Πάροικος είμαι εγώ εν τη γή

Άνοιξον τους οφθαλμούς μου, και θέλω βλέπει τα θαυμάσια τα εκ του νόμου σου. 

Πάροικος είμαι εγώ εν τη γή· μη κρύψης απ' εμού τα προστάγματά σου. Η ψυχή μου λιποθυμεί εκ του πόθου τον οποίον έχω εις τας κρίσεις σου πάντοτε. Συ επετίμησας τους επικαταράτους υπερηφάνους, τους εκκλίνοντας από των προσταγμάτων σου. Σήκωσον απ' εμού το όνειδος και την καταφρόνησιν· διότι εφύλαξα τα μαρτύριά σου. 


Άρχοντες τωόντι εκάθισαν και ελάλουν εναντίον μου· αλλ' ο δούλος σου εμελέτα εις τα διατάγματά σου. Τα μαρτυριά σου βεβαίως είναι η τρυφή μου και οι σύμβουλοί μου.


Η ψυχή μου εκολλήθη εις το χώμα· ζωοποίησόν με κατά τον λόγον σου. Εφανέρωσα τας οδούς μου, και μου εισήκουσας· δίδαξόν με τα διατάγματά σου. Κάμε με να εννοώ την οδόν των εντολών σου, και θέλω μελετά εις τα θαυμάσιά σου. 


Η ψυχή μου τήκεται υπό θλίψεως· στερέωσόν με κατά τον λόγον σου. Απομάκρυνον απ' εμού την οδόν του ψεύδους, και χάρισόν μοι τον νόμον σου. 



Ψαλμοί 119:18-29