ΒΙΒΛΟΣ & ΕΞΕΛΙΞΗ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΩΦ


ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ

τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542
Πηγή:
TRUTH TARGET

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

Πρόλογος
«Δός μαρτύριον τοῖς ἐν ἀρχῇ κτίσμασί σου καί ἔγειρον προφητείας τάς ἐπ᾿ ὀνόματί σου»(ΣΣειρ 36, 14):
«Δῶσε τή μαρτυρία Σου γιά τά ἐν ἀρχῇ κτίσματά Σου καί ἀνόρθωσε τίς ἐξ ὀνόματός Σου προφητεῖες». Ὁ Σειραχίδης προφητεύει τήν ἀνασκολόπισι τῆς Βίβλου ἀπό τούς φιλοεξελικτικούς σ᾽ ὅ,τι ἀφορᾶ τή διδασκαλία τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Μωυσέως γιά τή δημιουργία.

Παραδέχεται ὁ Χρῆστος Βαρελᾶς: «Ἡ Κοσμολογία περιγράφει ἕνα ἐνδιαφέρον μοντέλο γιά τή δημιουργία τοῦ σύμπαντος, πού σέ τελική ἀνάλυσι, ὅμως, ἀποτυγχάνει νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό θεμελιώδη ἐρωτήματα: Ποιός; Τί; Πῶς; Γιατί αὐτό; Γιατί ὄχι κάτι ἄλλο; Γιατί ὄχι τίποτε;».

° Ἀκόμα: «Ἄν πάλι ὑποθέσουμε πώς ἡ κοσμική ἁλυσίδα αἰτίου-ἀποτελέσματος δέν ἔχει ἀρχή —ἄποψι ἰδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ τῶν ἀθεϊστῶν—, τότε μένουμε μέ μιά ἄπειρη ἀκολουθία γεγονότων. Εἶναι προφανές πώς, ἀπό μόνη της, δέν μπορεῖ νά δικαιολογήση τήν ἴδια της τήν ὕπαρξι».
Ὅλα αὐτά δέν προβληματίζουν τό σώφρονα πιστό πού, μετά λόγου, ἐπαναπαύεται στή Βίβλο:

«Κάποτε εἶδε ὁ νεώτερος αὐτός μοναχός τούς τρεῖς αὐτούς πατέρες, σέ σφοδρή κακοκαιρία, ἀνυπόδητους ἀφ᾽ ἑσπέρας νά ἔχουν ἀνάψει τή λάμπα καί νά μελετοῦν τήν Ἁγία Γραφή. “Ἐν ἀρχῆ ἐποίησεν ὁ Θεός τόν Οὐρανόν καί τήν γῆν…”. Καί θεωροῦσαν τά μυστήρια τῆς Δημιουργίας καί ἔκλαιαν».

«Κάποτε [ὁ ἀρχιτέκτονας Otto Stromeyer] εἶχε σχεδιάσει μιά μεγάλη αὐτοστηριζόμενη ὀροφή γιά ἕνα πελάτη του, ὁ ἐπιθεωρητής, ὅμως, τοῦ κτιρίου ἀπέρριψε τό σχέδιο. Μιά τόσο μεγάλη ὀροφή ἔπρεπε νά στηρίζεται σέ κολῶνες, εἶπε, ἀγνοώντας τούς στατικούς ὑπολογισμούς τοῦ Stromeyer. Ἔτσι τά σχέδια ἄλλαξαν κι ὅταν ἔγινε ἐπιθεώρησι ὁλόκληρου τοῦ κτιρίου, ὑπῆρχαν κολῶνες. Ὅταν ἔφυγε ὁ ἐπιθεωρητής ἀποσύρθηκαν, θρυμματίσθηκαν καί πετάχθηκαν στά σκουπίδια: ἦταν ἀπομιμήσεις ἀπό χαρτόνι». Οἱ ἐξελικτικοί πᾶνε νά στηρίξουν τό Σύμπαν στίς χάρτινες κολῶνες τους. Ἡ Βίβλος δέν τίς χρειάζεται. Στέκεται ἀκλόνητη.

Ὁ καθηγ. Στέργιος Σάκκος ἀναφέρει: «Καμμιά ἀνθρώπινη θεωρία δέν μπορεῖ νά ἐλέγξη ψεύτικη τή βιβλική διήγησι γιά τή δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες θεωρίες εἶναι παραμύθια, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὑστέρων, καί μόνο ἡ θεόπνευστη Γραφή ἔχει τήν ἀλήθεια. Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπό τό ζήτημα αὐτό πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψιν ὅτι ὁ Θεός στή Γραφή δέν μᾶς ἀποκαλύπτει τό πᾶν γιά τή δημιουργία τοῦ κόσμου. Γιατί τό πᾶν οὔτε μποροῦμε οὔτε μᾶς χρειάζεται νά τό καταλάβουμε. Ὁ Θεός σάν πάνσοφος τεχνίτης μᾶς ἔκανε ἔτσι, ὥστε ἀπ᾽ τήν ἴδια τήν κατασκευή μας νά ἔχουμε τή δίψα νά μάθουμε τήν προέλευσι τοῦ κόσμου καί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί σάν στοργικός πατέρας μας ἱκανοποιεῖ αὐτή τή δίψα, ἀπαντώντας στά ἐρωτήματά μας, τόσο, ὅσο χρειάζεται καί ὅσο μποροῦμε νά καταλάβουμε. Ἡ διήγησι αὐτή τῆς Γενέσεως γιά τή δημιουργία τοῦ κόσμου εἶναι μόνο στοιχειώδης· αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι δέν εἶναι ἀληθινή. Μπορεῖ μιά λεπτομερής ἔκθεσι νά εἶναι ψεύτικη καί μία στοιχειώδης νά εἶναι σέ ὅλα ἀληθινή. Γιά νά γίνη αὐτό σαφές, θά μᾶς χρειασθῆ ἕνα… παράδειγμα. Πέστε ὅτι εἶναι δύο μητέρες πού ἔχουν ἀπό ἕνα παιδί 5 χρονῶν. Τά παιδιά ρωτοῦν τίς μητέρες τους πῶς προῆλθαν, ποῦ βρέθηκαν. Ἡ μιά λέει: “Ἤσουν στό βουνό ἤ στό ποτάμι καί σ᾽ ἔφερε ἕνας πελαργός κρατώντας σε μέ τό ράμφος ἀπό τά ροῦχα”. Αὐτό εἶναι μῦθος. Ἡ ἄλλη ἀπαντᾶ: “Στήν ἀρχή ἤσουν μικρός σάν ἕνα κουμπί, καί γιά νά μή χαθῆς σέ φύλαγα πολύ καιρό στήν καρδιά μου. Ὅταν ἔγινες τόσος, σέ ἔβγαλα, σέ βύζανα, καί μεγάλωνες· ἔπειτα σέ τάιζα καί ἔγινες τόσος πού εἶσαι τώρα”. Πολύ στοιχειώδης ἡ δεύτερη ἀπάντησι, ἀλλά κατά πάντα ἀληθινή. Χωρίς νά ἔχη λεπτομέρειες, δέν ἔχει τίποτε τό μυθικό, ὅπως ἡ πρώτη. Κι αὐτό γιατί τό παιδί οὔτε πρέπει οὔτε μπορεῖ νά ἐννοήση περισσότερο. Ἔτσι εἶναι καί γιά μᾶς τούς νηπίους ἡ θεόπνευστη διήγησι τῆς Γραφῆς γιά τήν προέλευσι τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἀποκαλύπτει τό πᾶν· τό πᾶν τό γνωρίζει μόνον ὁ Δημιουργός. Ὅ,τι ἀποκαλύπτει ὅμως εἶναι ἀλήθεια».

«Ὅπως τό σῶμα γιά νά βγάλη ἀπό τή γῆ τό ψωμί του πρέπει νά ἐργασθῆ τή γῆ, ἔτσι καί ἡ ψυχή γιά νά βγάλη ἀπό τή Γραφή τό ἀληθινό νόημα πρέπει νά ἐρευνήση τή Γραφή, δηλαδή νά προσέξη στά σημαινόμενα τῶν φωνῶν, νά παραβάλη, νά συγκρίνη καί νά ἐπικαλῆται σέ ὅλα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γιά τό συνετισμό της, διότι οὔτε ὁ γεωργός θερίζει τούς καρπούς τῆς ἐργασίας του χωρίς τή συνδρομή καί βοήθεια τοῦ Θεοῦ».

Ὁ ἱ. Αὐγουστίνος ἐπισημαίνει: «Θά ἦταν μεγαλύτερη ἀναισχυντία νά μή πιστεύουμε τίς Ἱερές Γραφές σέ ὅσα μᾶς ἀφηγοῦνται γιά τό παρελθόν, ἐφόσον βλέπουμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια τήν πραγματοποίησι ἐκείνων, πού προεῖπαν γιά τό μέλλον».

Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σημειώνει: «Πῶς λέγει ὁ Δαυΐδ ἐδῶ (Ψ 8) ὅτι θά δῆ τούς οὐρανούς ἔργα τῶν δακτύλων τοῦ Θεοῦ, εἰς καιρόν ὁπού ὁ Μωυσῆς ἐδίδαξε περί τούτων καί εἶπεν· “Ἐν ἀρχῆ ἐποίησεν ὁ Θεός τόν οὐρανόν καί τήν γῆν”;(Γεν 1, 1)* [ὑπ.: Εἶπε τοῦτο ὁ Δαυΐδ, διότι τώρα μέν δέν ἔχουμε τήν ἀκριβῆ γνῶσι τῶν οὐρανῶν καί τῆς λοιπῆς κτίσεως, ἀλλά μόνον τίς σκιές τῆς γνώσεως αὐτῆς, τότε δέ θά μάθουμε τούς ἀκριβεῖς λόγους τῶν οὐρανῶν καί τῶν λοιπῶν κτισμάτων· καί διά τοῦτο ἐπρόφερε τό ρητό σέ χρόνο μέλλοντα “ὅτι ὄψομαι τούς οὐρανούς”, καθώς εἶπεν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος.]».

