀπομακρυσμένο ἀπό τό Θεό νά εἶναι σκληρός, ἄσπλαγχνος κ.λπ., τότε πρέπει νά κάνετε μέρα-νύχτα προσευχή, νά κάνη “ἀποβίβασι” ὁ Θεός στήν καρδιά του, γιά νά πάρη στροφή».
ΑΝΑΓΝΩΣΙ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
Διδάσκει ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος: «Νά προετοιμάζεσαι στόν ἀγρό σου· ἀγρός εἶναι αὐτή ἡ ζωή. Πάρε τήν καλή δικέλλα, δηλαδή τήν Καινή Διαθήκη, περίφραξε τό κτῆμα σου μέ ἀγκαθιές, δηλαδή μέ τή νηστεία, μέ τήν προσευχή καί μέ τή διδασκαλία. Ἄν ἔχης αὐτό τό φράκτη, δέν θά μπῆ μέσα τό θηρίο, δηλαδή ὁ διάβολος. Νά καλλιεργῆς τήν ψυχή σου σάν καλό ἀμπέλι. Καί ὅπως αὐτοί πού φυλάγουν τά ἀμπέλια κάνουν κρότο μέ τά χέρια τους, κραυγάζουν δυνατά  καί ἔτσι μέ τούς θορύβους σταματοῦν ἐκείνους πού θέλουν νά προξενήσουν καταστροφές, ἔτσι καί σύ φώναξε δυνατά, κραύγασε μέ τήν ψαλμωδία, καί θά διώξης μακρυά τό πονηρό θηρίο, τήν ἀλεπού, πού εἶναι ὁ διάβολος· γι᾽ αὐτό τό θηρίο ἔλεγε ἡ Γραφή· “Πιάστε γιά μᾶς μικρά ἀλεπουδάκια, καί τά λοιπά”(ἎἈσμ 2, 15)».
Ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἐπειδή τά πάθη μπῆκαν στή φύσι τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἀμέλεια, τήν ἔκαμαν ἀσθενῆ· γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν, ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς σάν ἰατρικά τίς θεῖες καί ζωοποιές Του ἐντολές [πού ὑπάρχουν στή Γραφή], ὥστε τηρώντας τις, νά καθαρίσουμε τή φύσι μας ἀπό τίς πληγές τῶν παθῶν καί ἔτσι νά ἐπανέλθουμε πάλι στήν προηγούμενη ὑγεία μας».
Τονίζει καί ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος: «Ὁ σωματικός κόπος καί ἡ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν φυλάσσουν τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ· καί τό μέν κόπο στερεώνει ἡ ἐλπίδα καί ὁ φόβος, τήν δέ ἐλπίδα καί τό φόβο συνιστᾶ στή διάνοια ἡ ἀπομάκρυνσι τῶν ἀνθρώπων καί ἡ ἀδιάκοπη προσευχή. Μέχρι νά λάβη ὁ ἄνθρωπος τή χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, χρειάζεται νά διαβάζη τίς θεῖες Γραφές, γιά νά ἐντυπωθῆ στό νοῦ του ἡ ἐνθύμησι τῶν καλῶν, καί ἀπό τήν ἀδιάλειπτη ἀνάγνωσι νά ἀνανεωθῆ σ᾽ αὐτόν ἡ πρός τό καλό κίνησι, καί νά φυλάξη τήν ψυχή του ἀπό τή λεπτότητα τῆς ἁμαρτίας· ἐπειδή ἀκόμη δέν ἀπέκτησε τή δύναμι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀπομακρύνει τήν πλάνη, πού αἰχμαλωτίζει τίς ψυχωφελεῖς ἐνθυμήσεις καί πλησιάζει μέ τήν ψυχρότητα πού προέρχεται ἀπό τό διασκορπισμό τοῦ νοῦ».
«Λένε οἱ πατέρες, ὅτι ἡ ψυχή βοηθεῖται ἀπό τήν ἀνάγνωσι στήν προσευχή, καί πάλι ἀπό τήν προσευχή φωτίζεται στήν ἀνάγνωσι».
ΘΑΝΑΤΟΣ
Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ἀναιρετική τῆς ἁμαρτίας: «Θάνατε, εὐεργέτη μας, ἐμεῖς δέν ἔπρεπε νά σέ ὀνομάζουμε θάνατο. Διότι καί μόνο ἡ ἐνθύμησί σου, δίνει ζωή στήν ψυχή μας».
Ἐπίσης: «Ὅταν εἰσέλθης σέ πανδοχεῖο, πές μου, καλλωπίζεις τό πανδοχεῖο; Ὄχι, ἀλλά τρῶς καί πίνεις καί βιάζεσαι νά ἐξέλθης. Πανδοχεῖο εἶναι ὁ παρών βίος. Εἰσήλθαμε, τελειώνουμε τόν παρόντα βίο. Ἄς φροντίζουμε νά ἐξέλθουμε μέ καλή ἐλπίδα, νά μήν ἀφήσουμε τίποτε ἐδῶ, γιά νά μή μᾶς λείπη ἐκεῖ. Ὅταν εἰσέλθης στό πανδοχεῖο, τί λές στόν ὑπηρέτη; Πρόσεχε ποῦ βάζεις τά πράγματα, μήν ἀφήσης τίποτε ἐδῶ, ὥστε νά μή χαθῆ τίποτε, οὔτε τό ἐλάχιστο, οὔτε εὐτελές, ὥστε νά τά ἐπαναφέρουμε ὅλα στό σπίτι. Ἔτσι καί ἐμεῖς στήν παροῦσα ζωή· νά βλέπουμε ὡς πανδοχεῖο τό βίο, καί ἄς μήν ἐγκαταλείψουμε τίποτε ἐδῶ στό πανδοχεῖο, ἀλλά ὅλα νά τά ἐπαναφέρουμε στήν πατρίδα. Εἶσαι διαβάτης καί ὁδοιπόρος, μᾶλλον δέ καί διαβάτου κατώτερος. Γιατί; Ἐγώ θά σοῦ πῶ. Ὁ διαβάτης γνωρίζει πότε εἰσέρχεται στό πανδοχεῖο καί πότε ἐξέρχεται· διότι στό χέρι του εἶναι νά ἐξέλθη, ὅπως ἦταν καί τό νά εἰσέλθη· ἐγώ, ὅμως, εἰσερχόμενος στό πανδοχεῖο, δηλαδή, στόν παρόντα βίο, δέν γνωρίζω πότε ἐξέρχομαι. Καί ἐνίοτε ἐνῶ προετοιμάζω γιά πολύ χρόνο τροφές, ὁ Δεσπότης μέ καλεῖ ἀμέσως· “Ἀνόητε, αὐτά τά ὁποῖα ἑτοίμασες, σέ ποιόν θά πᾶνε; Διότι τή νύκτα αὐτή παίρνουν τήν ψυχή σου”(πρβλ. Λκ 12, 20). Ἄγνωστη ἡ ἔξοδος, ἄστατη ἡ κατοχή, μυριάδες γκρεμοί, ἀπό παντοῦ κύματα. Γιατί τρελλαίνεσαι γιά τίς σκιές; Γιατί ἀφήνοντας τήν ἀλήθεια τρέχεις πρός τίς σκιές;».
«Ἄς μάθουμε νά ἀντιμετωπίζουμε τό θάνατο χωρίς φόβο, ὡς τήν ἀπόφασι τοῦ Ἐπουρανίου Πατρός, ἡ ὁποία μέ τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ἔχασε τή φρίκη της».
