Καὶ ἤνοιξεν ὁ Θεὸς τὸ στόμα τῆς ὄνου, καὶ λέγει τῷ Βαλαάμ... «Αριθμοί 22:28»

Η όνος του Βαλαάμ

Αριθμοί 22ο

20 καὶ ἦλθεν ὁ Θεὸς πρὸς Βαλαὰμ νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ καλέσαι σε πάρεισιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἀναστὰς ἀκολούθησον αὐτοῖς· ἀλλὰ τὸ ρῆμα, ὃ ἐὰν λαλήσω πρὸς σε, τοῦτο ποιήσεις. 21 καὶ ἀναστὰς Βαλαὰμ τὸ πρωΐ ἐπέσαξε τὴν ὄνον αὐτοῦ καὶ ἐπορεύθη μετὰ τῶν ἀρχόντων Μωάβ. 22 καὶ ὠργίσθη θυμῷ ὁ Θεός, ὅτι ἐπορεύθη αὐτός, καὶ ἀνέστη ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ διαβαλεῖν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἐπιβεβήκει ἐπὶ τῆς ὄνου αὐτοῦ, καὶ δύο παῖδες αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ. 23 καὶ ἰδοῦσα ἡ ὄνος τὸν ἄγγελον τοῦ Θεοῦ ἀνθεστηκότα ἐν τῇ ὁδῷ καὶ τὴν ρομφαίαν ἐσπασμένην ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ἐξέκλινεν ἡ ὄνος ἐκ τῆς ὁδοῦ καὶ ἐπορεύετο εἰς τὸ πεδίον· καὶ ἐπάταξε τὴν ὄνον ἐν τῇ ράβδῳ αὐτοῦ τοῦ εὐθῦναι αὐτὴν ἐν τῇ ὁδῷ. 24 καὶ ἔστη ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐν ταῖς αὔλαξι τῶν ἀμπέλων, φραγμὸς ἐντεῦθεν καὶ φραγμὸς ἐντεῦθεν· 25 καὶ ἰδοῦσα ἡ ὄνος τὸν ἄγγελον τοῦ Θεοῦ προσέθλιψεν ἑαυτὴν πρὸς τὸν τοῖχον καὶ ἀπέθλιψε τὸν πόδα Βαλαὰμ πρὸς τὸν τοῖχον· καὶ προσέθετο ἔτι μαστίξαι αὐτήν. 26 καὶ προσέθετο ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπελθὼν ὑπέστη ἐν τόπῳ στενῷ, εἰς ὃν οὐκ ἦν ἐκκλῖναι δεξιὰν ἢ ἀριστεράν. 27 καὶ ἰδοῦσα ἡ ὄνος τὸν ἄγγελον τοῦ Θεοῦ συνεκάθισεν ὑποκάτω Βαλαάμ· καὶ ἐθυμώθη Βαλαὰμ καὶ ἔτυπτε τὴν ὄνον τῇ ράβδῳ. 28 καὶ ἤνοιξεν ὁ Θεὸς τὸ στόμα τῆς ὄνου, καὶ λέγει τῷ Βαλαάμ· τί ἐποίησά σοι ὅτι πέπαικάς με τρίτον τοῦτο; 29 καὶ εἶπε Βαλαὰμ τῇ ὄνῳ· ὅτι ἐμπέπαιχάς μοι· καὶ εἰ εἶχον μάχαιραν ἐν τῇ χειρί, ἤδη ἂν ἐξεκέντησά σε. 30 καὶ λέγει ἡ ὄνος τῷ Βαλαάμ· οὐκ ἐγὼ ἡ ὄνος σου, ἐφ’ ἧς ἐπέβαινες ἀπὸ νεότητός σου ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας; μὴ ὑπεροράσει ὑπεριδοῦσα ἐποίησά σοι οὕτως; ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί. 31 ἀπεκάλυψε δὲ ὁ Θεὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς Βαλαάμ, καὶ ὁρᾷ τὸν ἄγγελον Κυρίου ἀνθεστηκότα ἐν τῇ ὁδῷ καὶ τὴν μάχαιραν ἐσπασμένην ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ κύψας προσεκύνησε τῷ προσώπῳ αὐτοῦ. 32 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ· διατί ἐπάταξας τὴν ὄνον σου τοῦτο τρίτον; καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐξῆλθον εἰς διαβολήν σου, ὅτι οὐκ ἀστεία ἡ ὁδός σου ἐναντίον μου, 33 καὶ ἰδοῦσά με ἡ ὄνος ἐξέκλινεν ἀπ’ ἐμοῦ τρίτον τοῦτο· καὶ εἰ μὴ ἐξέκλινεν, νῦν οὖν σὲ μὲν ἀπέκτεινα, ἐκείνην δ’ ἂν περιεποιησάμην. 34 καὶ εἶπε Βαλαὰμ τῷ ἀγγέλῳ Κυρίου· ἡμάρτηκα, οὐ γὰρ ἠπιστάμην ὅτι σύ μοι ἀνθέστηκας ἐν τῇ ὁδῷ εἰς συνάντησιν· καὶ νῦν εἰ μή σοι ἀρκέσει, ἀποστραφήσομαι. 35 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ πρὸς Βαλαάμ· συμπορεύθητι μετὰ τῶν ἀνθρώπων· πλὴν τὸ ρῆμα, ὃ ἐὰν εἴπω πρὸς σε, τοῦτο φυλάξῃ λαλῆσαι. καὶ ἐπορεύθη Βαλαὰμ μετὰ τῶν ἀρχόντων Βαλάκ.