«Οἱ ἀνακαλύψεις τῆς γεωλογίας καί τῆς παλαιοντολογίας σταματᾶνε ὑποχρεωτικά στίς πόρτες τοῦ Παραδείσου, ἀφοῦ αὐτός ὅριζε ἕνα ἄλλο “τρόπο τῆς ὑπάρξεως”. Ἡ ἐπιστήμη δέν μπορεῖ νά ἀνατρέξη πίσω ἀπό τήν πτῶσι, γιατί εἶναι ἡ ἴδια ἐγκλωβισμένη στήν κοσμική πραγματικότητα τήν ὁποία προκάλεσε ἡ πτῶσι, καί γιατί εἶναι ἀχώριστη ἡ ἐπιστήμη ἀπό τίς χρονικές, χωρικές καί ὑλικές συνθῆκες, τίς γεννημένες ἀπό τήν καταστροφή τῆς παραδεισιακῆς καταστάσεως».



Ἐκ χοός

Οἱ ἐξ ἡμῶν φιλοεξελικτικοί, κάνοντας lastex τή Βίβλο, ἰσχυρίζονται ὅτι τό «ἐκ χοός» τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει: «ἐκ προϋπάρχοντος ζώου». Ἄς δοῦμε, ὅμως, τί λέει στήν πραγματικότητα ἡ Βίβλος. Μήπως δέν κυριολεκτεῖ; Κάθε ἄλλο! Αὐτό θά φανῆ ξεκάθαρα ἀπό τά παρακάτω χωρία καί ἀπό τήν ἁπλῆ λογική.

«Καί ἄνθρωποι πάντες ἀπό ἐδάφους, καί ἐκ γῆς ἐκτίσθη Ἀδάμ»(ΣΣειρ 33, 10). Ὑπάρχει τίποτε πιό ξεκάθαρο;

«Τά πάντα ἐγένετο ἀπό τοῦ χοός, καί τά πάντα ἐπιστρέψει εἰς τόν χοῦν»(Ἐκκλ 3, 20). Δέν λέει ἐπιστρέφει σέ ζῶο, ἄν τό «ἀπό τοῦ χοός» σημαίνει ἀπό προγενέστερο ζῶο. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό: «… ἀποστρέψαι σε εἰς τήν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»(Γεν 3, 19) τοῦ Κυρίου· καί γιά τό: Γεν 3, 23: «ἐργάζεσθαι τήν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη»: ὄχι ἀπό ζῶα· δέν θά καλλιεργοῦσε τά ζῶα· καί γιά τό: «Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς ἄνθρωπον καί πάλιν ἀπέστρεψεν αὐτόν εἰς αὐτήν»(ΣΣειρ 17, 1· βλ. καί: 32).

Γῆ =χῶμα: «Καί διέρρηξεν Ἰωνάθαν τά ἱμάτια αὐτοῦ καί ἐπέθετο γῆν ἐπί τήν κεφαλήν αὐτοῦ καί προσηύξατο»(Α´ Μακ 11, 71).

«Ἐπίταξον ἀναλαβεῖν τό πνεῦμά μου, ὅπως ἀπολυθῶ καί γένωμαι γῆ»(Τωβ 3, 6).

«Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς ἄνθρωπον καί πάλιν ἀπέστρεψεν αὐτόν εἰς αὐτήν»(ΣΣειρ 17, 1).

Ἐλιφάζ: Ἀπό πηλό (δέν τόν διορθώνει ὁ Θεός): «Τούς δέ κατοικοῦντας οἰκίας πηλίνας, ἐξ ὧν καί αὐτοί ἐκ τοῦ αὐτοῦ πηλοῦἐσμεν…»(Ἰώβ 4, 19).

Ὁ Ἐλιούς ἰσχυρίζεται στόν Ἰώβ, χωρίς ὁ Θεός νά τόν διορθώνη γι᾽ αὐτό: «Ἐκ πηλοῦ διήρτισαι (: εἶσαι πλασμένος) σύ ὡς καί ἐγώ»(Ἰώβ 33, 6).

«Ποῖον βέλτιον κατεσκεύασα ὡς πηλόν κεραμέως;… μή ἐρεῖ ὁ πηλός τῷ κεραμεῖ· τί ποιεῖς, ὅτι οὐκ ἐργάζῃ οὐδέ ἔχεις χεῖρας;»(Ἡσ 45, 9).
Ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἰλύ, ἀφοῦ ἡ πηγή πότιζε ὅλη τή γῆ (Γεν 2, 6).
Τί θά τόν ἐμπόδιζε νά πῆ: «ἀπό προγενέστερα ζῶα»;

Στή συνέχεια ἄς δοῦμε τί λένε οἱ Πατέρες καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς.

Γράφει ὁ Ἅγ. Εἰρηναῖος: «Τόν ἄνθρωπο τόν ἔπλασε μέ ἔργο, καθώς λέγει ἡ Γραφή· “Καί ἔλαβε Κύριος χοῦν ἀπό τῆς γῆς καί ἔπλασε τόν ἄνθρωπον”(Γεν 2, 7). Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ἔπτυσε στή γῆ καί ἔκανε πηλό καί τόν ἐπέχρισε στά μάτια του (Ἰω 9, 6), δείχνοντας πῶς ἔγινε ἡ παλιά πλάσι καί φανερώνοντας σέ αὐτούς, πού μποροῦν νά καταλάβουν, τό χέρι του Θεοῦ, μέ τό ὁποῖο πλάσθηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπό πηλό. Τά μάτια, δηλαδή, τοῦ τυφλοῦ, τά ὁποῖα παρέλειψε ὁ Δημιουργός Λόγος νά πλάση στήν κοιλιά τῆς μητέρας, αὐτά τά συμπλήρωσε στά φανερά, γιά νά φανερωθοῦν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν»(ΑΕ, 386).
Ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων γράφει: «Τί θά ποῦμε ἀκόμη γιά τόν ἴδιο τόν Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ σχηματίσθηκε ἀπό τή λάσπη τῆς γῆς, γέννησε βέβαια υἱούς πού μετεῖχαν στή δική του φύσι, κοινωνούς τοῦ γένους του, κληρονόμους τῆς διαδοχῆς;».
Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος σημειώνει: «Ὁ Θεός ἔπλασε μόνο τόν ἄνδρα ἀπ᾽ τή λάσπη, ἐνῶ ἀπέσπασε τή γυναῖκα ἀπ᾽ τόν ἄνδρα».

Ἐπισημαίνει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἄν οἱ ἐχθροί τῆς ἀληθείας ἐπιμένουν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά προέλθη κάτι ἀπ᾽ τό μηδέν, ἄς τούς ρωτήσουμε: Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό χῶμα ἤ ἀπό τίποτε ἄλλο; Θά ποῦν, ὁπωσδήποτε, καί θά συνομολογήσουν ὅτι πλάσθηκε ἀπό χῶμα. Ἄς μᾶς ποῦν, λοιπόν, πῶς προῆλθε ἡ ὑλική φύσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπ᾽ τό χῶμα. Διότι ἀπ᾽ τό χῶμα θά μποροῦσε νά προέλθη πηλός καί πλίνθος καί κεραμίδι καί ὄστρακο. Πῶς, λοιπόν, δημιουργήθηκε ἡ φύσι τῆς σάρκας; Πῶς ἔγιναν ὀστᾶ καί νεῦρα καί ἀρτηρίες καί λίπος καί δέρμα καί νύχια καί τρίχες ἀπό μία ὑποκείμενη ὕλη;».

Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει: «Νιόπηχτης κομμάτι γῆς ἐπῆρε στά χέρια του τ᾽ ἀθάνατα καί πλάθει τή μορφή μου».

Ὁ Ἅγ. Φώτιος σημειώνει: «Δέχεσαι τόν Ἀδάμ πλασμένο ἀπό πηλό καί παραχθέντα χωρίς γέννησι; Δέχεσαι τήν Εὔα χωρίς σαρκική συνάφεια καί δημιούργημα πλευρᾶς;».

Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐπισημαίνει: «Ἡ Ἁγία Τριάς μέ κοινήν συμβουλήν ἔπλασε τόν πρῶτον ἄνθρωπον τόν Ἀδάμ ἀπό τήν ἀδάμαν: ἤτοι ἀπό τήν παρθένον γῆν (τοῦτο γάρ δηλοῖ ἑβραϊκῶς τό τοῦ Ἀδάμ ὄνομα)».



Τέλεια Ἐξαρχῆς

Κύριος κορμός τῆς ΘτΕ εἶναι ἡ μετάβασι ἀπό τό ἕνα εἶδος στό ἄλλο. Ἡ Βίβλος, ὅμως, ὅπως καί οἱ πιστοί ἔχουν ἄλλη ἄποψι. Ὅτι τά διάφορα ὄντα εἶναι ἐξαρχῆς τέλεια, μή ἐπιδεόμενα καμμία ἀλλαγή, ἐκτός τῆς προσαρμογῆς στό περιβάλλον.

