Ο “ΟΡΟΣ” ΘΕΟΤΟΚΟΣ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ‏


http://californiaofmyheart.wordpress.com

CALIFORNIA OF MY HEART

Στό Κεφάλαιο αὐτό θά συγκεντρώσουμε τά Ὀρθόδοξα ἐπιχειρήματα γιά τήν ὀνομασία «Θεοτόκος» τῆς Παναγίας μας.


Ἀπό τό Βυζάντιο ἔχουμε τό ἑξῆς περιστατικό: «Περισσότερο ἀπό ὅλες τίς ἅγιες μορφές ἀπεχθανόταν ὁ τύραννος [Κοπρώνυμος] τήν μορφή τῆς Θεομήτορος, τῆς Δέσποινάς μας καί Κοσμοσώστιδος, διότι δι᾽ αὐτῆς οἱ πιστοί ἀνέπεμπαν τίς ἱκεσίες τους καί τελοῦσαν τίς ὁλονύκτιες στάσεις τους. Καί δι᾽ αὐτῆς παρακινοῦσαν μέ δάκρυα σέ πρεσβεία τοῦ Υἱοῦ Της καί Θεοῦ. Ἐπιπλέον δέ βλασφημοῦσε καί τήν ἀρνεῖτο ἐξολοκλήρου, ἐπειδή τάχα δέν μποροῦσε μετά τόν τόκο νά μεσιτεύη, προσπαθοῦσε δέ νά ἀποδείξη τό λόγο, ὁ ἄλογος. Ἔτσι κάποια μέρα, ἐνῶ βρίσκονταν κοντά του πολλοί ἀπό τούς ὁμόφρονές του, γέμισε ἕνα μαντήλι μέ χρυσό καί ἐπιδεικνύοντάς το αἰωρούμενο ρώτησε: “Πόσο, φίλοι μου, ἀξίζει αὐτό;” Ἐκεῖνοι δέ ἀπάντησαν ὅτι ἔχει μέγιστη ἀξία. Τότε ἐκεῖνος ρίχνοντας τόν περιεχόμενο χρυσό καί κινώντας τό μαντήλι κενό στό ἀέρα, ρώτησε πάλι· “Καί τώρα ποιά ἀξία ἔχει;” Ἐπειδή δέ κανείς δέν τόλμησε νά ἀπαντήση, ὤ τῆς βραδύτητος τῆς θείας Δίκης!, ξεστόμισε λόγο παράνομο ὁ ἀκάθαρτος, ὅτι ἔτσι καί ἡ Μαρία, ὅταν εἶχε τό Χριστό στή κοιλιά της εἶχε ἀξία, μετά δέ τήν γέννησι καμμία ἀξία δέν εἶχε, ἀλλά ἦταν σάν μία ἀπό τίς συνηθισμένες γυναῖκες, καί ὅτι ἑπομένως οἱ φρόνιμοι, εἶπε, πρέπει νά σκέπτωνται, ὅπως ἐγώ». Ἀπάντησι, βέβαια, σ᾽ αὐτό εἶναι ἡ πίστι τῆς Ἐκκλησίας μας: Τό μαντήλι καί ὁ χρυσός δέν ἔχουν καμμιά συνάφεια μεταξύ τους, ἐνῶ, στή σάρκωσι τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος ἔδωσε σ᾽ Αὐτόν σάρκα καί αἷμα τά ὁποῖα θά φέρη στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

• Κι ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἀντ. Ἀλεβιζόπουλος: «Ὅ,τι συμβαίνει στό σῶμα Του, συμβαίνει σέ Αὐτόν τόν Ἴδιο, γιατί εἶναι πραγματικά δικό Του σῶμα (πρβλ. Πρξ 20, 28). Ἔτσι λέμε πώς ἡ παρθένος Μαρία ἔγινε πραγματικά “μήτηρ τοῦ Κυρίου”, δηλαδή ἀληθινή Θεοτόκος (Λκ 1, 43)».

***

Γράφει καί ὁ π. Ἀθανάσιος Σιμωνοπετρίτης: «Θυμᾶμαι χαρακτηριστικά μία περίπτωσι ἑνός ἑλληνομαθοῦς πάστορος Γερμανοῦ ὁ ὁποῖος εἶχε σπουδάσει στή Θεσσαλονίκη. Ὁ ἄνθρωπος πάρα πολύ σκανδαλιζόταν γιατί τιμοῦμε τήν Παναγία μας. Ἀφοῦ τόν κέρασε ὁ π. Παΐσιος, τόν ρώτησε:

—Τί δουλειά κάνεις;

—Θεολόγος εἶμαι.

Ὁ διορατικός Γέροντας τόν κοίταξε ἐρευνητικά καί τόν ρώτησε:

—Ἁπλῶς “θεολόγος” εἶσαι ἤ μήπως εἶσαι καί κάτι ἄλλο;

—Ὄχι, εἶμαι καί πάστωρ.