Απόδοση

Και ήρθε ο Θεός στον Βαλαάμ  τη νυχτα και του είπε: Αν σε καλέσουν οι άνθρωποι αυτοί, σήκω και ακολούθησέ τους. Και ότι θα σου πούνε κάνετο. Και σηκώθηκε το πρωί ο Βαλαάμ και ετοίμασε το γαϊδουράκι του και ταξίδεψε με τους άρχοντες της Μωάβ. Και θύμωσε ο Θεός ότι πήγε μαζί τους, και πήγε να τον βρει άγγελος του θεού, ενώ αυτός ήταν πάνω στο γαϊδουράκι μαζί δύο βοηθούς. Και βλέποντας το γαϊδουράκι τον άγγελο του Θεού να κλείνει το δρόμο και να κρατά σπαθί στα χέρια του βγήκε απο το δρόμο και πήγαινε προς τα χωράφια. Και χτύπησε το γαϊδουράκι με το ραβδί του για να μπει πάλι στο δρόμο. Και στάθηκε ο άγγελος του Θεού στα αυλάκια των αμπελιών, και υπήρχε φράχτης από τη μία και από την άλλη πλευρά. Και βλέποντας το ζώο τον άγγελο πέρασε ξυστά από τον φράχτη και σύνθλιψε το πόδι του Βαλαάμ στον τοίχο.Και αυτός το χτύπησε περισσότερο. Και επέμενε ο άγγελος του Θεού και πήγε και στάθηκε σε ένα μέρος στενό, όπου δεν υπήρχε πέρασμα αριστερά και δεξιά. Και βλέποντας το γαϊδουράκι τον άγγελο του Θεού γονάτισε κάτω από τον Βαλαάμ. Και θύμωσε ο Βαλαάμ και το χτύπησε ξανά με τη ράβδο. Και άνοιξε ο Θεός το στόμα του γαϊδουριού και λέει στον Βαλαάμ. Τι σου έκανα και με χτυπάς και τρίτη φορά; και είπε ο Βαλαάμ. Γιατί με κορόϊδεψες. και αν είχα μαχαίρι στο χέρι θα σε χτυπούσα. Και λέγει η όνος. Δεν είμαι εγώ η όνος , που με έχεις από τα νιάτα σου μέχρι σήμερα; σου ξανάκανα τέτοιο πράγμα; Και είπε, όχι. Και αποκάλυψε ο Θεός τα μάτια του Βαλαάμ και βλέπει τον άγγελο του Κυρίου να στέκεται στον δρόμο και να έχει το σπαθί στα χέρια και έπεσε και τον προσκύνησε. και του είπε ο άγγελος του Θεού. γιατί χτύπησες το ζώο σου τρείς φορές; και να εγώ ήρθα για να σου αλλάξω τον δρόμο , ότι πήρες άλλο δρόμο, και βλέποντάς με το ζώο έφυγε από μένα τρεις φορές. και αν δεν άλλαζε δρόμο, εσένα θα σε σκότωνα ενώ εκείνη θα την περιποιόμουν. Και είπε ο Βαλαάμ, έκανα λάθος , δεν ήξερα ότι εσύ έκλεινες το δρόμο, και τώρα αν σου αρέσει γυρίζω πίσω. και είπε ο άγγελος , πήγαινε μαζί με τους ανθρώπους. αλλά αυτό που θα σου πω αυτό μόνο θα τους πεις. Και πήγε με τους άρχοντες της Βαλάκ.