Τό βασικό Γραφικό χωρίο γιά τά δημιουργήματα εἶναι ἡ διαβεβαίωσι τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὅτι εἶναι «καλά»(Γεν 1, 4, 8, 13, 19, 21, 25)· καί, συνολικά, ὅλη ἡ δημιουργία: «καλή λίαν»(31).

Παράλληλα χωρία: «Τά ἔργα Κυρίου πάντα ὅτι καλά σφόδρα… Τά ἔργα Κυρίου πάντα ἀγαθά καί πᾶσαν χρείαν ἐν ὥρᾳ αὐτῆς χορηγήσει»(ΣΣειρ 39, 16, 33).

«Τά μεγαλεῖα τῆς σοφίας αὐτοῦ ἐκόσμησε…· οὔτε προσετέθη οὔτε ἠλαττώθη»(ΣΣειρ 42, 21).

«Πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν»(Α´ Τιμ 4, 4): Ἀφοῦ πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν (ἐννοεῖται ἐξ ἀρχῆς), τότε ποιά ἡ ἀνάγκη νά ἐξελιχθῆ;
Τελειωμένα ἔργα: «Πρίν ἤ κτισθῆναι τά πάντα, ἔγνωσται Αὐτῷ, οὕτως καί μετά τό συντελεσθῆναι»(ΣΣειρ 23, 20).



Κατά γένος

Στή Βίβλο ἀναφέρεται ὅτι πλάσθηκαν «κατά γένος»(Γεν 1, 21, 24, 25). Τό «κατά γένος» ἔχει τή χροιά τοῦ σημερινοῦ εἴδους, διότι μόνο τά τοῦ ἰδίου εἴδους συνέρχονται μεταξύ των: «Πᾶν ζῷον ἀγαπᾷ τό ὅμοιον αὐτῷ καί πᾶς ἄνθρωπος τόν πλησίον αὐτοῦ· πᾶσα σάρξ κατά γένος συνάγεται, καί τῷ ὁμοίῳ αὐτοῦ προσκολληθήσεται ἀνήρ»(ΣΣειρ 13, 15, 16).

«Πετεινά πρός τά ὅμοια αὐτοῖς καταλύσει»(Σειρ 27, 9).

«Ὅλη γάρ ἡ κτίσις ἐν ἰδίῳ γένει [τό καθετί κατά τό εἶδος του] πάλιν ἄνωθεν [ἀπό τήν κοσμοποιΐα] διετυποῦτο (: διαμορφωνόταν) ὑπηρετοῦσα ταῖς Σαῖς ἐπιταγαῖς»(ΣΣολ 19, 6).

«Πάλιν ὁμοία ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν σαγήνῃ βληθείσῃ εἰς τήν θάλασσαν καί ἐκ παντός γένους συναγαγούσῃ»(Μθ 13, 47).

Ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος σημειώνει: «Μέ νόμο προδιαγεγραμμένο γιά τό μέλλον, κατά τό γένος καί τήν ὁμοιότητα ὅλα διαδέχονται μεταξύ τους τό ἕνα τό ἄλλο, ὥστε λέων νά γεννᾶ λέοντα, τίγρις τίγριν, βοῦς βοῦν, κύκνος κύκνον, ἀετός ἀετόν.

Μιά φορά δόθηκε ἡ ἐντολή, διά παντός ἔμεινε ἔμφυτη στή φύσι. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο δέν παύει ἡ γῆ νά παρέχη τή χάρι τῆς ὑπηρεσίας της, ὥστε, μέ τή διαδοχή τήν ἀναπαραγόμενη, οἱ ἀρχαῖες μορφές νά ἀναπαράγωνται σέ νέες ἡλικίες».
Ἡ Γραφή εἶναι κατηγορηματική: Πλάσθηκαν ὅλα τά ζῶα ταυτόχρονα, ἀμετάβλητα καί χωριστά μεταξύ των: «Ἐν κρίσει Κυρίου τά ἔργα αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς, καί ἀπό ποιήσεως αὐτῶν διέστειλε μερίδας αὐτῶν· ἐκόσμησεν εἰς αἰῶνα τά ἔργα αὐτοῦ καί τάς ἀρχάς αὐτῶν εἰς γενεάς αὐτῶν· οὔτε ἐπείνασαν οὔτε ἐκοπίασαν καί οὐκ ἐξέλιπον ἀπό τῶν ἔργων αὐτῶν»(ΣΣειρ 16, 26, 27). Τό χωρίο αὐτό εἶναι σαφέστατο!

«Ἔγνων ὅτι πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός, αὐτά ἔσται εἰς τόν αἰῶνα· ἐπ᾿ αὐτῷ οὐκ ἔστι προσθεῖναι, καί ἀπ᾿ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν»(Ἐκκλ 3, 14).

«Ἀπό πάντων τῶν ὀρνέων τῶν πετεινῶν κατά γένος, καί ἀπό πάντων τῶν κτηνῶν κατά γένος καί ἀπό πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπί τῆς γῆς κατά γένος αὐτῶν…»(Γεν 6, 20).

«Πάντα τά θηρία κατά γένος καί πάντα τά κτήνη κατά γένος καί πᾶν ἑρπετόν κινούμενον ἐπί τῆς γῆς κατά γένος καί πᾶνὄρνεον πετεινόν κατά γένος αὐτοῦ…»(Γεν 7, 14).



Τά Οὐράνια

Σύμφωνα μέ τή Βίβλο, τήν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας δημιουργήθηκε τό φῶς, ἐνῶ τά ἀστρικά σώματα δημιουργήθηκαν κατά τήν τετάρτη.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ Βίβλος διαχωρίζει τό φῶς ἀπό τά ἀστρικά σώματα. «Εὐλογεῖτε, ἥλιος καί σελήνη τόν Κύριον· ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε αὐτόν εἰς τούς αἰῶνας. Εὐλογεῖτε, ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τόν Κύριον· ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε αὐτόν εἰς τούς αἰῶνας… Εὐλογεῖτε, φῶς καί σκότος τόν Κύριον· ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε αὐτόν εἰς τούς αἰῶνας»(Προσευχή Ἀζαρία, 39, 40, 47).

«Ἕως οὗ μή σκοτισθῇ ὁ ἥλιος καί τό φῶς καί ἡ σελήνη καί οἱ ἀστέρες»(Ἐκκλ 12, 2).

Ὁ ἐν λόγῳ διαχωρισμός, μιᾶς καί δέν ὑπάρχει σήμερα τό πρωτόκτιστο φῶς, ὑποδηλώνει ὅτι ὁ Θεός ἔκανε ἀπό αὐτό, τήν τέταρτη μέρα, τά ἀστρικά σώματα ἤ τό ἀπέθεσε σ᾽ αὐτά κατά τήν τέταρτη μέρα. Ἀπομένει στήν ἐπιστήμη νά βρῆ τί ἀπό τά δύο συνέβη.

«Στούς φωστῆρες αὐτούς ἐναπέθεσε ὁ Δημιουργός τό πρωτόκτιστο φῶς, ὄχι διότι ἀδυνατοῦσε γιά ἄλλο φῶς, ἀλλά γιά νά μή μείνη ἀργό ἐκεῖνο τό φῶς. (Τό ἀστρικό σῶμα) εἶναι φωστήρας· ὄχι τό ἴδιο τό φῶς, ἀλλά δοχεῖο τοῦ φωτός».

Διδάσκει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Νύσσης: Κατά τήν τέταρτη ἡμέρα «ἀθροίσθηκε ἡ φωτιστική ἰδιότητα γύρω ἀπό τό φυσικό της κατάλληλο στοιχεῖο».

Καί ὁ Μ. Βασίλειος: «Τότε μέν δημιουργήθηκε ἡ ἴδια ἡ φύσι τοῦ φωτός, ἐνῶ τώρα κατασκευάσθηκε τό ἡλιακό αὐτό σῶμα, γιά νά εἶναι ὄχημα τοῦ πρωταρχικοῦ ἐκείνου φωτός. Ὅπως ἄλλο πρᾶγμα εἶναι τό φῶς καί ἄλλο τό λυχνάρι, καί τό μέν ἕνα ἔχει τή δύναμι νά φωτίζη τό δέ ἄλλο κατασκευάσθηκε γιά νά βοηθᾶ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη νά βλέπουν. Ἔτσι ἔγινε καί γιά τό καθαρότατο ἐκεῖνο καί γνήσιο καί ἄυλο φῶς: κατασκευάσθηκαν τώρα σάν ὀχήματά του οἱ φωστῆρες».

Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σημειώνει: «Ὁ Θεός δημιούργησε μέν πρῶτα τό πρωτόγονο φῶς τό ὁποῖο ἦταν σκορπισμένο παντοῦ· ὕστερα ἀφοῦ δημιούργησε τό δίσκο τοῦ ἡλίου, σύναξε ὅλο ἐκεῖνο τό φῶς καί τό ἔβαλε σ᾽ αὐτόν».

Πολλοί ἐπιστήμονες διδάσκουν ὅτι ἀπό τόν ἥλιο, κατά τήν περιστροφή του, ἀποσπάσθηκαν οἱ διάφοροι πλανῆτες, ὅπως ἀπό τούς τελευταίους, οἱ δορυφόροι τους. Σέ μιά τέτοια, ὅμως, περίπτωσι θά ἔπρεπε οἱ πλανῆτες καί οἱ δορυφόροι νά εἶναι τῆς ἴδιας φορᾶς περιστροφῆς, πρᾶγμα πού δέν συμβαίνει. Τό ἴδιο ἀφορᾶ καί στή σύστασί τους καί σέ ἄλλα χαρακτηριστικά των. Ἄν εἶχαν ἀποκοπῆ, δέν θά μποροῦσαν νά ἔχουν ἀνάδρομη φορά ἤ διαφορά στά χαρακτηριστικά τους:

Γράφει ὁ ἀστρονόμος Διονύσης Σιμόπουλος: «Ἡ περιφορά τοῦ Πλούτωνα γύρω ἀπ᾽ τόν Ἥλιο εἶναι ἀντίθετη ἀπ᾽ αὐτή τῶν ἄλλων πλανητῶν καί διαρκεῖ 248.54 χρόνια».