—Ἄ, καλά· Πῶς σοῦ φάνηκε τό Ἅγιον Ὄρος; Σοῦ ἄρεσε;

—Ὅλα μοῦ ἄρεσαν, ἀλλά ἐδῶ πολύ τιμᾶτε τήν Παναγία!

—Γιατί σοῦ κακοφαίνεται αὐτό;

—Αἴ, νά, περισσότερο πρέπει νά τιμᾶτε τό Χριστό.

—Μά, τιμώντας τήν Παναγία, τό Χριστό τιμᾶμε!

— Αἴ, ὄχι πάτερ, δέν εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα, ἐπέμενε ἐκεῖνος.

Ὁπότε ὁ Γέρων Παΐσιος χρησιμοποιώντας ἕναν ὡραῖο ποιμαντικό τρόπο, τοῦ λέει:

—Ἐσένα ἡ μάνα σου, σόι γυναῖκα δέν εἶναι!

—Ποῦ τήν ξέρεις τή μάνα μου καί τή βρίζεις;

— Αἴ, ὅπως ἐγώ δέν ξέρω τή μάνα σου καί τή βρίζω καί σοῦ κακοφαίνεται, ἔτσι κι ἐμένα μοῦ κακοφαίνεται γιατί δέν ξέρεις τή Μάνα μου τήν Παναγία καί λές τέτοια πράγματα! Ἄντε, τό λοιπόν, νά σοῦ πῶ τί εἶναι ἡ Παναγία…

Ἄρχισε νά τοῦ λέη γιά τήν Παναγία, ἔτσι μ᾽ ἕνα πολύ ὡραῖο τρόπο, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος τά ἔχασε! Μάλιστα, συγκεκριμένα τοῦ εἶπε ἕνα παράδειγμα μ᾽ ἕνα σωλῆνα. Τόν ρώτησε:

— Ἀπό ἕνα σωλῆνα ὅταν περάση τό νερό, ἔχει ὁ σωλήνας αὐτός καμμιά ἀξία;

—Ὄχι, δέν ἔχει καμμιά ἀξία. Ἁπλῶς βοήθησε, πέρασε τό νερό καί ἀπό ᾽κεῖ καί πέρα ὁ ρόλος του τελείωσε· ἀπάντησε ὁ πάστωρ.

Ὁ π. Παΐσιος συνέχισε:

—Ναί, ἡ Παναγία ὅμως δέν εἶναι ἕνας σωλήνας πού ἁπλῶς πέρασε ἀπό μέσα τό Νερό. Εἶναι ἕνας σπόγγος οὐράνιος πού κρατάει συνέχεια τόν Χριστό, γι᾽ αὐτό λέγεται Θεοτόκος, γι᾽ αὐτό κι ἐμεῖς τήν τιμοῦμε!

Μέ αὐτό τό ἁπλό παραδειγματάκι, ὁ ἄνθρωπος δέν ξέρω ἄν πείσθηκε ἀπολύτως, πάντως ξέρω ὅτι εἰρήνευσε καθώς ἔφυγε ἀπό τό Γέροντα».

***

Ὁ ἐξαίρετος Θεολόγος Ν. Σωτηρόπουλος κρίνει μερικές αἱρετικές θέσεις: «Ἡ μεγαλειώδης γυναῖκα [τοῦ 12ου κεφ. τῆς Ἀποκαλύψεως] δέν εἶναι ἡ ἀθλία ὀργάνωσι τῶν ψευδομαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ. Εἶναι ἡ ὑπέρλαμπρη μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ (στίχ. 5. Πρός τή φρασεολογία τοῦ Ἀπκ 12, 1-2, πρβλ. τήν στόν Ἡσ. 7, 14 προφητεία περί Ἐμμανουήλ — σημεῖον, ἐν γαστρί ἔχειν, τίκτειν). Ἔπειτα δέ ἡ θαυμαστή γυναῖκα εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ πνευματική μητέρα ὅλων μας (στίχ. 17· πρβλ. καί 21, 2, 10· Γαλ. 4, 26· Ἑβρ. 12, 22). Ἡ Θεοτόκος εἶναι τύπος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ρόλος καί οἱ τύχες τῆς Θεοτόκου εἶναι ἀνάλογα πρός τό ρόλο καί τίς τύχες τῆς Ἐκκλησίας. Γεννᾶ ἡ Θεοτόκος τό Χριστό; Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία ὠδίνει, μέχρις ὅτου γεννηθῆ ὁ Χριστός στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς (πρβλ. Γαλ. 4, 19). Στή δέ Παλαιά Διαθήκη ἡ ἔλευσι τῆς μεσσιακῆς ἐποχῆς παρίσταται σάν τοκετός τῆς Συναγωγῆς, ἐμφανιζομένης σάν γυναίκας (Ἡσ. 66, 7-8). Ἔφυγε, ἐπίσης, ἡ Θεοτόκος στήν Αἴγυπτο λόγῳ τοῦ διωγμοῦ τοῦ Ἡρώδη καί ρομφαία διῆλθε τήν ψυχή αὐτῆς λόγῳ τῆς σταυρώσεως τοῦ υἱοῦ της; Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία ἐξ ἀρχῆς διώκεται καί ὀδυνᾶται καί φεύγει πνευματικῶς, ἀλλά καί κυριολεκτικῶς στήν ἔρημο.

Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλειώδης καί θαυμαστή γυναῖκα, τήν ὁποία εἶδε σέ ὅραμα ὁ Ἰωάννης. Ἄν δέ καί ἀρχικῶς εἶδε αὐτή στόν οὐρανό, τοῦτο συνέβη, διότι πᾶν τό ἐπί τῆς γῆς προϋπῆρχε στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί ἦταν προαποφασισμένο στόν οὐρανό, ἰδέα, τήν ὁποία πολλές φορές ἡ Γραφή τονίζει. Ἔτσι π.χ. στό Ἐφ 1, 4 λέγεται, ὅτι ὁ Θεός “ἐξελέξατο ἡμᾶς πρό καταβολῆς κόσμου”, ἐνῶ τότε ἐμεῖς δέν ὑπήρχαμε στήν πραγματικότητα· στό δέ Ἀπκ 13, 8 τό Ἀρνίο παρίσταται “ἐσφαγμένο ἀπό καταβολῆς κόσμου”, ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἐσφάγη στίς ἔσχατες ἡμέρες ἐπί Ποντίου Πιλάτου. Τά ἐπί τῆς γῆς ὑπάρχοντα καί συμβαίνοντα οἱονεί ἔχουν καί τά ἀρχέτυπά τους στόν οὐρανό.

Ὅτι δέ πράγματι ἡ ὑπέρλαμπρη γυναῖκα τοῦ ὁράματος τοῦ Ἰωάννου παριστᾶ τή Θεοτόκο, συγχρόνως δέ καί τήν Ἐκκλησία, αὐτό φαίνεται καί ἀπό τή φύσι καί τήν ἀποστολή τοῦ τέκνου, τό Ὁποῖο γέννησε».

• Ἀκόμα: «Στό Ἀπκ 12, 5 διαβάζουμε: “Καί ἔτεκεν υἱόν ἄρρενα, ὅς μέλλει ποιμαίνειν πάντα τά ἔθνη ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ· καί ἡρπάσθη τό τέκνον αὐτῆς πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ”. Τό τέκνο κατά τούς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ βασιλεία πού δόθηκε στό Χριστό τό 1914. Ἠλίθια ἑρμηνεία γιά πολλούς λόγους. Ἰδού μερικοί. Ἡ διά πλεονασμοῦ ἔμφασι στή φράσι “υἱόν ἄρρενα” συνηγορεῖ ὑπέρ προσώπου, δηλαδή, πραγματικοῦ υἱοῦ, καί ὄχι ὑπέρ ἰδιότητος ἤ καταστάσεως, δηλαδή βασιλείας. Ἡ ἔννοια τῆς βασιλείας περιέχεται στό “ποιμαίνειν” καί στό “ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ”. Τό “μέλλει”, ἐπίσης, δείχνει ὅτι πρόκειται περί γεννήσεως πραγματικοῦ νηπίου, τό ὁποῖο ἔμελλε νά ἀσκήση τήν βασιλική ἐξουσία ὅταν θά ἀνδρωνόταν. Ἄν ὁ γεννηθείς υἱός ἦταν ἡ βασιλεία καί ὄχι ὁ βασιλεύς, τότε ἔπρεπε νά ἀποδώσουμε: “Καί ἐγέννησε βασιλείαν, ἡ ὁποία μέλλει νά βασιλεύσῃ…”. Ἀλλά δέν βασιλεύει ἡ βασιλεία· βασιλεύει ὁ βασιλέας. Καί δέν ἐνεργεῖται μία βασιλεία στό μέλλον, ἀλλά ἀπό τήν στιγμή κατά τήν ὁποία γεννιέται. Ἄν ὁ γεννηθείς υἱός ἦταν ἡ βασιλεία καί ὄχι ὁ βασιλεύς, τότε ἔπρεπε, ἐπίσης νά ἀποδώσουμε: “Καί ἠρπάσθη ἡ βασιλεία πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ”. Ἀλλά τέτοια ἀπόδοσι ποιό νόημα θά εἶχε; Ἄν ὁ γεννηθείς υἱός ἦταν ἡ βασιλεία καί ὄχι ὁ βασιλεύς, τότε πάλι πῶς κατόπιν τοῦ πολέμου στόν οὐρανό καί τῆς νίκης τῶν ἀγαθῶν δυνάμεων κατά τῶν κακῶν λέγεται στό στίχ. 10, ὅτι “ἄρτι ἐγένετο ἡ σωτηρία καί ἡ δύναμις καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καί ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ”; Δύο βασιλεῖες ἔγιναν, δηλαδή, μία κατά τήν γέννησι τοῦ τέκνου καί μία κατά τήν νίκη στόν οὐρανό; Ἄν τέλος ὁ υἱός τῆς γυναίκας ἦταν ἡ βασιλεία καί ὄχι ὁ βασιλεύς, τότε “οἱ λοιποί τοῦ σπέρματος αὐτῆς, οἱ τηροῦντες τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ καί ἔχοντες τήν μαρτυρίαν Ἰησοῦ”, κατά τόν στίχ. 17, τί εἶναι; Ἄλλες βασιλεῖες εἶναι αὐτοί; Πολυάριθμες βασιλεῖες τοῦ Θεοῦ ὑπάρχουν;