Ἄς εἴμασθε συνειδητοί Χριστιανοί:«Τήν ὕστατη ὥρα πρέπει νά εἶναι λαμπρό τό ἔνδυμά μας... Ὅπως τά φύλλα πού ντύνονται χρυσά, ὅταν πεθαίνουν...».
Δέν πρέπει, τέλος, νά ξεχνᾶμε ὅτι γιά νά ὑπομένης στήν κόλασι, δέν θά ἔχης οὔτε φιλοσόφους οὔτε ψυχαναλυτές, ὅπως, ἴσως, σ᾽ αὐτή τή ζωή.
ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΓΩΪΣΜΟΣ
«Πολλοί ἄνθρωποι γιά πολλούς λόγους κολυμποῦν στή θάλασσα. Μερικοί ἀπ’ αὐτούς ξέρουν πραγματικά καλό κολύμπι καί ὅταν ἔρχεται καταπάνω τους τό κύμα, σκύβουν καί λουφάζουν ἀπό κάτω του μέχρι νά περάση. Ἔτσι ἐξακολουθοῦν νά κολυμποῦν ἀκίνδυνα. Ἄν, ὅμως, θελήσουν ν’ ἀντισταθοῦν, τό κύμα τούς σπρώχνει ἔξω καί τούς ἐκσφενδονίζει πολύ μακρυά. Πάλι, μόλις ἀρχίσουν νά κολυμποῦν ἔρχεται καταπάνω τους ἄλλο κύμα. Ἄν πάλι ἀντισταθοῦν, πάλι τό κύμα θά τούς σπρώξη καί θά τούς πετάξη ἔξω καί τό μόνο τό ὁποῖο κατορθώνουν εἶναι νά συντρίβωνται, χωρίς καθόλου νά προχωροῦν. Ἄν, ὅμως, ὅπως εἶπα, σκύψουν καί ταπεινωθοῦν κάτω ἀπ’ τό κύμα, αὐτό περνάει χωρίς νά τούς κάνη κακό. Ἐξακολουθοῦν τότε νά κολυμποῦν ὅσο θέλουν καί τελειώνουν τή δουλειά τους. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τούς πειρασμούς. Ἄν κανείς βαστάση τόν πειρασμό μέ ὑπομονή καί ταπείνωσι, τόν ξεπερνάει χωρίς νά πάθη κακό. Ἄν, ὅμως, παραμείνη μέ τήν καρδιά γεμάτη λύπη καί ταραχή καί θεωρώντας καθένα αἴτιο τοῦ κακοῦ πού τοῦ συμβαίνει, κολάζει τόν ἑαυτό του, φορτώνοντας πάνω του τόν πειρασμό. Ἔτσι ὄχι μόνο δέν ὠφελεῖται ἀπ’ αὐτόν, ἀλλά καί βλάπτεται».
«Ἐκεῖνος πού θέλει νά μετακινήση μιά πέτρα, βάζει τό μοχλό ἀπό κάτω, ὄχι ἐπάνω της, διότι τότε μέ εὐκολία θά τήν κυλίση· αὐτό, λοιπόν, εἶναι παράδειγμα ταπεινοφροσύνης».
«Μιά ὁμάδα μοναχῶν —καί μεταξύ τους ὁ μεγάλος ἀββᾶς Νισθερῶος—περπατοῦσε στήν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου, ὅταν ἐμφανίσθηκε ἕνα λιοντάρι. Τρομοκρατημένοι, ἄρχισαν ὅλοι νά τρέχουν. Χρόνια μετά, ὅταν ὁ Νισθερῶος ἦταν ἑτοιμοθάνατος, ἕνας μοναχός ἀποφάσισε νά ρωτήση:
—Ἀββᾶ, θυμᾶσαι τή μέρα κατά τήν ὁποία συναντήσαμε τό λιοντάρι;
Ὁ Νισθερῶος ἔνευσε καταφατικά μέ τό κεφάλι.
—Ἦταν ἡ πρώτη φορά πού σέ εἶδα νά φοβᾶσαι.
—Δέν φοβήθηκα, ὅμως, τό λιοντάρι.
—Τότε γιατί ἔτρεξες μαζί μας;
—Θεώρησα καλύτερο νά τρέξω ἕνα ἀπόγευμα γιά νά ξεφύγω ἀπό ἕνα ζῶο, παρά νά περάσω ὅλη μου τή ζωή τρέχοντας γιά νά ξεφύγω ἀπό τή ματαιοδοξία».
Ὁ Ἱερός Αὐγουστίνος δίδασκε: «Ὑπάρχει κάτι χειρότερο ἀπό τήν ἁμαρτία· ἡ ἀλαζονεία τῆς ἀρετῆς».
Ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ γράφει: «Ἄν δέν ταπεινώσουμε τόν ἑαυτό μας κάτω ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, θά μᾶς ταπεινώση Ἐκεῖνος κάτω ἀπό τήν θεία δίκη Του».
«Ἐάν ἀνάψης ὅλες τίς ἀρετές μέσα σου σάν τά κεριά, καλά θά κάνης· ὅμως, ἐάν ταυτόχρονα κρατήσης τή φιλοδοξία, ἐκείνη σάν τόν ἰσχυρό ἄνεμο γρήγορα θά σβήση ὅλα τά ἀναμμένα κεριά. Ἐσύ ἴσως θά τά ἀνάψης ξανά, ὅμως, ὁ ἄνεμος θά τά σβήση πάλι. Γι᾽ αὐτό πρῶτα σταμάτησε τόν ἄνεμο».
«Συνήθιζε νά συμβουλεύη χαρακτηριστικά ἕνας σύγχρονος ὅσιος Γέροντας: “Σέ ὅλα τά πράγματα νά ἔχετε μέτρο. Νά νηστεύετε μέ μέτρο. Νά ἀσκητεύετε μέ μέτρο. Ταπείνωσι νά ἔχετε ἄνευ μέτρου”».
«Οἱ ἔπαινοι καί τά ἐγκώμια βλάπτουν τό μοναχό. Σάν νά θέλη ὁ ἄνθρωπος νά πιάση τόν ἴσκιο του. Ἔτσι μοιάζει ὅταν ζητάη ἐπαίνους».
«Ρώτησα ἕναν ἁπλοϊκό γέροντα ἀσκητή:
—Γιατί οἱ λεμονιές σας, γέροντα, ἔχουν τόσο πολύ καρπό;
—Διότι ταπεινώνω τά κλαδιά τους, τέκνο μου, ἀπάντησε».
«Μήν προσπαθῆτε, μᾶς συμβούλευε, νά ἀποκτήσετε ἀγάπη, προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία καί τίς ἄλλες ἀρετές. Μάταια θά κουράζεσθε, διότι δέν σᾶς βοηθᾶ ὁ Θεός, ἐπειδή σᾶς λείπει ἡ ταπείνωσι. Κι αὐτό, ὄχι γιά ἄλλο λόγο, ἀλλά γιατί, ἄν σᾶς βοηθήση, θά καταστραφῆτε ἀπό τήν ὑπερηφάνεια. Ὁ Θεός μόνο τήν ταπείνωσι ζητᾶ ἀπό μᾶς. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι ὁ φυσικός καρπός τῆς καλῆς συνεργασίας ἀνάμεσα στήν ταπεινή διάθεσι τοῦ ἀνθρώπου καί στήν τῶν πάντων τῶν ἀγαθῶν πρόξενο Θεία Χάρι. “Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν (ὅταν ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἐπιτρέπει νά ῾ἀνθῆ᾽) ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης (: καλωσύνη), ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια ...”(Γαλ 5, 22-23).