«Αὐτό πού κάνει τόν Τρίτωνα ἀσυνήθιστο εἶναι ἡ περιστροφή του. Ὅπως καί ἡ Φοίβη τοῦ Κρόνου, ἔτσι κι ὁ Τρίτων περιστρέφεται γύρω ἀπ’ τόν πλανήτη του, μέ μία ἀνάδρομη τροχιά —περιστρέφεται γύρω ἀπ’ τόν Ποσειδῶνα ἀντίστροφα πρός τήν κίνησι αὐτοῦ».

«Καί οἱ 11 νέοι δορυφόροι τοῦ Δία θεωροῦνται ἀνώμαλοι, καθώς ἔχουν ἀνάδρομες τροχιές, κινοῦνται δηλαδή γύρω ἀπ’ τό Δία μέ φορά ἀντίθετη ἀπό ἐκείνη τοῦ πλανήτη».

Μιά ἄλλη πλάνη τῶν φιλοεξελικτικῶν εἶναι ἡ ὑποχώρησί τους μπροστά στή ΘτΕ, διαστρεβλώνοντας τή Βίβλο: Ἐνῶ αὐτή λέει ὅτι τά οὐράνια σώματα δημιουργήθηκαν (ἔγιναν-«γενηθήτωσαν») τήν τέταρτη μέρα, αὐτοί διατείνονται ὅτι δημιουργήθηκαν τήν πρώτη μέρα καί ἁπλῶς λόγῳ νεφώσεως τῆς ἀτμοσφαίρας δέν φαίνονταν.

Ὅμως ἡ ἀτμόσφαιρα δημιουργήθηκε τή δεύτερη μέρα.

Ἐξάλλου —ὄχι μονά-ζυγά δικά τους—, ἄν ὁ ἥλιος ὑπῆρχε τήν πρώτη ἡμέρα, ἀναιρεῖται τό ἐπιχείρημά τους γιά τίς τρεῖς πρῶτες μέρες ὅτι δέν ἦταν ἡλιακές, ἄρα 24ωρες.

Ἀκόμα: Ἄν ὑπῆρχε κατά τήν πρώτη μέρα καί τόν σκίαζαν τά νέφη, τότε ἡ Γραφή δέν θά εἶχε λόγο νά μήν τό ἀναφέρη. Τό ἴδιο κάνει π.χ. στήν Κ. Διαθήκη: «… μήτε δέ ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων [λόγῳ κακοκαιρίας καί νεφῶν] ἐπί πλείονας ἡμέρας…»(Πρξ 27, 20).

Ἐπίσης: Γιατί στήν περίπτωσι αὐτή νά μήν πῆ ὅτι τά ἀστρικά σώματα ἦταν ἀόρατα, ὅπως τό κάνει γιά τή γῆ; (Γεν 1, 2)

Καί κάτι ἄλλο: Ἄν τά οὐράνια σώματα δέν δημιουργήθηκαν τήν τέταρτη μέρα, τότε, κατ᾽ αὐτήν, ὁ Θεός δέν δημιούργησε τίποτε. Εἶχε repos!!!
Ἄν τό «γενηθήτωσαν φωστῆρες» (Γεν 1, 14) δέν σημαίνει ὅτι τούς κατεσκεύασε τήν τέταρτη μέρα, ἀλλά τό ὅτι τότεἐμφανίσθηκαν, τότε καί τό «γενηθήτω φῶς»(Γεν 1, 3) σημαίνει ὅτι τότε ἐμφανίσθηκε. Ποῦ εἶναι τότε ἡ δημιουργία του;
Ἐξάλλου, λέει ρητά ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος: «Τήν πρώτη ἤδη ἡμέρα τήν περάσαμε χωρίς ἥλιο· τή δεύτερη χωρίς ἥλιο τή διανύσαμε· τήν τρίτη χωρίς ἥλιο τή συμπληρώσαμε· τήν τετάρτη ἡμέρα διατάσσει ὁ Θεός νά γίνουν οἱ φωστῆρες, ὁ ἥλιος, καί ἡ σελήνη, καί τά ἄστρα».



Τό Προπατορικό ἁμάρτημα.

Ὁ μακαριστός Ν. Σωτηρόπουλος σημειώνει: «Τό προπατορικό ἁμάρτημα, τό ὁποῖο τόσα δεινά συσσώρευσε στό ἀνθρώπινο γένος ἄρχισε μέ τόν κλονισμό τῆς πίστεως, τῆς ἐμπιστοσύνης δηλαδή, στό Θεό. “Τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός;”(Γεν 3, 1). Γιατί σᾶς τό εἶπε ὁ Θεός; Τί κι ἄν τό εἶπε ὁ Θεός; Μή φοβᾶσθε. Τό πρᾶγμα δέν εἶναι ἔτσι ὅπως τό εἶπε ὁ Θεός. “Τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός;”. Τό ἴδιο τροπάριο τό φίδι τό ἀρχαῖο, πού ὀνομάζεται διάβολος καί σατανᾶς, πού πλανᾶ ὅλη τήν οἰκουμένη, τό ἴδιο τροπάριο ἐπαναλαμβάνει σέ κάθε ἐποχή, περισσότερο δέ στήν ἐποχή μας, ἡ ὁποία στίς εἰσηγήσεις τοῦ διαβόλου τείνει τό αὐτί της ἐντελῶς ἄφοβα καί ἀκούει μέ εὐχαρίστησι μεγαλύτερη τῆς προμήτορος. Ἐάν κλονισθῆ ἡ ἐμπιστοσύνη μας στό Θεό ἐξάπαντος καί ἐμεῖς θά πεθάνουμε. Ὁ Κύριος μίλησε ρητά· “Ὁ πιστεύσας σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται”(Μρ 16, 16)».

«Ἀπό ὁλόκληρη τή δημιουργία, ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ μόνος πού πλάσθηκε κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἀπό ὅλα τά δημιουργήματα, μόνο ὁ ἄνθρωπος πλησιάζει στήν ὁμοίωσι τοῦ Θεοῦ. Κι ἄν ἀκόμη εἴμαστε κουρέλια, τότε εἴμαστε τά κουρέλια ἀπό κάτι πολύ εὐγενές».

«Ἄν, ὅπως ὑποστήριξαν οἱ φιλόσοφοι, σέ ἀντίθεσι μέ τό χριστιανισμό, ἡ ἀνθρώπινη φύσι δέν χαρακτηρίζεται ἀπ᾽ τό προπατορικό ἁμάρτημα, τότε γιατί ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία εἶναι —ὅπως ὑποστήριξε μέ πάθος ὁ Voltaire— ἕνας κατάλογος ἀπό λάθη, ἐγκλήματα καί βάρβαρους ἐνθουσιασμούς;».

«Ἡ Ἐξέλιξι δέν διαθέτει καμμία ἐξήγησι γιά τήν ὕπαρξι τῶν ἀγκαθιῶν. “Προστατεύουν τό φυτό”, λένε μερικοί. Ἔτσι τά τριαντάφυλλα προστατεύονται καί οἱ ντάλιες ὄχι. Ὅμως οἱ ντάλιες ἔχουν “ἐπιζήσει” μέσα στους αἰῶνες, προφανῶς ὅπως καί τά τριαντάφυλλα. Παρομοίως, τά βατόμουρα ἔχουν ἀγκάθια ἐνῶ οἱ φράουλες δέν ἔχουν. Καί τά δύο, ὅμως, ἀναπτύσσονται ἐξίσου καλά, ἀκόμη καί στήν ἄγρια μορφή τους.

Γιά μία ἀκόμη φορά ἡ Βιβλική ἐξήγησι συμφωνεῖ μέ τά γεγονότα. Ὁ Θεός ἔβαλε τά ἀγκάθια σέ μερικά φυτά, ἀπό ἔλεος ὄχι σέ ὅλα, γιά νά μᾶς θυμίζη ὅτι αὐτός ὁ κόσμος βρίσκεται κάτω ἀπό τήν κατάρα Του».

«Ἡ προπατορική ἁμαρτία εἶναι κάποια ἰδέα παράλογη γιά τούς ἀνθρώπους: ὅμως, σάν παράλογη μᾶς τήν παρέδωσαν. Τό λοιπόν δέν πρέπει νά μέ κατηγορῆτε πώς ὅσα γράφω γιά αὐτό τό ζήτημα δέν ἔχουν λογική, ἀφοῦ τό παραδέχομαι πώς ἡ προπατορική ἁμαρτία δέν χωρᾶ στό λογικό. Ἀλλά τοῦτο τό πρᾶγμα τό παράλογο εἶναι πιό σοφό ἀπό ὅλη τή σοφία τήν ὁποία ἔχουν οἱ ἄνθρωποι: “ὅτι τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί”(Α´ Κορ 1, 25). Γιατί δίχως αὐτό, τί μπορεῖ κανένας νά πῆ πώς εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Ὅλη ἡ θέσι του στόν κόσμο κρέμεται ἀπό τοῦτο τό καθέκαστο πού δέν τό βλέπει κανένας. Καί πῶς νά τό ἔβλεπε μέ τό λογικό του, ἀφοῦ εἶναι πρᾶγμα πού βρίσκεται πάνω ἀπό τό λογικό του καί πού τό λογικό του δέν μπορεῖ μήτε ἀπό μακρυά νά τό ἐφεύρη μέ τό δρόμο τό δικό του, παρά ξεμακραίνει ἀπ᾽ αὐτό μόλις τό ἀντικρύσει;».