Καθένας πού δέν κατέχεται ὑπό “πνεύματος (δαιμονίου) πλάνης” καί δέν εἶναι ψυχικά διεστραμμένος, ἀσφαλῶς δέν χρειάζεται πολύ νοῦ γιά νά καταλάβη ὅτι ὁ υἱός τῆς γυναίκας, πού ἔμελλε νά ποιμάνη ὅλα τά ἔθνη μέ ράβδο σιδηρά, εἶναι ὁ Μεσσίας Χριστός. Ἡ πρότασι, “ὅς μέλλει ποιμαίνειν πάντα τά ἔθνη ἐν ράβδῳ σιδηρᾷ”, ἔχει ληφθῇ ἀπό τόν 2ο Ψαλμό, ὁ ὁποῖος εἶναι σαφῶς μεσσιακός. Ἀναφέρεται στό Χριστό, καί, μάλιστα, ὡς βασιλέα. Ἐπίσης, δέν ἀπαιτεῖται πολύς νοῦς γιά νά καταλάβη κάποιος, ὅτι ἡ πρότασι, “καί ἡρπάσθη τό τέκνον αὐτῆς πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ”, ἀναφέρεται στήν ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ.

Ὥστέ τό ἄρρεν δέν εἶναι ἡ βασιλεία τῶν Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἡ ὁποία δόθηκε στό Χριστό τό 1914, ἀλλά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ βασιλέας Χριστός πού γεννήθηκε ἐπί Ἡρώδου τοῦ μεγάλου».

• Ἐπίσης: «Ὁ Χριστός εἶναι υἱός ἀνθρώπου [μόνο σ᾽ Αὐτόν κυριολεκτεῖται ὁ ὅρος], ἑνός ἀνθρώπου, ἑνός γονέως, τῆς Παρθένου Μαρίας».

• Ἐπιπλέον: «“Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ”(Λκ 1, 35). Πνεῦμα Ἅγιο δηλαδή, θά ἔλθη ἐπάνω σου καί δύναμις τοῦ Ὑψίστου θά σέ ἐπισκιάση. Γι᾽ αὐτό καί τό ἅγιο βρέφος, πού θά γεννηθῆ, θά ὀνομασθῆ υἱός Θεοῦ, θά εἶναι υἱός Θεοῦ. Συμφώνως πρός αὐτά τά λόγια ὁ Θεός μέ τή δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Του σχημάτισε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά καθαρά αἵματα τῆς Παρθένου. Καί ἔτσι ὁ Χριστός εἶναι ἅγιο τέκνο, ὅπως ἅγιο εἶναι καί τό Πνεῦμα καί ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπίσης εἶναι καί ὡς ἄνθρωπος υἱός Θεοῦ, ὄχι υἱός ἀνδρός.

Κάθε υἱός εἶναι υἱός γυναικός καί ἀνδρός, ὁ Χριστός εἶναι υἱός Παρθένου καί Θεοῦ. Κάθε τέκνο εἶναι ἀκάθαρτο λόγῳ τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας, τό τέκνο Ἰησοῦς εἶναι ἅγιο».