Βλέπετε πῶς καί ἡ Παναγία μας ὁμολογεῖ, ἀλλά καί μᾶς δείχνει ὅτι ὁ Θεός “... ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ”;(Λκ 1, 48)».
Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος δίδασκε: «Οἱ πτώσεις εἶναι ὑλικό ταπεινώσεως».
ΟΡΓΗ-ΘΥΜΟΣ
Ὁ Ἅγ. Δημήτριος τοῦ Ροστώφ γράφει: «Μήν ὀργίζεσαι ποτέ ἐναντίον κανενός καί γιά καμμιά αἰτία ἐκτός κι ἄν κάποιος θελήση νά σέ χωρίση ἀπό τό Θεό καί τήν ἀγάπη Του. Ποιός, ὅμως, ἔχει τή δύναμι νά τό κατορθώση αὐτό, ἄν δέν τό θέλης ἐσύ ὁ ἴδιος;».
«Δέν ὑπάρχει σ᾽ αὐτό τόν κόσμο καμμιά εὔλογη αἰτία γιά νά ὀργίζεσαι καί νά θυμώνης, ἐκτός ἀπό τίς περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες προσβάλλεται ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ καί περιφρονεῖται ὁ νόμος Του. Ἀλλά καί τότε πρέπει νά συζεύξης τήν ὀργή μέ τή διάκρισι, γιά νά μή βλάψης τήν ψυχή σου. “Ὀργίζεσθε καί μή ἁμαρτάνετε”(Ἐφ 4, 26), παραγγέλλει μέ σοφία ὁ Ἀπόστολος».
«Μήν ταράζεσαι, ὅταν ἡ μνησικακία μαίνεται μέσα σου καί προσπαθῆ νά σέ κάνη νά βγάλης λόγια πικρά. Καλύτερα νά τῆς ἐπιβάλης σιωπή, νά πεθάνη μέσα σου. Ἀλλιῶς, ἄν δῆ ὅτι τή συνηθίζεις καί λόγια πικρά βγαίνουν ἀπ᾽ τά χείλη σου, θά κυριαρχήση μέσα σου. Τό νερό πού βρίσκεται πίσω ἀπό ἕνα φράγμα, μόλις βρῆ κάποια χαραμάδα, τήν κάνει ὅλο καί μεγαλύτερη καί ξεχύνεται ἀπό κεῖ. Ἄν δέν προλάβουμε νά ἐνισχύσουμε τό φράγμα ἤ ἡ ἐνίσχυσι αὐτή δέν εἶναι ἀρκετή, στό τέλος τό νερό πού τρέχει θά γίνεται ὅλο καί πιό ὁρμητικό καί θά εἶναι δύσκολο, ἄν ὄχι ἀδύνατον, νά τό συγκρατήσης. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τή μνησικακία πού κρύβεται στήν ἀνθρώπινη καρδιά. Ἄν τήν ἀφήσουμε νά προβάλη μία, δύο καί τρεῖς φορές, θά ξεχυθῆ πρός τά ἔξω ὁρμητικά καί στό τέλος μπορεῖ νά σπάση τό φράγμα καί νά γίνη ἀνεξέλεγκτη. Μέσα στήν ψυχή ὑπάρχουν τά νερά τοῦ πονηροῦ. Ὅπως εἶπε καί ὁ Ψαλμωδός, “εἰσήλθοσαν (: μπῆκαν) ὕδατα ἕως ψυχῆς μου”(Ψ 68, 1)».
Καί ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς τονίζει: «Μᾶς ἔλεγε ἕνας χωρικός ὅτι μεταξύ ἐκείνου καί τοῦ γείτονά του εἶχε μεγαλώσει μίσος σάν τά ἀγκάθια, καί δέν μποροῦσαν μέ τίποτε οὔτε νά κοιταχθοῦν σάν ἄνθρωποι. Μιά χειμωνιάτικη νύκτα, ὁ μικρός γιός του διαβάζοντας τήν Καινή Διαθήκη διάβασε δυνατά καί ἐκεῖνα τά λόγια τοῦ Σωτῆρος:Καλῶς ποιεῖτε (: νά εὐεργετῆτε) τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς. Ὅλη τή νύκτα ἐκείνη δέν μπόρεσε νά κοιμηθῆ ὁ χωρικός καί σκεπτόταν πῶς θά μποροῦσε κι ἐκεῖνος νά ἐκπληρώση αὐτή τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Καί ποῦ θά μποροῦσε νά τοῦ δοθῆ ἡ εὐκαιρία νά κάνη κάποια καλή πρᾶξι στό γείτονά του. Ὅμως, ὅπου ὑπάρχει καλός σκοπός ὅλα γίνονται. Μιά μέρα ἄκουσε κραυγές στή γειτονιά. Ρώτησε ἄλλους καί ἔμαθε, ὅτι ἡ ἐφορία κατάσχεσε ὅλα τά ζῶα ἀπό τό γείτονά του καί τόν πῆγε στό δικαστήριο, ὥστε νά πουληθοῦν γιά τό χρέος του στήν ἐφορία. Σάν ἀστραπή ἦλθε ἡ σκέψι στήν καρδιά του: Νά, τώρα σοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία!. Ἀμέσως πῆγε στό δικαστήριο, πλήρωσε τήν ἐφορία γιά τόν ἄνθρωπο πού τόν μισοῦσε ὅσο τίποτε ἄλλο στόν κόσμο, καί τά ζῶα του τά γύρισε σπίτι. Ὅταν ἐκεῖνος τό ἔμαθε, ἄρχισε νά περπατᾶ σκεπτικός γύρω ἀπό τό σπίτι του. Τό βράδυ συναντήθηκαν. Ἐκεῖνος ἄρχισε νά κλαίη μέ λυγμούς. Καί δέν μποροῦσε οὔτε μιά λέξι νά πῆ, μόνο ἔκλαιγε. Ἀπό τότε ζοῦνε οἱ δύο τους μέ μεγαλύτερη ἀγάπη ἀπ’ ὅ,τι τά ἀδέλφια».
ΣΥΓΧΩΡΗΣΙ
Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος ἔλεγε: «Προσευχήσου κατά τῆς κακίας τοῦ ἐχθροῦ σου. Νά πεθάνη αὐτή καί νά ζήση αὐτός. Ἄν ὁ ἐχθρός σου πεθάνη, χάνεις ἕνα ἐχθρό, ἀλλά δέν ἀποκτᾶς ἕνα φίλο. Ἄν ἀντίθετα πεθάνη ἡ κακία του, ἀπαλλάσσεσαι ἀπό ἕνα ἐχθρό καί ξαναβρίσκεις ἕνα φίλο».
Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ διδάσκει: «Πῶς ὁ Θεός θά διαγράψη ὅλους τούς τόμους μέ τά δικά μας ἁμαρτήματα, ὅταν ἐμεῖς δέν θελήσαμε μόνο μιά σελίδα νά διαγράψουμε τῶν ἀδελφῶν μας τά πταίσματα; Ἀπαιτεῖται ἀγῶνας ἐναντίον τῆς μνησικακίας, τῆς ἐχθρότητος καί τῆς ἐκδικητικότητος».