«Τό νά γνωρίζη ὁ ἄνθρωπος πώς εἶναι ἐξευτελισμένος, αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο του. Ἕνα δέντρο δέν γνωρίζει πώς εἶναι ἐξευτελισμένο. Τό λοιπόν, εἶναι ἐλεεινός ὅποιος γνωρίζει πώς ὁ ἑαυτός του εἶναι γιά καταφρόνησι. Ἀλλά θά πῆ πώς εἶναι καί μεγάλος ὅποιος νιώθει πώς εἶναι ἐξευτελισμένος. Ἴσα ἴσα ὅλες τοῦτες οἱ ἀθλιότητες δείχνουν τό μεγαλεῖο τό ὁποῖο ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι δυστυχίες κάποιου μεγάλου ἄρχοντα, δυστυχίες ἑνός βασιλιᾶ πού ξέπεσε ἀπό τό θρόνο του».

Ταυτοχρονικότητα

Στό Κεφάλαιο αὐτό (βλ. καί τό πρῶτο Κεφάλαιο τοῦ ἔργου μας Συμβολή στήν Τελετή Λήξεως τῆς Θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως), θά παραθέσουμε στοιχεῖα, γραμμένα ἀπό ἀνθρώπους κάθε ἄλλο παρά συνειδητούς Χριστιανούς, πού τονίζουν τήν ταυτοχρονικότητα ἀνθρώπου (ὀστῶν του καί τεχνέργων του) μέ περιβάλλον ἑκατομμυρίων ἐτῶν. Συμπέρασμα: Ἤ τά ἑκατομμύρια ἔτη εἶναι πομφόλυγες καί παραμένουμε στά λίγες χιλιάδες χρόνια τῆς Βίβλου (ἧττα τῶν ἐξελικτικῶν) ἤ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πολλῶν ἑκατομμυρίων ἐτῶν, πρᾶγμα, ὅμως, πού δέν τό δέχονται οἱ ἐξελικτικοί (καί πάλι ἧττα τους). Ποιός βγαίνει νικητής γιά μιά ἀκόμα φορά; Ἄς ἀπαντήσουν οἱ ἐξ ἡμῶν φιλοεξελικτικοί.

«Ἕνα στρογγυλό ἀντικείμενο, πού ἔμοιαζε μέ νόμισμα (2) καί εἶχε πάνω του τό σχέδιο τῆς φωτογραφίας, βρέθηκε στή διάρκεια τοῦ ἀνοίγματος ἑνός πηγαδιοῦ, στό Λόουν Ρίτζ τοῦ Illinois τῶν Η.Π.Α.. Βρέθηκε σέ βάθος 30 περίπου μέτρων, μέσα σ᾽ ἕνα πέτρωμα, τό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τή Γεωλογική Ὑπηρεσία τῆς Πολιτείας τοῦ Illinois, ἔχει ἡλικία ἀπό 200.000 ὥς 400.000 χρόνια! Πῶς ἐξηγεῖται ἡ ὕπαρξί του, ὅταν τά πρῶτα νομίσματα δέν ἐμφανίζωνται στήν “ἐπίσημη” Ἰστορία παρά μόνο πρίν ἀπό τρεῖς χιλιάδες χρόνια;

Τό 1913, ὁ καθηγητής Χάνς Ρέκ, ἀρχαιολόγος στό Παν/μιο τοῦ Βερολίνου, ἀνακάλυψε ἕνα ὁλόκληρο ἀνθρώπινο σκελετό κατά τίς ἀνασκαφές του στό φαράγγι Ὀλντουβάι τῆς Τασμανίας, ἡ ὁποία τότε ἀποτελοῦσε ἀποικία τῶν Γερμανῶν. Τά ἀνθρώπινα λείψανα —τό κρανίο ἀπ᾽ τά ὁποῖα φαίνεται στή φωτογραφία (3)— ὅταν ἀνακαλύφθηκαν, ἦταν ἕνα μέ τό πέτρωμα καί οἱ ἀρχαιολόγοι ἀναγκάσθηκαν νά χρησιμοποιήσουν καλέμια, γιά νά τό ἀποσπάσουν. Τό περίεργο; Ὁ ἀνθρώπινος σκελετός δέν ἔφερε τά χαρακτηριστικά τῶν “προγόνων” τοῦ εἴδους μας, ἀλλά ἦταν ἐντελῶς ὅμοιος μ᾽ αὐτούς τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων. Ὅμως τό πέτρωμα, στό ὁποῖο βρέθηκε, εἶχε ἡλικία 1.000.000 ἐτῶν!

Ἄλλη ἐξίσου ἐντυπωσιακή περίπτωσι ἀποτελεῖ τό “σύγχρονο” αὐτό κρανίο (4), πού βρέθηκε τό 1896 ἀπό ἐργάτες πού ἔσκαβαν μιά ἀποβάθρα στό Βuenos Αires καί θά νόμιζε κανείς ὅτι ἀνῆκε σ᾽ ἕνα σύγχρονο ἄνθρωπο, ἀφοῦ φέρει ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς ἐξελίξεως τοῦ εἴδους μας μέχρι σήμερα, ὅπως τά δέχεται ἡ ἐπιστήμη. Τό πέτρωμα, ὅμως, μέσα στό ὁποῖο ἀνακαλύφθηκε ἔχει ἡλικία τουλάχιστον 1.000.000 ἐτῶν!

Ἕνα μικρό ἀνθρώπινο εἰδώλιο (5) πλασμένο ἀπό πηλό, τό ὁποῖο ἀνακαλύφθηκε τό 1889 στή Νάμπα τῆς πολιτείας Ιdaho τῶν Η.Π.Α., βρέθηκε κατά τή διάνοιξι ἑνός πηγαδιοῦ ἑκατό μέτρων καί χρονολογεῖται στήν Πλειστόκαινο Περίοδο, κάπου 2.000.000 χρόνια πρίν. Ἔχει ὕψος μικρότερο ἀπό πέντε ἑκατοστά καί παριστάνει γυναῖκα! Οἱ ἐσοχές τῆς ἐπιφανείας του ἔχουν ἐπάνω τους ἴχνη ἀνύδρου ὀξειδίου τοῦ σιδήρου, δεῖγμα τῆς μεγάλης παλαιότητός του, πρᾶγμα πού ταυτόχρονα ἀποκλείει κάθε περίπτωσι ἀπάτης.

Σέ μιά ἀναφορά του πρός τό “Βρεταννικό Σύλλογο γιά τήν Προώθησι τῆς Ἐπιστήμης”, τό 1881, ὁ Χ. Στόουπς, μέλος τῆς Γεωλογικῆς Ἑταιρείας, περιέγραφε ἕνα κέλυφος, στήν ἐπιφάνεια τοῦ ὁποίου ἦταν χαραγμένο κακότεχνα ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο. Τό κέλυφος (6) εἶχε βρεθῆ στήν περιοχή Red Crag (Κόκκινος Βράχος), τά πετρώματα τοῦ ὁποίου χρονολογοῦνται στά τέλη τῆς Πλειοκαίνου Περιόδου, δηλ. περίπου 2.000.000 ὥς 2.500.000 χρόνια πρίν! Ἄς μήν ξεχνᾶμε πώς, σύμφωνα μέ τήν παγιωμένη ἀντίληψι τῶν ἀρχαιολόγων, ἀνθρώπινα ἔργα τέχνης, ἔστω καί τόσο ἄκομψα, παρουσιάζονται μόνο πρός τά τέλη τῆς Πλειστοκαίνου περιόδου, δηλ. μόλις 30.000 χρόνια πρίν.

Τό σύγχρονο αὐτό ἀνθρώπινο κρανίο (7) βρέθηκε τό 1860 στούς πρόποδες τοῦ λόφου Cole di Vento (Λόφος τοῦ Ἀνέμου), δέκα περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά τῆς Brescia, ἀπ᾽ τόν καθηγητή Giuseppe Ragazzoni, γεωλόγο καί καθηγητή στό ἐκεῖ Τεχνικό Ἰνστιτοῦτο. Ὁ καθηγητής εἶχε πάει ἐκεῖ, γιά νά συγκεντρώση ἀπολιθώματα ἀπό πετρώματα τῆς Πλειοκαίνου Περιόδου. Οἱ ἐπιστήμονες ὑπολογίζουν πώς τό κρανίο αὐτό θά ἔπρεπε νά ἔχη ἡλικία 3-4 ἑκατομμυρίων ἐτῶν, δηλ. τουλάχιστον 2 ἑκατομμύρια χρόνια πρίν τή σημερινά ἀποδεκτή περίοδο ἐμφανίσεως τοῦ ἀνθρώπου!».