***

Ἰδού καί μία σύνοψι τῆς σωτηρίας μέ αὐτουργό τόν Ἴδιο τό Θεό πού σαρκώθηκε κι ἔτσι ἡ μητέρα Του εἶναι Θεοτόκος: «Μέσα στόν ἀπερίγραπτης ὡραιότητος κῆπο ζοῦσαν δύο μόνο ἄνθρωποι. Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα. Εἶχαν ὅλα τά ἀγαθά. Ἕνα ἀπ᾽ αὐτά ἦταν καί τό φῶς. Ὄχι τόσο τό φυσικό, ὅσο τό πνευματικό φῶς, πού πήγαζε ἀπ᾽ τό Δημιουργό τους κι ἔλουζε κυριολεκτικῶς τήν ὕπαρξί τους. Ξαφνικά, ὅμως, αὐτό τό φῶς ἔσβησε. Τί εἶχε συμβῆ; Τό μεγαλύτερο τρομοκρατικό κτύπημα, πού δέχθηκε ποτέ τό ἀνθρώπινο γένος. Δράστης ὁ μεγαλύτερος τρομοκράτης ὅλων τῶν αἰώνων, ὁ Διάβολος. Θύματα, οἱ πρωτόπλαστοι, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἀπόγονοί τους. Μέ τήν παρακοή στή θεία ἐντολή “ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος”(Ρμ 5, 12). Τό καλώδιο, μέσῳ τοῦ ὁποίου διοχετευόταν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στά πλάσματά Του, καταστράφηκε. Οἱ προβολεῖς τοῦ οὐρανοῦ ἔσβησαν. Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου σκοτίσθηκε. Ἡ ἀνθρωπότητα βυθίσθηκε στό σκοτάδι, πού ὁλοένα καί μεγάλωνε λόγῳ ὑπερφορτώσεως τοῦ “δικτύου” της μέ περισσότερες ἁμαρτίες. Ὁ ἄνθρωπος νοσταλγοῦσε τό φωτισμένο Παράδεισο, τόν ὁποῖο εἶχε χάσει. “Ἔχρῃζε τῆς τοῦ φωτός παρουσίας ὁ καθειργμένος τῷ σκότει”, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης (“χρειαζόταν τήν παρουσία τοῦ φωτός ὁ φυλακισμένος στό σκοτάδι”). Ἕνα σκοτεινό κελλί φυλακῆς ἦταν γι᾽ αὐτόν ἡ γῆ. Καί ἀνέμενε κάποια ἀμυδρή ἀκτῖνα φωτός νά εἰσέλθη ἀπ᾽ τό παράθυρο. Ἀνέμενε μέ ἀγωνία Ἐκεῖνον, πού θ᾽ ἀποκαθιστοῦσε τή βλάβη καί θά ἐπανέφερε τό φῶς στή σκληρή καί ἄχαρη ζωή του. Κάπου-κάπου ἀκουόταν κάποιο ἔκτακτο δελτίο εἰδήσεων, πού τόν πληροφοροῦσε ὅτι ὁ “Ἠλεκτρολόγος” ἔρχεται. Ἦταν ἡ φωνή τῶν Προφητῶν. Καί ἡ προσδοκία γινόταν πιό ἔντονη. Καί ὁ χρόνος κυλοῦσε. Οἱ αἰῶνες περνοῦσαν.

Καί ἦλθε ἡ πολυπόθητη στιγμή. Βρέθηκε ἡ μοναδική Γεννήτρια. Ἦταν ἡ ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἡ Παρθένος Μαρία. Μόνη, ὅμως, δέν μποροῦσε νά λειτουργήση. “Ἄνδρα οὐ γινώσκω” (“δέν συνευρίσκομαι μέ ἄνδρα”), εἶπε στόν Ἀρχάγγελο. Καί αὐτός τῆς εἶπε: “Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ (θά ἔλθη πάνω σου) καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι”(Λκ 1, 34-35). Καί τό θαῦμα τῶν θαυμάτων γίνεται. Ἔρχεται στόν κόσμο ἕνας ὄχι ἁπλῶς οὐράνιος Ἠλεκτρολόγος, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ πηγή τοῦ φωτός, ὁ Χριστός. Αὐτός πού εἶπε, “Γενηθήτω φῶς· καί ἐγένετο φῶς”! Ἡ Παρθένος γεννᾶ τό νοητό Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, βρέφος στήν ἀγκάλη τῆς Παναγίας Μητέρας του, βλέπει, μέ τό ξημέρωμα, τό φῶς τοῦ φυσικοῦ ἡλίου, τόν ὁποῖο Αὐτός δημιούργησε, νά φωτίζη τήν ταπεινή φάτνη ἀλόγων ζώων, πού ἔχει τήν τιμή νά Τόν φιλοξενῆ! Μέ τή Γέννησι τοῦ Λυτρωτοῦ “ὁ λαός ὁ καθήμενος (ὁ καθηλωμένος) ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾴ θανάτου (στή χώρα μέ τό βαθύ σκοτάδι τοῦ θανάτου) φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς”(Μθ 4, 16). Οἱ περισσότεροι, ὅμως, ἄνθρωποι, συνηθισμένοι στό σκοτάδι, περιφρόνησαν τό φῶς. Δέν ἐκτίμησαν τήν ἀξία του. Τά παραθυρόφυλλα τῆς ψυχῆς τους παραμένουν ἑρμητικῶς κλειστά.