Ὁ π. Dimitri Doudko κήρυττε: «Νά τείνης τήν παρειά (: τό μάγουλο) δέν σημαίνει νά παίρνης παθητική στάσι ἔναντι τοῦ κακοῦ, ἀλλά σημαίνει νά μή μετρᾶς τήν ἀλήθεια μόνο καί μόνο σύμφωνα μέ τό συμφέρον σου· σημαίνει νά βρίσκεσαι πιό πάνω ἀπό προσωπικές προσβολές. Γι᾽ αὐτό ὁ χριστιανός δέν πρέπει νά διατηρῆ στή μνήμη του τίς προσωπικές προσβολές καί νά ζητάη νά ἐκδικηθῆ, ἀλλά νά μπορῆ νά θυσιάζεται γιά τούς φίλους του. Ἄν προσβάλλεται ἡ ἀλήθεια καί δράστης εἶναι τό ψέμα, ἄν προσβάλλεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια (γιά νά μιλήσουμε τή σύγχρονη γλῶσσα) τότε ὁ χριστιανός ὀφείλει νά τά ξεχνάη ὅλα καί νά πολεμάη μέ αὐταπάρνησι τό κακό, χωρίς νά λογαριάζη τή ζωή του. Νά πεθαίνης γιά τούς φίλους σου εἶναι τό μεγαλύτερο χριστιανικό κατόρθωμα καί κάθε ἄλλο εἶναι παρά παθητικότητα. Ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι αὐτοί πού δέν ξεχνοῦν τίς προσβολές πού τούς ἔγιναν καί ἐκδικοῦνται γι᾽ αὐτές, φέρονται τίς περισσότερες φορές μέ δειλία ὅταν προσβάλλωνται ἄλλοι. Κι αὐτό γιατί φοβοῦνται μήπως χάσουν τήν καλοπέρασί τους. Δέν μποροῦν νά καταλάβουν τήν ἀπεριόριστη χριστιανική συγγνώμη, γιατί δέν θέλουν τίποτε νά συγχωρήσουν. Μέ ἄλλα λόγια δέν βλέπουν παρά μόνο τόν ἑαυτό τους καί αὐτόν προστατεύουν. Γι᾽ αὐτό ἀπαντοῦν σέ ὁποιαδήποτε προσβολή μέ μιά ἄλλη προσβολή καί μέ ἐκδίκησι. Ἰσχυρίζονται ὅτι διεξάγουν ἕναν ἀγῶνα ἐνάντια στό κακό ἐνῶ στήν πραγματικότητα φανερώνουν μόνο τό πληγωμένο τους φιλότιμο, τήν καχυποψία καί τόν ἐγωϊσμό τους».
Ὁ Ἀναστάσιος Μ., Χριστιανός πού δοκιμάσθηκε πολύ, γράφει: «Τίς προσβολές μόνο ἡ προσευχή τίς διαλύει. Λειώνει τήν ἀδικία. Ἄν εἶναι θλιμμένη ἡ προσευχή μου, θά πάθουν κακό, γι’ αὐτό θέλει προσοχή νά μή ριζώση τό μίσος μέσα μου. Ὄχι. Ἅμα πέσω σέ θλιμμένη προσευχή θά πάθη ὁ ἄλλος ζημιά. Ὄχι νά κάνω ζημιά στόν ἄλλο. Ἔρχομαι σέ ἀπαρηγόρητη προσευχή καί πέφτω στό ἥμαρτον, ζητῶ μιά παρηγοριά, συγχώρεσι...
Τόν ἐχθρό μας νά τόν φέρνουμε στό ὕψος κι ἐμεῖς στά πόδια του νά παρακαλοῦμε τό Θεό νά τόν συγχωρέση· νά δίνης ἐκτίμησι στόν ἐχθρό. Στό ὕψος νά τούς βάλουμε, κι ἐμεῖς στά πόδια νά εἴμασθε τῶν ἐχθρῶν μας. Τό πιστεύω μας δέν εἶναι ἀέρας, θά πῆ νά μή χαλάσης τήν καρδιά τοῦ ἄλλου. Ὅσο πιστεύεις στό Θεό τόσο δέν θέλεις νά χαλάσης τήν ψυχή τοῦ ἄλλου. Δέν λέει προσευχηθῆτε γιά ὅσους σᾶς κατατρέχουν; Ἄν σοῦ ἔλθη φώτισι νά πῆς· ἄχ, Θεέ μου! Θά πονέσης καί θά κλάψης γιά τό Εὐαγγέλιο.
Ἐμένα μέ κύκλωσαν ἀδικίες κι ἔκανα προσευχή. Ὅταν ἔβλεπα ἀδικία καί δέν μποροῦσα νά τή σταματήσω γονάτιζα καί φώναζα συγχώώώώρεσέ με Κύριε... Ἔτσι μοῦ περνοῦσε ἡ στενοχώρια... Γιατί οἱ προσευχές φθάνουν ἐπάνω. Οἱ προσευχές τά πάντα τά λειώνουν κι ἀμέσως προλαβαίνει ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ».
ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης τόνιζε: «Ἡ λογική ἀπαιτεῖ νά μή λέμε τήν ἀλήθεια παντοῦ καί στόν καθένα. Γιά παράδειγμα δέν ὑπάρχει λόγος νά ὁμολογοῦμε τήν ἀλήθειά μας στίς παρακάτω περιπτώσεις:
α) ὅταν δέν μᾶς πέφτη λόγος ἤ ὅταν γύρω μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι τῶν ὁποίων ἡ δουλειά ἤ ἡ θέσι τους εἶναι νά μιλοῦν τήν ἀλήθεια καί
β) ὅταν δοῦμε πώς τό νά ὁμολογήσουμε τήν ἀλήθεια θά μᾶς μπλέξη σέ προφανῆ κίνδυνο κι ὅτι κανένα ὄφελος δέν θά προκύψη ἀπ’ τήν ὁμολογία μας.
Σ᾽ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι καλύτερα νά προσευχηθῆς μυστικά στό Θεό ὥστε νά φέρη Ἐκεῖνος τόν ἄδικο σ’ ἐπίγνωσι καί νά τόν ὁδηγήση στόν ἴσιο δρόμο ἤ νά στείλη δυνατούς καί ἱκανούς ἀνθρώπους γιά ν’ ἀποκαταστήσουν τήν ἀδικία. Ἡ ἀρετή θέλει διάκρισι καί μέτρο. Χωρίς διάκρισι ἡ ἀρετή χάνει πολλή ἀπ’ τήν ἀξία της ἤ δέν εἶναι καθόλου ἀρετή».
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος ἀνέφερε: «Μιά καλή λέξι, τόν ἄλλοτε ἀκάθαρτο ἐκεῖνο ληστή, τόν ἔκανε καθαρό καί ἅγιο καί τόν ἔβαλε στόν Παράδεισο (Λκ 23, 42-43). Καί μιά λέξι ἀνάρμοστη ἔφραξε στό Μωϋσῆ τή γῆ τῆς ἐπαγγελίας (Ἀρθ 20, 12). Νά μή νομίσουμε, λοιπόν, μικρή ἀρρώστια τή φλυαρία· γιατί οἱ φιλοκατήγοροι καί φλύαροι ἀποκλείουν τόν ἑαυτό τους ἀπ’ τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει κακή γλῶσσα, κι ἄν ἀκόμη προκόψη στήν ἐδῶ ζωή, ὅμως, ἐκεῖ δέν θά προκόψη, ἀλλά θά σκοντάψη καί θά τόν συλλάβουν ὡς θήραμά τους οἱ κακές τιμωρίες καί θά τόν καταστρέψουν (Ψ 139, 12). Σωστά ἔλεγε κάποιος σοφός, ὅτι εἶναι καλύτερο νά πέσης ἀπό ψηλά στό ἔδαφος, παρά ἀπό γλῶσσα (ΣΣειρ 20, 18). Πρέπει, λοιπόν, νά πιστέψουμε τόν Ἀπόστολο Ἰάκωβο, πού γράφει: “Κάθε ἄνθρωπος ἄς εἶναι γρήγορος ν’ ἀκούση καί ἀργός νά μιλήση”(Ἰακ 1, 19)».