«Τό 1877, ἡ ἑταιρεία δημοσίων ἔργων Μοντεζούμα ἄνοιγε μιά σήραγγα κάτω ἀπ᾽ τήν πετρωμένη λάβα τοῦ ὄρους Τέιμπλ, στήν κομητεία Τουολούμν τῆς Καλιφόρνια. Σέ μιά ἀπόστασι πεντακοσίων περίπου μέτρων ἀπ᾽ τό στόμιο τῆς σήραγγας, ὁ Τ. Νίλ, ἐπιστάτης τῆς ἑταιρείας, ἀνακάλυψε ὁρισμένες πέτρινες αἰχμές δοράτων μέ μῆκος περίπου 30cm. Ἐκεῖ κοντά ἀνακάλυψε κι ἄλλα ἀνθρώπινα κατασκευάσματα, ὅπως ἕνα μεγάλο καί καλοσχηματισμένο πέτρινο γουδί (9) μέ τό γουδοχέρι του. Ὁ Νίλ δήλωνε πώς σέ τέτοιο βάθος κάτω ἀπ᾽ τήν ἐπιφάνεια καί μέσα στό στερεό πέτρωμα, τά ἀντικείμενα αὐτά θά πρέπη νά προϋπῆρχαν μέσα στό σαθρό πέτρωμα, πρίν ἡ λάβα στερεοποιηθῆ ἀπό πάνω του. Τό σημεῖο, στό ὁποῖο βρέθηκαν τά ἀντικείμενα, τούς δίνει μιά χρονολογία 30-55 ἑκατομμυρίων ἐτῶν!».

Ὁ Δαρβίνος καί ἡ συνοδεία αὐτοῦ μιλοῦν πάντοτε γιά τόν ἀγῶνα ἐπιβιώσεως μεταξύ εἰδῶν (λεία καί θηρευτής) ὡς αἰτίαμεταβολῆς των καί συνεπῶς ὡς ἀπόδειξι τῆς θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως.

Διερωτᾶται κανείς γιά τή διανοητική ἐπάρκεια τῶν ἡμετέρων φιλοεξελικτικῶν. Πῶς ἀποδέχονται τή ΘτΕ ἀφοῦ ὁ Θεός ξεκάθαρα τονίζει τή χορτοφαγία ὅλων τῶν ζώων πρίν ἀπό τήν Πτῶσι; Καί ἐπειδή ἡ Πτῶσι συνέβη πρίν ἀπό 6000 χρόνια, τότε δέν ὑπάρχουν τά ἑκατομμύρια χρόνια τῆς ΘτΕ καί τοῦ Σύμπαντος.

Ἰδού τό σχετικό χωρίο: «Εἶπεν ὁ Θεός· ἰδού δέδωκα ὑμῖν πάντα χόρτον σπόριμον σπεῖρον σπέρμα, ὅ ἐστιν ἐπάνω πάσης τῆς γῆς, καί πᾶν ξύλον, ὅ ἔχει ἐν ἑαυτῷ καρπόν σπέρματος σπορίμου, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν· καί πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καί πᾶσι τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καί παντί ἑρπετῷ ἕρποντι ἐπί τῆς γῆς, ὅ ἔχει ἐν ἑαυτῷ ψυχήν ζωῆς, καί πάντα χόρτον χλωρόν εἰς βρῶσιν. καί ἐγένετο οὕτως»(Γεν 1, 29, 30).

Στή Βίβλο συναρτᾶται ξεκάθαρα ὁ θάνατος (καί «ἡ συνοδεία» του) τοῦ ἀνθρώπου, μέ ἐκεῖνον τῶν ζώων: «Μετά πάσης σαρκόςἀπό ἀνθρώπου ἕως κτήνους, καί ἐπί ἁμαρτωλῶν ἑπταπλάσια πρός ταῦτα· θάνατος καί αἷμα καί ἔρις καί ρομφαία, ἐπαγωγαί, λιμός καί σύντριμμα καί μάστιξ, ἐπί τούς ἀνόμους ἐκτίσθη ταῦτα πάντα, καί δι᾽ αὐτούς ἐγένετο ὁ κατακλυσμός. Πάντα, ὅσα ἀπό γῆς, εἰς γῆν ἀναστρέφει»(ΣΣειρ 40, 8-11).
Στό ἀκόλουθο χωρίο δέν ἀποδίδεται ὁ θάνατος μόνο στόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ συναρτᾶται καί μέ φυσικά φαινόμενα: «Πῦρ καί χάλαζα καί λιμός καί θάνατος, πάντα ταῦτα εἰς ἐκδίκησιν [τοῦ ἀνθρώπου, ἐννοεῖται] ἔκτισται»(ΣΣειρ 39, 29).

Ἄς σημειώσουμε, ἀκόμα, ἐδῶ ὅτι καί οἱ ὑπόλοιπες κοσμικές καταστροφές πού ἀναφέρονται στό χωρίο, εἰσῆλθαν στή δημιουργία μετά τήν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου.

Βλέπουμε, λοιπόν, ἀλλαγή τῶν φυσικῶν νόμων: πρίν ἀπό τόν ἄνθρωπο δέν ὑπῆρχαν τέτοια κοσμικά φαινόμενα. Ποῦ εἶναι, συνεπῶς, τά ἑκατομμύρια χρόνια;
Μιᾶς καί μιλᾶμε γιά ἀλλαγή τῶν φυσικῶν νόμων, ἄς ἀναφέρουμε μιά ἀκόμα ἀλλαγή. Κατά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας εἴχαμε ἰσημερία: «διεχώρισεν ὁ Θεός ἀνά μέσον τοῦ φωτός καί ἀνά μέσον τοῦ σκότους»(Γεν 1, 4). Νά, ὅμως, πού ἔχουμε ἰσημερία καί τήν τετάρτη μέρα: «γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπί τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνά μέσον τῆς ἡμέρας καί ἀνά μέσον τῆς νυκτός»(Γεν 1, 14). Κάτι τέτοιο, βέβαια, δέν συμβαίνει σήμερα!
Μιά, ἀκόμα, ἀλλαγή: Στήν ἀρχή τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἔρχονταν σέ γάμου κοινωνία, ἀδέλφια. Δέν ἴσχυαν τότε οἱ νόμοι πού ἰσχύουν σήμερα σέ τέτοιες περιπτώσεις: ἀνώμαλα παιδιά.



Θαυμάσια

«Ὁ ἄξονας τῆς Γῆς ἔχει κλίσι 230 καί 27´ ὡς πρός τό ἐπίπεδο στό ὁποῖο ὁ πλανήτης μας διαγράφει τήν τροχιά του. Ἄν ἦταν κατακόρυφος δέν θά ὑπῆρχαν οἱ ἐποχές, γιατί οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες θά ἔπεφταν σέ κάθε μέρος μέ τήν ἴδια πάντα ἀπόκλισι. Ἄρα σέ ὅλη τή Γῆ θά εἴχαμε ἐντελῶς διαφορετικό κλίμα (ἀπό τήν ἑλληνική λέξι κλίμα=κλίσι). Στόν Ἰσημερινό οἱ μέρες θά ἦταν πολύ καυτές, γιατί ὁ ἥλιος θά βρισκόταν πάντα στήν κατακόρυφο, ἐνῶ τά γεωγραφικά πλάτη πού θά ἦταν πιό κοντά στούς πόλους θά εἶχαν θερμοκρασίες πιό ψυχρές. Ἡ ζωή θά περιοριζόταν στίς πιό εὔκρατες ζῶνες. Ἐπιπλέον θά εἴχαμε πάντα μέρες καί νύκτες διαρκείας 12 ὡρῶν, γιατί ὁ Ἥλιος θά φώτιζε πάντα τό μισό τῆς γήινης σφαίρας».

«Ὑπῆρχαν κάποτε, ἕνας Γέροντας κι ἕνας ὑποτακτικός του σέ κάποιο ἁγιορείτικο Κελλί καί ἀγωνίζονταν γιά τή σωτηρία τους, κάνοντας ἐργόχειρο καί διαβάζοντας τήν Ἀκολουθία τους.

Κάποια φορά τήν αὐγή ὅταν σηκώθηκαν γιά νά διαβάσουν τήν Ἀκολουθία τους, ἀφοῦ πρῶτα ἄναψαν τά κανδήλια τῆς μικρῆς τους κατανυκτικῆς ἐκκλησίας, καί διάβασαν τό Μεσονυκτικό, ἀκολούθως ἑτοιμάσθηκαν νά διαβάσουν τόν Ὄρθρο. Τά βατράχια, ὅμως, τῆς περιοχῆς τούς ἐνοχλοῦσαν μέ τά κοάσματά τους. Τότε ὁ Γέροντας ἔστειλε τόν ὑποτακτικό του ἔξω ἀπό τό Κελλί γιά νά πῆ στά βατράχια, νά σταματήσουν νά κράζουν, γιά νά μπορέσουν νά διαβάσουν τήν Ἀκολουθία τους. Τότε ὁ ὑποτακτικός του πῆγε καί εἶπε σ᾽ αὐτά: “Ὁ Γέροντάς μου, μοῦ εἶπε νά πάψετε νά κοάζετε, διότι θά διαβάσουμε τώρα τόν Ὄρθρο”. Τότε ἀκούει φωνή ἀπό τό μέρος τῶν βατράχων νά τοῦ λέη: “Περιμένετε νά τελειώσουμε ἐμεῖς τόν ὄρθρο μας καί μετά νά τόν κάνετε κι ἐσεῖς”».

«Σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι καί ζητῆσαι παρά τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς»(Ψ 103, 21), «Ὁ διδούς τροφήν πάσῃ σαρκί»(Ψ 135, 25), «Διδόντι τοῖς κτήνεσι τροφήν αὐτῶν καί τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν»(Ψ 146, 9).