Τό βρέφος μεγάλωσε. Ἔγινε ἄνδρας τέλειος. Καί ἄρχισε νά κηρύττη. Ἐκτυφλωτική ἡ λάμψι Του! Ἀπαστράπτουσα ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου Του! Κάποια ὥρα ἀνέβασε τρεῖς μαθητές Του “εἰς ὄρος ὑψηλόν κατ᾽ ἰδίαν (ἰδιαιτέρως). Καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καί ἔλαμψε τό πρόσωπον Αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια Αὐτοῦ ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς”(Μθ 17, 1-2)! Τό σκοτάδι ἄρχισε νά ὑποχωρῆ. Ὁλοένα καί περισσότεροι ἄνθρωποι φωτίζονταν ἀπ᾽ τή θεϊκή διδασκαλία Του. Ὥσπου ἔφθασε ἡ στιγμή τῆς ὕψιστης διακηρύξεώς Του: “Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήση ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς (δέν θά περπατήση στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό ζωντανό φῶς)”(Ἰω 8, 12). Πόσοι ἔσπευσαν νά Τόν ἀκολουθήσουν; Λίγοι. Πολύ λίγοι. Καί οἱ πολλοί; Αὐτοί ἔμειναν μακρυά ἀπό τό φῶς. Πόσο ἀδίκησαν τούς ἑαυτούς τους! Προτίμησαν ν᾽ αὐτοκτονήσουν πνευματικῶς. Ὁποία παραφροσύνη! “Τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς”! Γιατί; “Ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ (Καθένας δέ πού πράττει φαῦλα πράγματα, μισεῖ τό φῶς καί δέν ἔρχεται πρός αὐτό, γιά νά μή φανερωθοῦν τά ἔργα του)”(Ἰω 3, 19-20).

Βλέποντας “ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου”, ὅτι πλησιάζει τό τέλος τῆς κοσμοκρατορίας του, θέτει σέ ἐφαρμογή τό ἔσχατο σχέδιό του. Καί “ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον (αὐτός πού ντύνεται ὡς ἔνδυμα τό φῶς)” καρφώνεται γυμνός ἐπάνω στό Σταυρό! Ὁ ἥλιος ἔκρυψε τίς ἀκτῖνες του “μή φέρων θεάσασθαι Θεόν ὑβριζόμενον (μή μπορώντας νά βλέπη τό Θεό νά ἐξευτελίζεται)”. Καί ἀπό “ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπί πᾶσαν τήν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης”(Μθ 27, 45). Ὁ ἄρχων τοῦ σκότους χαίρεται. Τή χαρά του, ὅμως, διαδέχεται… πανωλεθρία. Διότι τό πανάχραντο σῶμα τοῦ φωτοδότου Χριστοῦ “ὡς φωτός λυχνία… ὑπό γῆν ὡς μόδιον κρύπτεται, καί διώκει τόν ἐν Ἅδῃ σκοτασμόν (σάν φωτεινό λυχνάρι… κάτω ἀπό τή γῆ κρύβεται σάν κάτω ἀπό κουβᾶ καί διώχνει τό σκοτάδι τοῦ Ἅδη)”, ἀνασταίνεται δέ ἔνδοξο, ἀφήνοντας στήν ἀνθρωπότητα μιά ἀστείρευτη πηγή θείας ἐνεργείας καί ἀφθόνου φωτισμοῦ, τόν πανάγιο καί ζωοδόχο Τάφο Του, ἀπ᾽ τόν ὁποῖο ἐξέρχεται θαυματουργικῶς τό Ἅγιο καί Ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Του. “Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια (Τώρα ὅλα ἔχουν γεμίσει ἀπό φῶς καί ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ καί τά καταχθόνια)”!».

***

Ἰδού, τώρα, ἕνα ὡραῖο ἀπόσπασμα ἀπό τό Ἑορτολόγιον 2006 τῶν ἐκδ. Σταυρός: «“Ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν Αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον”(Γαλ 4, 4).

Μεταφράζουμε τό χωρίο: “Ὅταν συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, ὁ Θεός ἀπέστειλε τόν Υἱό Του, καί ἦλθε ἀπό γυναῖκα (σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος), καί ἦλθε κάτω ἀπ᾽ τό νόμο (ὑποτάχθηκε στό νόμο)”.