Ὁ Στάρετς Σάββας ὁ Παρηγορητής «κάποτε μᾶς ἔστειλε τό ποίημα Ἡ Γλῶσσα. Ἐμεῖς τό διαβάσαμε μέ ἐνδιαφέρον, συζητήσαμε ὅλο ἐνθουσιασμό τό πόσο πιστά ἀπεικονίζει τήν ἀλήθεια. Σύντομα ὕστερα ἀπ’ αὐτό ξέσπασε μεταξύ μας φιλονεικία. Ξεχνώντας τό ποίημα, δώσαμε τή θέλησί μας στή γλῶσσα καί ὅταν μαυρίσαμε τήν ψυχή μας μέ ἁμαρτίες, τότε μόνο καταλάβαμε ὅτι ὁ στάρετς μᾶς προειδοποιοῦσε γιά τόν ἐπικείμενο πειρασμό καί ἤθελε νά περιφράξη τό στόμα μας μέ τή σιωπή. Ἀλλά ἐμεῖς οἱ ἀνόητοι μόνο μετά τό θυμηθήκαμε καί ἀποκτήσαμε τήν πεῖρα πόσα κακά συμβαίνουν μέ τή γλῶσσα».
Ἐπισήμανσι τοῦ π. Πορφυρίου: «Εἶναι μιά συντροφιά καί συζητᾶ πνευματικά πράγματα; Ὁ ἀντικείμενος ζηλεύει καί θέλει νά τούς τραβήξη ἀπ᾽ τά πνευματικά. Γίνεται ἕνας “κροκόδειλος”, νά ποῦμε, καί μπροστά σέ καθένα τους ἀνοιγοκλείνει τά σαγόνια του (κι ἔκανε μέ τίς παλάμες τήν ἀναπαράστασι τῶν σαγονιῶν πού ἀνοιγοκλείνουν). Ἄν δῆ ὅτι κανείς δέν τόν προσέχει, ἀλλά ἔχουν ὅλοι τό νοῦ τους στά πνευματικά, ἀποσύρεται σιγά, ἀνοιγοκλείνοντας μάταια τά σαγόνια του».
ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ
Ἀναφέρει ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Φιλοθεΐτης: «Ἕνας ἄνθρωπος, σήμερα καλός Χριστιανός, μετανοημένος, ἦλθε κι ἐξομολογήθηκε. Στήν ἐρώτησι, ἄν βλασφημῆ, εἶπε ὅτι ἄλλοτε ναί, ἀλλά τώρα ὄχι. Μοῦ λέει:
—Ξέρετε, πάτερ, πῶς ἐγώ σταμάτησα αὐτό τό μεγάλο ἁμάρτημα; Βλασφημοῦσα πάρα πολύ καί ἰδιαιτέρως τήν Παναγία μας. Κάποια μέρα κοιμώμενος νοιώθω κάποιος νά μέ σκουντᾶ κι ἀνοίγω τά μάτια μου. Βλέπω μπροστά μου μιά μαυροφόρα, ὁλόλευκη καί πανέμορφη στό πρόσωπο καί μοῦ λέει:
—Παιδί μου —δέν τόν εἶπε “ἀσεβῆ”, ἀλλά “παιδί μου”— τί κακό σοῦ ἔκανα στή ζωή σου; Γιατί μέ βλασφημεῖς;
Τότε κατάλαβα ὅτι βρέθηκα μπροστά στήν Παναγία μας κι ἔμεινα σάν κεραυνοβολημένος. Κι ἀμέσως μέ τό χεράκι της μοῦ παίρνει τή γλῶσσα, μοῦ τήν τραβάει καί μοῦ τήν κάνει τόσο μεγάλη, πού τήν κόλλησε στό ταβάνι τοῦ δωματίου μου καί μοῦ λέει:
—Τώρα, ἄν θέλης, βλασφήμα με.
Ἐγώ δέν μποροῦσα, βέβαια. Τότε τῆς κάνω νεῦμα, ὅτι δέν θά τό ξανακάνω. Μοῦ λέει:
—Θά σοῦ θεραπεύσω τή γλῶσσα σου, ἀλλά ἐάν τό ξανακάνης, τότε ἴσως σοῦ πάρω τό παιδί.
Ἀπό τότε, πάτερ, οὐδέποτε ἀσέβησα στήν Κυρία μου Θεοτόκο».
«Τούς λογισμούς ἀμφιβολίας, καθώς καί τούς αἰσχρούς λογισμούς καί τούς βλάσφημους λογισμούς, πρέπει νά τούς καταφρονοῦμε: Νά μήν τούς δίνουμε καμμιά σημασία. Καταφρονεῖτε τους. Καί τότε ὁ ἐχθρός, ὁ διάβολος, δέν θά τό ἀντέξη. Καί θά φύγη. Ὁ Διάβολος δέν τήν ἀντέχει τήν καταφρόνησι· γιατί ἔχει ἔπαρσι. Ἄν, ὅμως, ἀρχίσετε μέ τούς λογισμούς αὐτούς διάλογο (μήν τό ξεχνᾶτε ὅτι οἱ λογισμοί αὐτοί δέν εἶναι δικοί σας, ἀλλά ἀπ᾽ ἔξω, ἀπ᾽ τόν ἐχθρό!), ὁ διάβολος θά σᾶς φέρη τόσους λογισμούς, πού μέ τό βάρος τους θά λυγίσετε· καί ἔτσι θά σᾶς “σκοτώση”.
Ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει καί ἀγαπάει τό Θεό, δέν βλασφημεῖ. Τότε ὅμως παρατηρεῖ μέσα του δύο νήματα σκέψεως: ἀγαπάει καί βλασφημεῖ. Ἀπό αὐτό γίνεται φανερό, ὅτι κάποια ξένη πονηρή δύναμι φέρνει τίς ἀμφιβολίες καί τούς αἰσχρούς καί βλάσφημους λογισμούς.
Γι᾽ αὐτό, αὐτούς τους λογισμούς νά τούς καταφρονῆτε. Τότε μόνο δέν θά σᾶς βλάψουν! Καί ἰδίως, ἄν τούς φανερώσετε στό Γέροντα. Καί ὅταν τούς φανερώνετε, νά μήν προχωρῆτε σέ λεπτομέρειες, γιατί εἶναι δυνατόν νά βλάψετε καί τόν ἑαυτό σας καί τό Γέροντα. Ἰδίως δέν πρέπει νά διηγῆσθε μέ λεπτομέρειες τούς πορνικούς λογισμούς. Αὐτό τό βρώμικο βόθρο εἶναι προτιμότερο νά τόν κλείσετε καί νά τόν σκεπάσετε. Καί ὄχι νά τόν ἀνακατώνετε. Οἱ πορνικοί λογισμοί δέν θά σᾶς καταλογισθοῦν σάν ἁμαρτία παρά μόνο, ἄν σεῖς ἀρχίσετε νά ἡδονίζεσθε μέ αὐτούς.