«Τά ζωντανά πλάσματα χρειάζονται ἄζωτο. Τά 4/5 τῆς γήινης ἀτμόσφαιρας εἶναι ἄζωτο, ἀλλά τά φυτά δέν μποροῦν νά χρησιμοποιήσουν ἄμεσα αὐτό τό ἀέριο. Τά ἄτομα τοῦ ἀζώτου χρησιμεύουν στήν παραγωγή νιτρικῶν ἁλάτων πού ἀπορροφοῦνται ἀπ᾽ τίς ρίζες. Τά νιτρικά ἅλατα μπαίνουν στό ἔδαφος μέ πολλούς τρόπους. Οἱ ἀστραπές παράγουν χημικές οὐσίες στόν ἀέρα. Οἱ βροχές τίς κατεβάζουν στό χῶμα, ὅπου διαμορφώνουν νιτρικά ἅλατα. Μερικά βακτηρίδια χρησιμοποιοῦν τό ἄζωτο τοῦ ἀέρα, γιά νά παράγουν νιτρικά ἅλατα. Ἄλλα παράγουν νιτρικά ἅλατα ἀπ᾽ τά ἀπορρίμματα τῶν φυτῶν καί τῶν ζώων. Πάντως, ὑπάρχουν καί βακτηρίδια πού κάνουν τό ἀντίθετο. Ἐπιστρέφουν τό ἄζωτο πίσω στήν ἀτμόσφαιρα. Μ᾽ αὐτό τόν τρόπο, τά ἄτομα τοῦ ἀζώτου χρησιμοποιοῦνται ξανά καί ξανά. Οἱ ἐπιστήμονες τό ὀνομάζουν αὐτό κύκλο τοῦ ἀζώτου».

«Κάθε φορά σχεδόν κατά τήν ὁποία πήγαινα ἄλλους ἐπισκέπτες στόν Παππούλη [τόν Ἅγ. Πορφύριο], μετά ἀπ᾽ τίς συμβουλές του, τούς πήγαινα καί στόν παπαγάλο, πού ἔχει ἐκεῖ καί λέει ἕνα σωρό λέξεις καί προτάσεις, ὅπως: “Κύριε, ἐλέησον”, “Παππούλη μου”, “Παναγία μου”, “Χριστέ μου” κλπ. καί χαίρονταν μαζί του.

Μιά μέρα μοῦ εἶπε ἡ Γερόντισσα πώς εἶπε τή γνωστή μας φράσι ἀλλαγμένη ὡς ἑξῆς:

“Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ… Χριστός”.

Ναί, ἀκριβῶς ἔτσι, ὅπως τό γράφω».



Σκοπιμότητα

«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα στόν κόσμο αὐτό, σάν ἕνας πολύτιμος λίθος, μέσα στόν κύκλο τοῦ δακτυλιδιοῦ. Δηλαδή ἡ τιμή ὅλου τοῦ ἔργου, καί ὁ σκοπός ἐκεῖνος, γιά τόν ὁποῖο ἑτοιμάσθηκε ἕνα τόσο ὡραῖο ἔργο, καθώς καί ἡ τιμή τοῦ δακτυλιδιοῦ, εἶναι ὁ πολύτιμος λίθος πού βρίσκεται σ᾽ αὐτό, καί αὐτό δέν ἑτοιμάσθηκε γιά ἄλλο σκοπό τόσο τεχνικό, παρά γιά νά δεχθῆ τόν πολύτιμο λίθο».

«Εἶναι λογικά ἀδιανόητο νά γίνεται κάτι χωρίς νά ἀποβλέπη σέ κάτι ἄλλο. Γιατί νά δημιουργηθῆ αὐτό πού δέν ὑπάρχει, ἄν ἐπρόκειτο δημιουργούμενο νά εἶναι ὅπως καί πρίν δημιουργηθῆ, ἄχρηστο καί ἀνόητο; Ἔτσι ἡ ζωή ἔδωσε νόημα στήν ὕλη καί ἀποκάλυψε τό σκοπό τῆς δημιουργίας της. Ποιό σκοπό θά ὑπηρετοῦσε ἡ ὕλη χωρίς τή ζωή; ῞Ενα νεκρό σύμπαν θά ἦταν ἕνα παρατημένο γιαπί πού δέν ἔγινε ποτέ σπίτι! Κάθε δημιουργία εἶναι ἕνα βῆμα πρός τά ἐμπρός. Βῆμα πού ὑπηρετεῖ τήν αἰωνιότητα καί ἔτσι τά βήματα δέν τελειώνουν ποτέ!

Ἡ δημιουργία τῆς ζωῆς εἶχε ἀναγκαῖο ἐπακόλουθο τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου —τό τρίτο βῆμα. Γιατί, ὅπως ἡ ὕλη χωρίς τή ζωή θά ἦταν ἀνόητη, τό ἴδιο καί ἡ ζωή θά ἦταν ἀνόητη χωρίς τόν ἄνθρωπο. Ἡ ζωή ἔκαμε τό γιαπί τοῦ κόσμου κατοικήσιμο. Τό γιαπί, λοιπόν, πού γίνεται σπίτι ἔχει νόημα νά παραμένη ὕστερα ἀκατοίκητο; Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἡ γῆ εἶναι ὁ τόπος τόν ὁποῖο ὁ Δημιουργός ἑτοίμασε γιά πρώτη κατοικία στόν ἄνθρωπο. Ὅπως ὁ Ἴδιος ἀποκάλυψε ἀργότερα, ὅτι μετά τήν ἐπίγεια ζωή, ὑπάρχει ἄλλος τόπος ἑτοιμασμένος στό σπίτι τοῦ Θεοῦ, καί ἐκεῖ, ὅταν θά ἔρθη ξανά, θά παραλάβη καί θά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο γιά νά μένη μαζί Του γιά πάντα (Ἰω 14, 1-3)!

Καί ἡ ἀτσάλινη λογική συνεχίζεται: Ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου εἶχε ἀναγκαῖο ἐπακόλουθο τήν αὐτοαποκάλυψι τοῦ Δημιουργοῦ καί τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ. Γιατί ὁ ἄνθρωπος μέ πνευματικό κόσμο (σκέψι, συναίσθημα, θέλησι, συνείδησι), ὄν πλασμένο “κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ καί καθ᾽ ὁμοίωσιν”(Γεν 1, 26-27), ζῆ βέβαια, ὅπως καί τά ἄλλα ὄντα μέσα στήν ὕλη καί ἀπό τήν ὕλη, ἀλλά ὡς πρόσωπο δηλαδή ὄν σκεπτόμενο, δέν σταματᾶ σ᾽ αὐτά: Ἐπίμονα ἀναζητεῖ τήν πηγή του, τόν πατρικό οἶκο, γιά νά βρῆ τό νόημα τῆς ζωῆς του καί νά σωθῆ! Καί αὐτό τοῦ τό ἔδωσε ἡ κοσμογονία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ πού ἐνανθρωπίσθηκε γιά χάρι του!

Ἀπό τήν πορεία αὐτή τοῦ κόσμου, βγαίνει πώς ὁ κόσμος εἶναι μιά καλλιέργεια γιά μιά ὁρισμένη παραγωγή. Ἄν ἀρνηθοῦμε πώς ὁ καρπός αὐτῆς τῆς καλλιέργεας εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τότε πρέπει νά δεχθοῦμε πώς ἡ καλλιέργεια τοῦ κόσμου δέν ἔχει καρπό. Γιατί, βέβαια, τά φυτά καί τά ἄλογα ζῶα, εἶναι μέρος τοῦ κόσμου κι ὄχι ὁ καρπός του.

Κι ὅπως σέ κάθε καλλιέργεια ἡ παραγωγή περνᾶ κινδύνους κι ἔχει ἐχθρούς, ἔτσι καί στήν περίπτωσι τῆς καλλιέργειας τοῦ κόσμου. Ὁ καρπός αὐτῆς τῆς καλλιέργειας —ὁ ἄνθρωπος— κινδυνεύει ἀπό τήν “ἀρρώστεια” πού λέγεται “ἁμαρτία” καί ἀπό τόν “κλέφτη” πού εἶναι ὁ Σατανᾶς. Καί ὅπως ὁ γεωργός προστατεύει τήν καλλιέργειά του μέ φάρμακα καί προσωπικές προσπάθειες, τό ἴδιο καί ὁ γεωργός τῆς ἀνθρωπότητος δέν ἄφησε τόν ἄνθρωπο ἕρμαιο τῶν ἐχθρῶν του. Ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο εἶναι ἡ λογική συνέπεια τῆς ὑπάρξεως τοῦ Δημιουργοῦ-καλλιεργητῆ, τοῦ κινδύνου τόν ὁποῖο διατρέχει ἡ καλλιέργεια καί τῆς ἀνάγκης ἡ καλλιέργεια αὐτή νά σωθῆ.

Ἡ λογική συνέπεια τῶν παραπάνω προδιαγράφει ἀκόμα τό ἀναμενόμενο μέγα γεγονός τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καί τήν παραλαβή τῆς ἀνθρωπότητος, τοῦ καρποῦ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Ὅπως θά ἦταν χωρίς νόημα ἡ ὕλη χωρίς τή ζωή, ἡ ζωή χωρίς τόν ἄνθρωπο κι ὁ ἄνθρωπος χωρίς τό Θεό, ἔτσι θά ἦταν χωρίς νόημα ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἄν ἐπρόκειτο νά καταλήξη σέ μιά παραγωγή ἀζήτητη ἀπό τό γεωργό της! Ἔτσι αὐτή ἡ ἴδια ἡ λογική τῆς δημιουργίας ἐπιβάλλει τή δεύτερη ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ γιά τή μεγάλη συγκομιδή τῆς ἀνθρωπότητος. Σέ πλήρη ἁρμονία καί συμφωνία, λοιπόν, ἡ λογική τῆς ὑπάρξεως τοῦ κόσμου, μέ τό Εὐαγγέλιο τό ὁποῖο ἔφερε στήν ἀνθρωπότητα ὁ Ἰ. Χριστός.