Συμφώνως πρός τό χωρίο τοῦτο, τό μόνο ὅπου ὁ ἀπ. Παῦλος ἀναφέρεται στή μητέρα τοῦ Χριστοῦ μέ τή φράσι “γενόμενον ἐκ γυναικός”, ὁ Χριστός, τόν Ὁποῖο ὁ Θεός ἀπέστειλε στόν κόσμο καί ἦλθε περνώντας ἀπ᾽ τή γυναῖκα, λαμβάνοντας δηλ. σάρκα καί γινόμενος ἄνθρωπος, εἶναι “ὁ Υἱός” τοῦ Θεοῦ· “ὁ Υἱός”, ἐνάρθρως· ὁ ἕνας καί μοναδικός Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὅπως λέγεται ἀλλοῦ, ὁ Χριστός εἶναι “ὁ μονογενής” Υἱός τοῦ Θεοῦ (Ἰω 1, 14, 18· 3, 16, 18· Α´ Ἰω 4, 9). Ὁ Χριστός εἶναι “ὁ ἴδιος” τοῦ Θεοῦ Υἱός (Ρμ 8, 32)· Υἱός τοῦ Θεοῦ μέ ἰδιάζουσα ἔννοια· ὁ δικός Του Υἱός. Ὁ Χριστός εἶναι “ὁ Υἱός τοῦ Πατρός”(Β´ Ἰω 3)· ἡ σχέσι τοῦ Χριστοῦ πρός τό Θεό εἶναι σχέσι εἰδική, σχέσι Υἱοῦ πρός Πατέρα. Ὁ Χριστός εἶναι “ὁ Υἱός” χωρίς προσδιορισμό, ἀπολύτως (Ἰω 3, 35-36· 8, 36· Μθ 11, 27· 28, 19). Ὅλα αὐτά σημαίνουν ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι κτιστός υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅπως κάθε ἄνθρωπος καί κάθε ἄγγελος, ἀλλά φυσικός Υἱός τοῦ Θεοῦ· δέν εἶναι κτίσμα, ἀλλά γέννημα, τῆς αὐτῆς φύσεως μέ τό γεννήτορα.

Ὅταν ὁ Πέτρος ὁμολόγησε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι “ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος”, ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: “Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα (=ἄνθρωπος) οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾽ ὁ Πατήρ Μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς”(Μθ 16, 16-17). Ἄν ὁ Ἰησοῦς ἦταν κτιστός υἱός, ὅπως ὁ ἄνθρωπος καί ὁ ἄγγελος, δέν θά παρουσίαζε τήν υἱότητά Του ὡς ἀλήθειαν ἐξ ἀποκαλύψεως. Ὅπως οἱ ἄνθρωποι ἔχουν υἱούς, ἔτσι καί ὁ Θεός ἔχει Υἱό, ἀλήθεια καταπληκτική, ὑψίστη, πού δέν γνώριζε ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ “ἀπεκάλυψεν” ὁ Πατήρ. Ὁ Χριστός εἶναι “Υἱός Θεοῦ” στήν κυριολεξία, ὅπως εἶναι καί “υἱός ἀνθρώπου” στήν κυριολεξία. Ὅπως δηλ. τό “υἱός ἀνθρώπου” σημαίνει, ὅτι ὁ Χριστός ἔχει πραγματική ἀνθρωπίνη φύσι, ἔτσι καί τό “Υἱός Θεοῦ” σημαίνει, ὅτι ἔχει πραγματική θεία φύσι, εἶναι ἀληθινός Θεός, ὅπως ὁ Πατήρ του (Α´ Ἰω 5, 20), μία οὐσία ἤ θεότης μαζί μέ τόν Πατέρα (Ἰω 10, 30). Ἀλλά, ἀφοῦ ὁ Χριστός ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεός, ὅπως ὁ Πατήρ Του, ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι Θεοτόκος».

***

Ἐπισημαίνει καί ὁ Ἠλίας Μηνιάτης: «Ὁ Ἀπελλῆς, ἐκεῖνος ὁ περίφημος ζωγράφος, πού, ὅσες εἰκόνες ἔκανε, ἄφησε πίσω του τόσα θαύματα· ἀνάμεσα στά ἄλλα, μέ τόση ὀμορφιά καί ἐπιμέλεια ζωγράφισε ἕνα στάχυ καί ἐπάνω σέ αὐτό ἕνα περιστέρι, πού ἡ ἰδία φύσι κοκκίνησε νικημένη ἀπό τήν τέχνη. Ὅμως, περισσότερη κατηγορία παρά τιμή προξένησε τοῦ Ἀπελλῆ τούτη ἡ θαυμαστή ζωγραφιά· ἐπειδή, ὅσοι τήν ἔβλεπαν, ἄν καί θαύμαζαν τήν ὀμορφιά τῶν χρωμάτων, τή συμμετρία τῶν γραμμῶν, πλήν τό εἶδος μόνο κατηγοροῦσαν λέγοντες· δέν εἶναι δυνατόν ἕνα μικρό στάχυ ὀρθό νά βαστάη ἕνα περιστέρι, δίχως νά κλίνη ἀπό τό βάρος· “οὐχ οἷόν τε ἄσταχυν ἀκλινῆ βαστάζειν περιστεράν”. Στάχυ φθαρτό, χορτάρι τῆς γῆς εἶναι ὁ ἄνθρωπος “ἄνθρωπος ὡσεί χόρτος”· περιστερά εἶναι τό πανάγιο Πνεῦμα· “καί εἶδε τό Πνεῦμα ὡσεί περιστεράν καταβαῖνον ἐπ᾽ αὐτόν”· ὅταν ὁ ἄνθρωπος στέκη ὀρθός καί σοβαρός μέ τήν ὑπερηφάνεια, δέν μπορεῖ ποτέ νά στέκη σέ αὐτόν ἡ Χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἐπειδή “ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος”. Γι᾽ αὐτό λοιπόν ἡ παναμώμητος Κόρη, ἀκούοντας ἀπό τόν ἄγγελο…: “Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ”, πρεπόντως, μέ πᾶσα ταπείνωσι, ἀποκρίθηκε· “ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμά σου”· καί μέ ταῦτα τά γλυκά λόγια, σάν μέ χρυσή ἁλυσίδα, ἔσυρε ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ… καί Τόν μετέφερε ἀπό τόν κόλπο τοῦ Πατρός στά παρθενικά της καί ἀμόλυντα σπλάγχνα». Κατέστη δηλ. Θεοτόκος.