Νά διώξουν τους λογισμούς αὐτούς ἀντικρούοντας τους, μποροῦν μόνο οἱ ἅγιοι. Ἐμεῖς μποροῦμε νά σωθοῦμε μόνο μέ τή φυγή. Ὅταν δέν ἔχετε τή δύναμι νά καταπολεμήσετε καί νά νικήσετε τούς πονηρούς λογισμούς, νά ἐπικαλῆσθε τόν Κύριο· καί τότε θά τούς διώξη τό ὄνομά Του...».
«—Γέροντα, πῶς νά διώξω ἕνα βλάσφημο λογισμό τήν ὥρα τῆς ἀκολουθίας;
—Μέ τήν ψαλτική. “Ἀνοίξω τό στόμα μου...”. Δέν ξέρεις μουσικά; Νά μήν τόν ξεσκαλίζης. Περιφρόνησέ τον. Ὅταν συζητάη κανείς τέτοιους λογισμούς τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, εἶναι σάν νά ξεσκαλίζη ὁ στρατιώτης μιά χειροβομβίδα τήν ὥρα κατά τήν ὁποία δίνει ἀναφορά».
ΑΓΑΠΗ
«Σπεῖρε τή λίγη ἀγάπη πού σοῦ ἔμεινε, γιά νά φυτρώση ἀγάπη, νά μεγαλώση, νά καρπίση καί νά θερίσης ἀγάπη. Μετά θά σπείρης τήν περισσότερη ἀγάπη τήν ὁποία θά θερίσης, καί σιγά-σιγά θά γεμίση τό ἀμπάρι σου καί δέν θά ἔχης ποῦ νά τή βάλης, γιατί, ὅσο σπέρνεις ἀγάπη, τόσο πιό πολύ αὐξάνει. Ἄς ποῦμε, ἕνας γεωργός ἔχει ἕνα σακκουλάκι σπόρο καί τόν σπέρνει. Μετά μαζεύει τόν καρπό καί γεμίζει μιά μεγάλη σακούλα. Ἄν σπείρη ὕστερα τόν καρπό τόν ὁποῖο ἔχει στή σακκούλα, θά γεμίση ἕνα σακκί. Καί ὅταν μαζέψη πολύ σπόρο καί τόν σπείρη, θά γεμίση ἕνα ἀμπάρι. Ἐνῶ, ἄν κρατήση τό σπόρο στό σακκουλάκι καί δέν τόν σπείρη, ὁ σπόρος θά σκουληκιάση. Πρέπει νά πετάξη τό σπόρο στή γῆ, γιά νά φυτρώση, νά μεγαλώση καί νά κάνη καρπό.
Ἔτσι, θέλω νά πῶ, γίνεται καί μέ τήν ἀγάπη. Γιά νά αὐξηθῆ ἡ ἀγάπη, πρέπει νά τή δώσης. Ὅποιος, ὅμως, δέν δίνει ἔστω καί τή λίγη ἀγάπη τήν ὁποία ἔχει, εἶναι σάν νά ἔχη ἁπλόχερο σπόρο, ἀλλά τόν κρατάει καί δέν τόν σπέρνει. Αὐτός εἶναι ὁ πονηρός δοῦλος πού ἔκρυψε τό τάλαντο».
«Ἀγάπη χωρίς ἀντιπαροχή! Νά μήν κάνουμε καλωσύνες, γιά νά πάρουμε εὐλογίες. Νά καλλιεργήσουμε τήν ἀρχοντική, τήν ἀκριβή ἀγάπη, τήν ὁποία ἔχει ὁ Θεός, καί ὄχι τή φθηνή κοσμική ἀγάπη, ἡ ὁποία ἔχει κάθε ἀνθρώπινη ἀδυναμία».
Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς μᾶς προφυλάσσει: «Ὅταν βλέπης ἕνα μεθυσμένο πεσμένο στή λάσπη, θά ξαπλώσης καί σύ δίπλα του; Δέν θά προσπαθήσης νά τόν σηκώσης καί νά τόν βγάλης ἀπ’ τή λάσπη; Κάθε ἁμαρτία εἶναι λάσπη καί κάθε πάθος εἶναι μέθη. Ἄν ὁ ἀδελφός σου ἔχη βυθίσει τήν ψυχή του στή λάσπη τῆς ἁμαρτίας, γιατί θ’ ἀφήσης καί τή δική σου ψυχή νά κυλισθῆ στήν ἴδια λάσπη; Πρέπει ν’ ἀποφύγης ἐκεῖνο τό ὁποῖο κάνει ὁ ἀδελφός σου, νά βιασθῆς νά τόν βγάλης ἀπ’ τή λάσπη, νά τόν καθαρίσης, ὥστε ὁ οὐράνιος Πατέρας σου νά σηκώση καί σένα, νά σέ καθαρίση ἀπό κάθε ἁμαρτία καί στήν τελική κρίσι νά σέ τοποθετήση μαζί μέ τούς ἀγγέλους».
Ἰδού καί ἡ ἱεραποστολή: «Μιά ἀτμομηχανή τραβᾶ εὔκολα ἕνα συρμό ἀπό βαρειά φορτωμένα βαγόνια. Ἔτσι τό παιδί τοῦ Θεοῦ, χάρι στήν πίστι του καί τήν ἀφοσίωσί του, δέν ἔχει καμμιά δυσκολία νά διασχίση αὐτή τή δίνη, παρόλους τούς κόπους καί τούς ἀγῶνες, καί ταυτόχρονα τραβάει τούς ἄλλους καί τούς ὁδηγεῖ στό Θεό».
Ὁ ὅσ. Παΐσιος Βελιτσκόφσκι ἀναφέρει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι περιεκτική ἀρετή: «Ἡ ἀγάπη, μέ τήν ὁποία εἶναι ἀχώριστο τό ἔλεος, μοιάζει μέ ἕνα δίκτυ ὅπου συγκεντρώνονται ὅλες οἱ ἀρετές. Περικλείει καί περιλαμβάνει μέσα της ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πού μπορεῖ νά τηρήση ὅλες τίς ἐντολές εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά τηρήση τήν ἀγάπη».
«“Αἴ, παιδί μου, ξέρεις τί εἶναι ἡ ἀγάπη! Αὐτά πού μπορεῖ νά σοῦ πῆ ὁ Γέροντας, σοῦ τά λένε τά βιβλία, ὅμως, ὁ Γέροντας, καθώς σοῦ τά λέει, σοῦ μεταδίδει καί τό βίωμά του· ἔτσι σέ λίγο πᾶς καί σύ κατά μόνας καί προσεύχεσαι καθώς ὁ Γέροντας. Ἡ πνευματική ζωή εἶναι μυστήριο. Ὅπως ἕνας ληστής μπορεῖ νά σοῦ κακοποιήση τό σῶμα, ἔτσι κι ἕνας πού ἔχει κακία μπορεῖ νά σέ κακοποιήση στήν ψυχή. Ἐκτός κι ἄν ἔχης ἐσύ πολλή ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη σέ ὀχυρώνει, εἶναι σάν ῾μόνωσι᾽. Δέν ἀφήνει τήν κακή δύναμι νά σέ φθάση. Τό πεῖσμα γεννάει τό πεῖσμα. Ὅταν μιά μητέρα ἔχη ἀδυναμίες, ὅ,τι καί νά πῆ στό παιδί της, ἐκεῖνο θά πάη καί θά κάνη αὐτό τό ὁποῖο τοῦ ἀπαγορεύει. Ἄν, ὅμως, ἡ μητέρα ἔχει πραότητα καί ἀγάπη, τό παιδί δέν θά τό κάνη”.