Ο ΒΑΛΑΑΜ

Ο Άγγελος και ο Βαλαάμ

Ο Βαλαάμ ήταν γιος του Βεώρ και αναφέρεται ως Προφήτης στην Παλαιά Διαθήκη. Ζούσε στη Φαθουρά (Πεθόρ), μια πόλη κοντά στον Ευφράτη (Αριθμοί 22,5. Δευτερονόμιο 23,5. Ιησούς του Ναυή 13,22), η οποία βρισκόταν στην ορεινή Μεσοποταμία (Αριθμοί 23,7. Δευτερονόμιο 23,5).

Ο Βαλαάμ μνημονεύεται και στην Αποκάλυψη, στην επιστολή προς την Εκκλησία της Περγάμου (Αποκάλυψις Ιωάννου 2,14).


ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΟΥ ΒΑΛΑΚ ΣΤΟΝ ΒΑΛΑΑΜ

Όταν οι Ισραηλίτες κατασκήνωσαν δυτικά της Μωάβ, στον Ιορδάνη, απέναντι από την Ιεριχώ, ο Βαλάκ, βασιλιάς των Μωαβιτών, έμαθε αυτά που είχαν κάνει οι Ισραηλίτες στους Αμορραίους, φοβήθηκε πολύ και ζήτησε τη βοήθεια των Μαδιανιτών. Στο μεταξύ ο βασιλιάς Βαλάκ έστειλε άρχοντες αγγελιοφόρους στο Βαλαάμ, που ήταν άνθρωπος του Κυρίου και έμενε στη Φαθουρά κοντά στον Ευφράτη, για να καταραστεί τους Ισραηλίτες έτσι ώστε να νικηθούν από τους Μωαβίτες. Ο Βαλαάμ υπηρετούσε τον Κύριο ως προφήτης και είχε τη δύναμη όποιον ευλογούσε να ήταν ευλογημένος από το Θεό και όποιον καταριόταν ήταν καταραμένος (Αριθμοί 22,1-6. Δευτερονόμιο 23,4-6. Ιησούς του Ναυή 24,9). 

Η γερουσία των Μωαβιτών και των Μαδιανιτών, έχοντας και την αμοιβή του Βαλαάμ μαζί τους, πήγαν στο Βαλαάμ και του ανακοίνωσαν το μήνυμα του Βαλάκ. Ο Βαλαάμ τους είπε να μείνουν εκεί το βράδυ και θα περιμένει μήνυμα από τον Κύριο.
Τη νύχτα ο Κύριος παρουσιάστηκε στο Βαλαάμ και του είπε να μην πάει στο Βαλάκ και να μην καταραστεί τους Ισραηλίτες, γιατί είναι ευλογημένοι. Όταν ο Βαλαάμ σηκώθηκε το πρωί, είπε στους απεσταλμένους του Βαλάκ, ότι ο Κύριος δε του επιτρέπει να τους ακολουθήσει. Έτσι, οι άρχοντες της Μωάβ και της Μαδιάμ αποχώρησαν άπρακτοι και ανέφεραν στο Βαλάκ την άρνηση του Βαλαάμ.
Τότε ο Βαλάκ ξανάστειλε άλλους άρχοντες, πιο πολλούς από την πρώτη φορά, δίνοντας την υπόσχεση στο Βαλαάμ, ότι θα αμειφθεί πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες του. Αλλά ο Βαλαάμ απάντησε στους απεσταλμένους του Βαλάκ, ότι κι αν ακόμη ο Βαλάκ του έδινε το σπίτι του γεμάτο ασήμι και χρυσάφι, δεν θα μπορούσε να παραβεί τη διαταγή του Κυρίου. Τους είπε όμως να μείνουν εκεί το βράδυ και θα περιμένει πάλι μήνυμα από τον Κύριο.
Τη νύχτα λοιπόν ήρθε ο Κύριος στο Βαλαάμ και του είπε να ακολουθήσει τους απεσταλμένους του Βαλάκ, αλλά θα κάνεις μόνο ότι του πει (Αριθμοί 22,7-20).


Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΒΑΛΑΑΜ

Ο Βαλαάμ σηκώθηκε το πρωί, σαμάρωσε το γαϊδουράκι του και πήγε μαζί με τους άρχοντες της Μωάβ και της Μαδιάμ, επειδή δελεάστηκε από την πλουσιοπάροχη αμοιβή του Βαλάκ. Ο Θεός όμως οργίστηκε που ο Βαλαάμ είχε άλλους σκοπούς, και καθώς ο ίδιος καθόταν πάνω στο ζώο του και τον συνόδευαν οι δυο του υπηρέτες, ο άγγελος του Κυρίου στάθηκε στο δρόμο για να τον εμποδίσει.
Όταν το ζώο είδε τον άγγελο που στεκόταν εκεί με γυμνή τη ρομφαία στο χέρι του, βγήκε απ' το δρόμο και μπήκε στα χωράφια. Ο Βαλαάμ το χτύπησε με το ραβδί του για να το επαναφέρει στο δρόμο.
Τότε ο άγγελος στάθηκε σ' ένα μονοπάτι ανάμεσα στ' αμπέλια, που είχε τοίχο από τη μια μεριά και τοίχο από την άλλη ως περίφραγμα. Βλέποντας τον άγγελο, το ζώο στριμώχτηκε στον τοίχο και πίεσε το πόδι του Βαλαάμ πάνω στον τοίχο. Ο Βαλαάμ το χτύπησε και πάλι.
Ο άγγελος του Κυρίου πέρασε άλλη μια φορά μπροστά και στάθηκε σ' ένα στενό πέρασμα όπου δεν υπήρχε διέξοδος ούτε από δεξιά, ούτε από αριστερά. Το γαϊδουράκι είδε τον άγγελο και γονάτισε κάτω από το Βαλαάμ. Αυτός τότε θύμωσε και άρχισε να το χτυπάει με το ραβδί.
Τότε ο Κύριος έκανε το ζώο να μιλήσει, και είπε στο Βαλαάμ, τι του έκανε και το χτύπησε τρεις φορές ως τώρα; Ο Βαλαάμ του είπε ότι τον περιπαίζει και ότι αν είχε πάνω του ένα μαχαίρι θα το είχε σφάξει. Το γαϊδουράκι του είπε ξανά, ότι τόσα χρόνια που τον υπηρέτησε, του συμπεριφέρθηκε ποτέ μ' αυτόν τον τρόπο; Εκείνος απάντησε αρνητικά.
Εκείνη τη στιγμή ο Κύριος άνοιξε τα μάτια του Βαλαάμ και είδε τον άγγελο που στεκόταν στο δρόμο με το κοφτερή ρομφαία στο χέρι του. Γονάτισε τότε ο Βαλαάμ και προσκύνησε με το πρόσωπο στη γη. Ο άγγελος του Κυρίου τον επιτίμησε που χτύπησε το γαϊδουράκι του και ότι αν το ζώο δεν άλλαζε συνεχώς δρόμο θα τον είχε σκοτώσει. Του είπε ακόμη ότι δεν αρέσει στον Κύριο ο δρόμος που έχει πάρει.
Ο Βαλαάμ παραδέχτηκε το σφάλμα του και είπε στον άγγελο ότι θα γυρίσει πίσω. Ο άγγελος του Κυρίου όμως του είπε, να πάει με τους απεσταλμένους του Βαλάκ, αλλά θα του πει μόνο αυτό που θα του πει ο Κύριος. Έτσι ο Βαλαάμ ακολούθησε τους απεσταλμένους του Βαλάκ (Αριθμοί 22,21-35).


ΒΑΛΑΚ ΚΑΙ ΒΑΛΑΑΜ

ΟΙ ΧΡΗΣΜΟΙ ΤΟΥ ΒΑΛΑΑΜ

Όταν άκουσε ο Βαλάκ ότι έρχεται ο Βαλαάμ, βγήκε να τον προϋπαντήσει σε κάποια πόλη, που βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Αρνών, στα σύνορα της Μωάβ. Ο Βαλάκ παραπονέθηκε στο Βαλαάμ, γιατί αρνήθηκε την πρώτη του πρόσκληση και ο Βαλαάμ του απάντησε πως θα του πει μόνο, όσα θα του βάλει στο στόμα μου ο Θεός. Στη συνέχεια ο Βαλάκ μαζί με τον Βαλαάμ πέρασαν από κάποιες αγροτικές πόλεις κι εκεί ο Βαλάκ θυσίασε πρόβατα και μοσχάρια, και τα πρόσφερε στον Βαλαάμ και στους απεσταλμένους που ήταν μαζί του (Αριθμοί 22,36-40).