Ἄν ἀρνηθοῦμε τή λογική τῶν παραπάνω καί δεχθοῦμε τήν ἄποψι τῶν ὑλιστῶν ὅτι ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς εἶναι τυχαῖο γεγονός, χωρίς κανένα σκοπό, τότε πρέπει νά ἐξηγήσουμε πῶς μέσα ἀπό ἕναν ἄσκοπο κόσμο, βγῆκε ἕνα ὄν —ὁ ἄνθρωπος— πού καί βλέπει καί θέτει σκοπούς στά πάντα καί τά πιό ἀσήμαντα καί νά παραδεχθοῦμε ὅτι ἡ ζωή δέν ἔχει καμμιά ἀξία καί ἡ μόνη λογική εἶναι ὁ θάνατος καί ἡ ἐκμηδένισι τῶν πάντων! Ἄν, ὅμως, μιά τέτοια “λογική” θεωρηθῆ ὅτι εἶναι λογική, τότε τί εἶναι ὁ παραλογισμός;».

«Ἐάν θελήσουμε νά κάνουμε σύγκρισι τοῦ ἀνθρώπου ὡς πνευματικῆς προσωπικότητος μέ τούς ἀστέρες, τούς γαλαξίες καί τό Σύμπαν, τότε τά πράγματα τίθενται ἐπί ἄλλης βάσεως καί ἡ ἀπάντησι θά εἶναι διαφορετική. Γράφει σχετικά ὁ διάσημος Ἀμερικανός φυσικός (βραβεῖο Νobel), καθηγητής Α. Compton τά ἑξῆς: “Τό σπουδαῖο καί τό σοβαρό οἱουδήποτε πράγματος ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἑνός, πού κρίνει καί ἀποφασίζει γι᾽ αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος ἄραγε ἔχει μικρότερη ἀξία ἀπό τά ἀστέρια; Ἐρωτήσατε μία μητέρα, θά ἤθελε νά ἀνταλλάξη τό νεογέννητο παιδί της μέ τό λαμπρότερο ἀστέρι τοῦ οὐρανοῦ; Ἐπίσης, ἐάν τό παιδί συνέβαινε νά εἶναι ἕνας Νεύτων, αὐτό θά ἄξιζε γιά τούς ἀστρονόμους περισσότερο ἀπό πολλούς γαλαξίες ἀστέρων. Κατόπιν αὐτῶν ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά πῆ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα πού δέν ἑλκύει τό ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ; Δέν εἶναι λογικό νά δεχθοῦμε ὅτι ὁ σκεπτόμενος Δημιουργός πρέπει νά ἔχη ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τά σκεπτόμενα δημιουργήματα;”».



Ἐπίλογος

«Στό βιβλίο του Ὁ Θεός καί οἱ Ἀστρονόμοι, ὁ ἀμερικανός ἀστρονόμος Robert Jastrow ἦταν ἀπαισιόδοξος σχετικά μέ τή φιλοδοξία ἑνός θεωρητικοῦ τῆς Μεγάλης Ἐκρήξεως: “Ἔχει σκαρφαλώσει τά βουνά τῆς ἄγνοιας, κοντεύει νά κατακτήση τήν ὑψηλότερη κορυφή, καί καθώς ἀναρριχᾶται στόν τελευταῖο βράχο, τόν χαιρετοῦν ἕνα τσοῦρμο θεολόγοι πού κάθονταν ἐκεῖ γιά αἰῶνες”». Αὐτό ἔχει πλήρη ἐφαρμογή στή χρῆσι τῆς Βίβλου: μᾶς διδάσκει, χωρίς νά εἶναι ἐπιστημονικό βιβλίο, τίς ἀλήθειες, ὅσες μᾶς χρειάζονται, γιά τόν κόσμο.
Οἱ δικοί μας φιλοεξελικτικοί πολύ θά ἤθελαν μιά Βίβλο do it yourself γιά νά ἀφαιρέσουν τίς «ἀνωμαλίες» τῆς δημιουργίας καί νά τήν παραλληλίσουν μέ τήν «ἐπιστήμη» (στή Γένεσι π.χ. προηγοῦνται τά πτηνά τῶν προγόνων τους).

Μόνη διέξοδος γιά τούς ἡμετέρους φιλοεξελικτικούς: νά πετάξουν τή βίβλο!!!
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ εὐήθεια τῶν ἡμετέρων φιλοεξελικτικῶν πού παραβλέπουν τίς τεράστιες διαφορές μεταξύ Βίβλου καί ΘτΕ. Διαβάζουμε γι᾽ αὐτές στά ἑξῆς δύο βιβλία: HG, 57 κ.ἑ. καί: JR, 39 κ.ἑ.. Ὁμαδοποιοῦμε:

Ὁ Ἥλιος πρίν ἀπό τή γῆ (ΘτΕ). Ἡ γῆ καί τό φῶς πρίν ἀπό τόν ἥλιο (Γεν 1, 3-5· 14-18).

Ἡ ζωή πρῶτα ἐμφανίσθηκε στή θάλασσα (ΘτΕ). Ἡ ζωή πρῶτα ἐμφανίσθηκε στήν ξηρά (Γεν 1, 11, 12).

Τά ψάρια πρίν ἀπό τά ὀπωροφόρα δένδρα (ΘτΕ). Τά ὀπωροφόρα δένδρα πρίν ἀπό τά ψάρια (Γεν 1, 20, 21).

Ὁ ἄνδρας ἐξελίχθηκε μαζί μέ τή γυναῖκα (ΘτΕ). Ἡ γυναῖκα δημιουργήθηκε ἀπό τόν ἄνδρα (Γεν 2, 22).

Ἡ βροχή πρίν ἐμφανισθῆ ὁ ἄνθρωπος (ΘτΕ). Ὁ ἄνθρωπος πρίν τή βροχή (Γεν 2, 5).

Ἡ ἐξέλιξι συνεχίζεται ἀκόμη (ΘτΕ). Ἡ δημιουργία σταμάτησε μετά ἀπό τήν ἕκτη ἡμέρα (Γεν 2, 2).

Πάλη καί θάνατος προηγήθηκε τοῦ ἀνθρώπου (ΘτΕ). Κανείς θάνατος πρίν τήν πτῶσι (Γεν 3, 1-19· Ρμ 5, 12· Α´ Κορ 15, 21).

Τά ζῶα ἦσαν, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, σαρκοφάγα (ΘτΕ). Ὅλα τά ζῶα, στήν ἀρχή, ἦσαν φυτοφάγα (Γεν 1, 29, 30).

Τά πουλιά ἐξελίχθηκαν ἀπό τά ἑρπετά (ΘτΕ). Τά ἑρπετά δημιουργήθηκαν μετά τά πτηνά (Γεν 1, 20 (πτηνά), 24 (ἑρπετά)).

Τά ψάρια ὑπῆρξαν ἀρκετά πρίν ἀπό τά πρῶτα πουλιά (ΘτΕ). Καί τά δύο: καί τά ψάρια καί τά πουλιά δημιουργήθηκαν τήν ἴδια μέρα (Γεν 1, 20).

Τά περισσότερα ἀπό τά ζῶα τῆς γῆς ἔζησαν καί πέθαναν καί ἐξαλείφθηκαν ἀρκετά πρίν ἀκόμη ὑπάρξη ὁ ἄνθρωπος (ΘτΕ). Ὅλος ὁ ἀρχικός ζωϊκός κόσμος δημιουργήθηκε λίγες ὧρες μόνο πρίν τόν Ἀδάμ, τό πολύ 48 ὧρες (Γεν 1, 20, 24).

Ἡ φυτική ζωή τῆς γῆς παρήγαγε τήν πλούσια σέ ὀξυγόνο ἀτμόσφαιρά μας (ΘτΕ). Ἡ ὑποστηρικτική τῆς ζωῆς γήινη ἀτμόσφαιρα δημιουργήθηκε πρίν τά φυτά (Γεν 1, 6).

«Ὅταν διαβάζουμε τό βιβλίο τῆς Γενέσεως, ἀνακαλύπτουμε ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τή γῆ καλυμμένη μέ ὕδατα, πρίν δημιουργήση τόν ἥλιο. Βλέπετε, στή θεωρία τῆς μεγάλης ἐκρήξεως, ἡ γῆ σχηματίσθηκε μετά τόν ἥλιο καί ἀρχικά ἦταν μιά θερμή, λυωμένη σφαῖρα».
Δέν μᾶς τά ἀπεκάλυψε ὅλα: «Τά κρυπτά Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν, τά δέ φανερά ἡμῖν καί τοῖς τέκνοις ἡμῶν εἰς τόν αἰῶνα, ποιεῖν πάντα τά ρήματα τοῦ νόμου τούτου»(Δευτ 29, 28).
Ὁ Ἅγ. Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς σημειώνει: «Κάθε κτίσμα σ᾽ αὐτό τόν κόσμο ἀποτελεῖ ἕνα κτιστό πλαίσιο μέ τό ὁποῖο ὁ Θεός πλαισίωσε καί μιά σκέψι Του, καί ὅλα τά κτίσματα μαζί ἀποτελοῦν τό πολύτιμο καί πολυτελές κτιστό μωσαϊκό τῶν ἀκτίστων σκέψεων (“λόγων”) τοῦ Θεοῦ».









Πηγή:






TRUTH TARGET


ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542