“Ἁπαλά, χωρίς βία!”. Αὐτό ἦταν μιά ἐπίμονη συμβουλή. Τόν πνευματικό ἀγῶνα νά τόν κάνης ἁπαλά χωρίς βία. Νά μήν πολεμᾶς τίς ἀδυναμίες σου, ἀλλά νά τίς μεταμορφώνης σέ δυνάμεις. “Ὅταν εἶναι σκοτάδι στό δωμάτιο, τί κάνεις; Πολεμᾶς νά τό διώξης; Διώχνεται τό σκοτάδι; Ἀνάβεις τό φῶς καί φεύγει τό σκοτάδι. Ἡ ψυχή ἔχει ἕναν ἀνθῶνα κι ἕναν ἀκανθῶνα. Μήν καταγίνεσαι νά ξερριζώνης τ᾽ ἀγκάθια, μόνο νά ποτίζης τόν ἀνθῶνα· ὅλο τό νερό νά τό κατευθύνης ἐκεῖ καί τ᾽ ἀγκάθια θά ξεραθοῦν”».
ΝΗΣΤΕΙΑ
«Ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός, συμβουλεύοντας τούς νεώτερους ἀδελφούς ν’ ἀγαπήσουν τή νηστεία, τούς ἔλεγε συχνά:
Ὁ καλός στρατηγός, πού ἐπιχειρεῖ νά καταλάβη μιά πόλι ἐχθρική, γερά ὀχυρωμένη, κάνει ἀποκλεισμό στίς τροφές καί στό νερό. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀτονεῖ ἡ ἀντίστασι τοῦ ἐχθροῦ καί στό τέλος παραδίδεται. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει μέ τίς σαρκικές ὁρμές, πού ἀνελέητα πολεμοῦν τόν ἄνθρωπο στή νεότητά του. Ἡ εὐλογημένη νηστεία καταβάλλει τά πάθη καί τούς δαίμονες καί τελικά τά ἀπομακρύνει ἀπ’ τόν ἀγωνιστή».
Ἐπισημαίνει ὁ ὅσ. Βαρσανούφιος: «Φρόντισε νά φυλάξης τή νηστεία τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, τηρώντας τήν ἐντολή τοῦ νά μή φᾶς ἀπό τό “δένδρο” καί φύλαξε τόν ἑαυτό σου ἀπό τά ὑπόλοιπα πάθη. Τότε γίνεται δεκτή ἀπό τό Θεό ἡ νηστεία αὐτή τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καί σέ σκεπάζει σχετικά καί μέ τή σωματική νηστεία».
Τόνιζε καί ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης: «Τρώγοντας ὑπερβολικά γίνεσαι ἄνθρωπος σαρκικός, πού δέν ἔχει πνεῦμα μέσα του, ἤ ἄψυχη σάρκα· νηστεύοντας, ὅμως, πρεσελκύεις μέσα σου τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γίνεσαι πνευματικός ἄνθρωπος. Πάρε βαμβάκι πού δέν ἔχει βραχῆ μέ νερό· εἶναι ἐλαφρό καί, σέ μικρή ποσότητα, πετᾶ στόν ἀέρα· ἄν, ὅμως, τό βρέξης, γίνεται βαρύ καί ἀμέσως πέφτει στό δάπεδο. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τήν ψυχή. Ὤ, πόσο εἶναι ἀναγκαῖο νά φροντίζουμε καί νά προφυλάττουμε τήν ψυχή μέ τή νηστεία!».
Τόνιζε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος: «Πῶς ἀποτυπώνεται στήν ψυχή τό πνεῦμα τῆς κακίας; Ὅπως συμβαίνει καί μέ τά αἰσθητά πράγματα. Γεμίστε μία αἴθουσα μέ διάφορα ἀντικείμενα καί ἀφῆστε τα πολύ καιρό ἐκεῖ. Ἄν κάποτε τά ἀποσύρετε, ἡ χαρακτηριστική πνοή τους θά ἐπηρεάζη ἐπί μακρόν τό χῶρο ἐκεῖνο. Ἐάν, μάλιστα, τά ἀντικείμενα ἦταν εὐώδη θά παραμείνη ἐπί πολύ ἡ εὐωδία τους· ἐάν ἦταν δύσοσμα, ἐπί πολύ θά μείνη ἡ δυσάρεστη ὀσμή τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καί μέ τήν ψυχή. Ὅταν ἡ ψυχή γεμίζη ἀπό μία ἀρετή ἤ ἀπό μία κακία, ἀποτυπώνεται ἐκεῖ τό “πνεῦμα” τῆς κυρίαρχης ἀρετῆς ἤ τῆς κακίας. Ἐάν κάποιος, ἐπί παραδείγματι, κατά τή Μ. Τεσσαρακοστή ἀσκήση μέ ἐπιμέλεια τόν ἀγῶνα τῆς νηστείας, στόν ἄνθρωπο αὐτό, καί μετά τήν περίοδο ἐκείνη, θά παραμείνη τό “πνεῦμα” τῆς νηστείας καί θά τόν κάμη νηφάλιο καί ἐγκρατῆ σέ ὅλα. Ἀντιθέτως, ἐάν κάποιος, πρό τῆς ἁγίας νηστείας, παραδοθῆ μέ ἀκράτεια στήν ἀπόλαυσι καί τήν ἡδυπάθεια, αὐτός οὔτε στό στάδιο τῶν νηστειῶν θά κατορθώση ν᾽ ἀπαλλαγῆ εὐκόλως ἀπό τό “πνεῦμα” τῆς φιληδονίας καί τῆς ἀπολαύσεως. Εἶναι δυνατόν, μάλιστα, καί σέ καιρό πνευματικῶν ἐνασχολήσεων καί ἐν μέσῳ ἐξόχως ἱερῶν στιγμῶν, ὁ ἄνθρωπος αὐτός νά ταράσσεται ἀπό ἐνθυμήσεις καί ἐμπαθεῖς λογισμούς».
Ἔλεγε ὁ π. Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης: «Τό σῶμα εἶναι σάν τό σκύλο: ὅταν τρώη πολλά καί καλά ἀγριεύει καί φωνάζει καί ζητεῖ τά δικά του, ὅταν,  ὅμως, εἶναι νηστικός ἐκεῖνος, δέν ἔχει δύναμι οὔτε νά περπατήση, οὔτε νά γαυγίση καί νά κτυπᾶ ὅπου θέλει, ἀλλά κάθεται ζαρωμένος, ψωριασμένος καί φαίνεται μόνο ὅτι ἔχει ζωή...».
Ἡ Γερόντισσα Γαβριηλία ἔλεγε: «Πόσο εὔκολα γίνεται ἡ νηστεία τῆς δίαιτας, ὅταν πρόκηται γιά ἀδυνάτισμα! Καί πόσο δύσκολα τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, ἐπειδή τό θέλει ἡ Ἐκκλησία μας...».
ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ
«Ἐμεῖς πολλές φορές κάνουμε σάν τά μικρά παιδιά καί παραπονιόμασθε, γιατί δέν ἔδωσε καί σ’ ἐμᾶς ὁ Πατέρας ἕνα φράγκο ἤ ἕνα δίφραγκο, ὅπως ἔδωσε στά ἀδέλφια μας, ἐνῶ σ’ ἐμᾶς ἔχει δώσει ὁλόκληρο ἑκατοστάρικο. Νομίζουμε ὅτι αὐτό τό ὁποῖο ἔδωσε σ’ ἐμᾶς δέν εἶναι τίποτε, γιατί περνᾶμε τό ἑκατοστάρικο γιά χαρτί, καί μᾶς συγκινεῖ τό φράγκο ἤ τό δίφραγκο τό ὁποῖο ἔδωσε στά ἀδέλφια μας καί κλαῖμε καί ἀγανακτοῦμε μέ τόν Καλό Πατέρα μας».