Την άλλη μέρα ο Βαλάκ πήρε το Βαλαάμ και τον ανέβασε σε κάποιο ψηλό σημείο, όπου υπήρχε μια ειδωλολατρική στήλη προς τιμή του Βάαλ, και από κει του έδειξε ένα κομμάτι του ισραηλιτικού λαού.
Ο Βαλαάμ είπε στο Βαλάκ, να του χτίσει εκεί εφτά θυσιαστήρια και να του ετοιμάσει εφτά μοσχάρια κι εφτά κριάρια. Ο Βαλάκ έκανε ότι του είπε ο Βαλαάμ και θυσίασαν μαζί από ένα μοσχάρι κι ένα κριάρι σε κάθε θυσιαστήριο. Μετά ο Βαλαάμ είπε στο Βαλάκ, να μείνει εκεί στα θυσιαστήρια και κείνος θα προχωρήσει, μήπως του παρουσιαστεί ο Κύριος.
Έτσι ο Βαλαάμ προχώρησε μόνος του και πράγματι ο Κύριος του παρουσιάστηκε και του έδωσε τον πρώτο χρησμό, για να τον διαβιβάσει στο Βαλάκ. Ο Βαλαάμ πήγε στο Βαλάκ, ο οποίος συνοδεύονταν απ' όλους τους άρχοντες της Μωάβ, και του έδωσε τον πρώτο χρησμό του Κυρίου. Του είπε λοιπόν, ότι δεν μπορεί να καταραστεί τους Ισραηλίτες, τους οποίους ο Θεός τους έχει ευλογήσει (Αριθμοί 22,41. 23,1-10).

Τότε είπε ο Βαλάκ είπε στο Βαλαάμ, ότι τον έφερε για να καταραστεί τους Ισραηλίτες, κι αυτός τους ευλόγησε. Ο Βαλαάμ του απάντησε, ότι του είπε ότι ο Κύριος του αποκάλυψε. Μετά ο Βαλάκ τον πήγε σε κάποιο ψηλό σημείο του όρους Ναβαύ, απ' όπου μπορούσε να βλέπει μόνο ένα τμήμα των Ισραηλιτών, όχι όλους, κι από 'κει να τους καταραστεί. Εκεί έχτισε πάλι εφτά θυσιαστήρια και θυσίασε από ένα κριάρι κι ένα μοσχάρι σε κάθε θυσιαστήριο. Μετά ο Βαλαάμ είπε στο Βαλάκ, να μείνει εκεί στα θυσιαστήρια και κείνος θα προχωρήσει, για να του παρουσιαστεί ο Κύριος.
Ο Κύριος παρουσιάστηκε στο Βαλαάμ και του έδωσε τον δεύτερο χρησμό, για να τον διαβιβάσει στο Βαλάκ. Ο Βαλαάμ πήγε στο Βαλάκ, ο οποίος συνοδεύονταν απ' όλους τους άρχοντες της Μωάβ, και του έδωσε τον δεύτερο χρησμό του Κυρίου. Του είπε λοιπόν, ότι ο Κύριος δεν είναι άνθρωπος για να εξαπατηθεί από λόγια, ούτε φοβάται τις απειλές. Ο ίδιος ο Κύριος έβγαλε τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο και ο ίδιος τους ευλόγησε. Έτσι καμία μαγεία και κατάρα δεν έχει ισχύ πάνω στους Ισραηλίτες, οι οποίοι θα νικήσουν και θα εξολοθρεύσουν τους εχθρούς τους (Αριθμοί 23,11-24).