«Μιά ἀδελφή ἔλεγε: “Δέν θέλω χαρά· θέλω νά στενοχωριέμαι γιά τό Χριστό. Ἀφοῦ ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μένα, πῶς ἐγώ νά χαίρωμαι; Γιατί ὁ Χριστός μοῦ δίνει χαρά;”. Ζοῦσε καταστάσεις πνευματικές καί, ὅσο συμμετεῖχε στό Πάθος τοῦ Χριστοῦ καί στενοχωριόταν φιλότιμα, τόσο πιό πολλή χαρά τῆς ἔδινε ὁ Χριστός. Τήν εἶχε παλαβώσει!».
«Ἕνας γνωστικός πατέρας δέν θά δώση στό μικρό του ἀγοράκι κοφτερό ξίφος. Ἕνα παιδάκι δέν εἶναι σέ θέσι νά χρησιμοποιήση ξίφος ἐνάντια στόν ἐχθρό· θά παίξη μ᾽ ἕνα ἐπικίνδυνο ξίφος καί θά τρυπήση μ᾽ αὐτό ἐλαφριά κι εὔκολα τό κορμάκι του. Ὅποιος εἶναι νήπιο σέ πνευματική ἀνάπτυξι δέν εἶναι κατάλληλος γιά πνευματικές δωρεές. Δέν θά τίς χρησιμοποιήση γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ, οὔτε γιά ὠφέλεια δική του ἤ τοῦ πλησίον του οὔτε γιά νά κατανικήση τούς ἀόρατους ἐχθρούς· θά τίς χρησιμοποιήση, ὅμως, γιά νά πλήξη τόν ἑαυτό του, θά γίνη ἀλαζόνας καί θά φουσκώση μέ τή μοιραία ἔπαρσι καί τήν καταστρεπική περιφρόνησι γιά τόν πλησίον του. Κι ὅταν ἀκόμα δέν ἔχουμε πνευματικά χαρίσματα καί ἀναδίδουμε γύρω τή δυσοσμία τῶν παθῶν, εἴμασθε περήφανοι γιά τόν ἑαυτό μας καί κομπάζουμε, καί δέν σταματᾶμε νά ἐπικρίνουμε καί νά ταπεινώνουμε τόν πλησίον μας πού ἀπό κάθε ἄποψι εἶναι καλύτερος ἀπό μᾶς! Τί θά συνέβαινε ἄν μᾶς εἶχαν ἐμπιστευθῆ κάποιο πνευματικό θησαυρό, κάποιο πνευματικό χάρισμα πού ξεχωρίζει τόν κάτοχό του ἀπό τούς ἀδελφούς του καί ἀποτελεῖ μαρτυρία πώς αὐτός εἶναι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ; Δέν θά γινόταν αὐτό γιά μᾶς ἡ αἰτία μιᾶς τρομερῆς πνευματικῆς καταστροφῆς;».
Ἰδού καί μιά λεζάντα πού τονίζει ὅτι τά χαρίσματα παρέχονται ἀπό τό Θεό: «Κάτω ἀπό ἕνα λάβαρο μποροῦμε νά διαβάσουμε: “Ἐλᾶτε καί ἀγορᾶστε χωρίς χρήματα”, ὁ Χριστός παριστάνεται νά μοιράζη φάρμακα γιά τό σῶμα καί γιά τό πνεῦμα σ᾽ ἕνα ἀλληγορικό πίνακα καμωμένο ἀπό Γερμανό ζωγράφο τό 1731. Τά τετράγωνα δοχεῖα μέ τά φάρμακα πάνω στόν πάγκο φέρουν τίς ἐπιγραφές: πίστι, ἐλπίδα, εὐσπλαγχνία, καρτερία, ἔλεος, εὐχαριστία».
Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, τέλος: ἀνέφερε: «Σέ ἄλλες ἀρετές ἀγωνιζόμασθε πολλές φορές καί μέ ἄλλα μᾶς πιστώνει ὁ Θεός.
Ἐννοοῦσε μ᾽ αὐτό ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά ἀμείβη τόν ἀγωνιστή σέ ἄλλα πεδία ἤ νά τοῦ δίνη κάποια ἰ­δι­αίτερη χάρι, ἡ ὁποία φαινομενικά δέν σχετίζεται μέ τήν προσπά­θειά του»
ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ
Τόνιζε κι ὁ π. Γερμανός Σταυροβουνιώτης: «Μπορεῖ οἱ ἄνθρωποι νά κάνουν χρήματα, ὅμως τά χρήματα δέν κάνουν ἀνθρώπους».
«Ρώτησαν ἕνα γέροντα Ἀσκητή πῶς μεταχειρίζεται ὁ φιλάργυρος τούς φίλους του: “Σάν πουγγιά”, ἀπάντησε. “Ὅσο εἶναι γεμάτοι, τούς κρατάει. Ὅταν ἀδειάσουν, τούς πετάει”».
Ἀναφέρει ὁ Στάρετς Βαρσανούφιος γιά τή τσιγγουνιά: «Ὅταν ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος, ἐπήγαινε στήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο, στό δρόμο στάθηκε σέ κάποιο ξενοδοχεῖο. Ἐκεῖ ἕνας μοναχός πού τόν συνόδευε, τοῦ εἶπε: Πάτερ, δέν μπορῶ νά καταλάβω, πῶς τό ἄλογό μας δέν τρώει τό λάχανο, τό ὁποῖο τοῦ ἀγόρασα ἀπό τόν ξενοδόχο. Καί ἕνα λάχανο! Τί φρέσκο! Ἄνθρωπος τό λαχταράει! Καί τό ἄλογο δέν τό τρώει!
Ἀπάντησε ὁ ἅγιος Σπυρίδων: Γι᾽ αὐτό δέν τό τρώει. Διότι τό ζῶο αἰσθάνεται νά βγαίνη ἀπό τό λάχανο μιά ἀνυπόφορη βρῶμα. Καί βγαίνει, διότι ὁ ξενοδόχος μας ταλαιπωρεῖται ἀπό τό πάθος τῆς τσιγγουνιᾶς.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχη φωτισμό ἁγίου Πνεύματος, κάτι τέτοια δέν τά καταλαβαίνει. Μά οἱ ἅγιοι ἔχουν τό χάρισμα νά βλέπουν τά πάθη. Ἀπό τά πράγματά μας, οἱ ἅγιοι καταλαβαίνουν, τί πάθη διαλύουν τήν ψυχή μας».
«Δέν πρέπει, ἀκόμα, νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη πρέπει νά τηρῆται σ᾽ αὐτή τή ζωή, ἀλλοιῶς καταντᾶ ἄκαιρη φιλανθρωπία, ὅπως ἐκείνη τοῦ πλουσίου στήν παραβολή: «Ἔχω γάρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς (: νά τούς διαβεβαιώση μέ ἐπιμονή), ἵνα μή καί αὐτοί ἔλθωσιν εἰς τόν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου»(Λκ 16, 28).
Τέλος: «Μερικοί ὑποκλίνονται τιμητικά στό νόμισμα, ἐνῶ ἄλλοι στό εἰκόνισμα».