Τότε στενοχωρημένος ο Βαλάκ είπε στο Βαλαάμ, αφού δεν τους καταριέται, τουλάχιστον να μην τους ευλογεί. Μετά ο Βαλάκ τον πήγε στην κορυφή του όρους Φογώρ, μήπως από κει πειστεί ο Κύριος και τους καταραστεί. Έχτισε πάλι εφτά θυσιαστήρια και θυσίασε από ένα κριάρι κι ένα μοσχάρι σε κάθε θυσιαστήριο. Μετά ο Βαλαάμ είπε στο Βαλάκ, να μείνει εκεί στα θυσιαστήρια και κείνος θα προχωρήσει, για να του παρουσιαστεί ο Κύριος.
Ο Βαλαάμ επειδή είδε ότι ο Κύριος είχε ευλογήσει τον ισραηλιτικό λαό, και δεν πήγε, όπως προηγουμένως, να συμβουλευτεί τους οιωνούς, αλλά πήγε προς στην έρημο, όπου ήταν στρατοπεδευμένοι οι Ισραηλίτες κατά φυλές. Τότε ήρθε πάνω του το Πνεύμα του Κυρίου και ανήγγειλε στο Βαλάκ, ότι ο ίδιος ο Κύριος έβγαλε τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο, ο ίδιος ο Κύριος πολεμάει γι' αυτούς και ότι είναι πιο ισχυροί από τους εχθρούς τους. Τέλος του είπε ότι είναι ευλογημένοι όσοι ευλογούν το λαό αυτό και καταραμένοι όσοι τον καταριούνται (Αριθμοί 23,25-30. 24,1-9).

Τότε ο Βαλάκ οργίστηκε εναντίον του Βαλαάμ, άρχισε να χτυπάει τα χέρια του από οργή και του είπε, ότι τον κάλεσε για να καταραστεί τους Ισραηλίτες κι αυτός τρεις φορές τους ευλόγησε πλουσιοπάροχα. Στη συνέχεια τον έδιωξε φωνάζοντας.
Ο Βαλαάμ πριν φύγει του είπε, ότι στους απεσταλμένους που του έστειλε, τους είχε πει ότι όσο ασήμι και χρυσάφι και να του έδινε, δεν θα μπορούσε να παραβεί τη διαταγή του Κυρίου και να μεταβάλλει αυθαίρετα τους χρησμούς που του έδωσε.
Και στο τέλος ο Βαλαάμ  αποκάλυψε στο Βαλάκ, τον τελευταίο χρησμό του Κυρίου για το μέλλον των Ισραηλιτών κατά τα επόμενα χρόνια. Του είπε λοιπόν ότι κάποιος απόγονος του Ιακώβ ως βασιλιάς, θα συντρίψει τη Μωάβ και την Εδώμ. Κατόπιν έστρεψε το βλέμμα του προς την περιοχή των Αμαληκιτών και προφήτεψε την καταστροφή τους, επειδή ήταν οι πρώτοι που πολέμησαν τους Ισραηλίτες. Όταν αντίκρισε την περιοχή των Κεναίων προφήτεψε ότι είναι στέρεες οι κατοικίες τους πάνω στα βουνά, αλλά θα καταστραφούν από τους Ασσύριους και θα αιχμαλωτιστούν. Και στη συνέχεια προφήτεψε ότι τα στρατεύματα των Κιτιαίων από την Κύπρο θα ταπεινώσουνε τους Ασσύριους και τους Εβραίους και κατόπιν θα ακολουθήσει η καταστροφή των Κιτιαίων.
Κι όταν ο Βαλαάμ τελείωσε τις προφητείες του επέστρεψε στον τόπο του κι ο Βαλάκ στο δικό του (Αριθμοί 24,10-25).


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΛΑΑΜ

Όταν οι Ισραηλίτες ήταν στην περιοχή Αραβώθ, κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, επιτέθηκαν στους Μαδιανίτες, επειδή οι Μαδιανίτισσες πορνεύονταν με τους Ισραηλίτες κι έτσι συνέβαλαν στην απιστία των Ισραηλιτών κατά του Θεού. Στη μάχη που ακολούθησε, οι Ισραηλίτες σκότωσαν όλους τους Μαδιανίτες, άντρες και γυναίκες, εκτός από τις νεαρές κοπέλες. Σκότωσαν και τους πέντε βασιλιάδες της Μαδιάμ, Ευΐν (Ευΐ), τον Ροκόν (Ροκόμ), τον Σουρ, τον Ουρ και τον Ροβόκ (Ροβέ), όπως και τον προφήτη Βαλαάμ, που ήταν μεταξύ των Μαδιανιτών. Άρπαξαν τα ζώα τους, όλα τους τα υπάρχοντα και πυρπόλησαν τις πόλεις τους (Αριθμοί 31,1-24. Ιησούς του Ναυή 13,21-22).