• Διαβάζουμε: «—Σεῖς οἱ ἱερεῖς εἶσθε τρελλοί πού διδάσκετε τό λαό, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός εἶναι τό πρῶτο ὄν καί δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχη μητέρα, ἔλεγε ἕνας μηχανικός σ᾽ ἕναν ἱερέα.

—Ἔχεις δίκιο, ἀπάντησε ὁ ἱερέας. Ὁ Θεός, ὡς Θεός, δέν μπορεῖ νά ἔχη μητέρα. Ἀλλά ὁ Θεός, ὡς ἄνθρωπος, μπορεῖ, μάλιστα πρέπει νά ἔχη μητέρα.

—Τώρα ἀρχίζω νά καταλαβαίνω.

—Μποροῦμε νά ποῦμε γιά μιά γυναῖκα πώς εἶναι μητέρα τοῦ Πάπα, τοῦ Βασιλιᾶ, τοῦ Ἐπισκόπου ἤ τοῦ Ἱερέως;

—Βεβαίως.

—Καί ὅμως, γνωρίζουμε ὅτι ἡ μητέρα αὐτή δέν ἔδωσε τήν ἐξουσία τοῦ Πάπα, τοῦ Βασιλιᾶ, τοῦ Ἐπισκόπου ἤ τοῦ Ἱερέως. Ἡ Παναγία δέν ἔδωσε τήν ἀνθρώπινη φύσι σ᾽ ἕνα ἄνθρωπο πού ἔγινε Θεός, ἀλλά ἔδωσε τήν ἀνθρώπινη φύσι σ᾽ ἕναν ἄνθρωπο πού ἦταν πάντα Θεός, πολύ πρίν τήν Ἐνσάρκωσι.

Βεβαίως, ἡ πρότασι εἶναι τολμηρή, ἀλλά σωστή. Ἡ ἐν Ἐφέσῳ Σύνοδος τό 431 τή θέσπισε».

***

Ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος διευκρινίζει: «—Πῶς ἡ Θεοτόκος εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων;

—Καί ὁ Σαμουήλ ὁ προφήτης, λέει ἡ Ἁγία Γραφή, ἐκάθευδε ὅπου ἡ κιβωτός τοῦ Θεοῦ. Εἴτε ἦταν τότε ἡ κιβωτός στά Ἅγια τῶν Ἁγίων εἴτε ἦταν ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, τό γεγονός εἶναι μεμαρτυρημένο ἀπό τήν Ἁγία Γραφή: ὅτι ὁ “Σαμουήλ ἐκάθευδε… οὗ ἦν ἡ κιβωτός τοῦ Θεοῦ”(Α´ Βασ 3, 3). Κοιμόταν ὅπου ἦταν ἡ κιβωτός τοῦ Θεοῦ. Στόν ἴδιο τόπο, στόν ἴδιο χῶρο ὅπου ἦταν ἡ κιβωτός τοῦ Θεοῦ, κοιμόταν καί ὁ προφήτης Σαμουήλ.

Ἄν, λοιπόν, ἕνας προφήτης ἦταν ἄξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς, γιατί ὁ Θεός νά μήν οἰκονομήση μέ τρόπους, τούς ὁποίους μόνο Αὐτός ξέρει, ὥστε ἐκείνη πού ἔμελλε νά Τοῦ δανείση σάρκα καί αἷμα νά μένη κι αὐτή κοντά στήν κιβωτό; Ἄν ἔγινε αὐτό γιά τό Σαμουήλ, πολύ περισσότερο ἔγινε γιά τή Θεοτόκο».

***

Καί θά τελειώσουμε τό Κεφάλαιο μέ μερικά χωρία πού ὀνομάζουν τό Χριστό, Θεό ἤ Κύριο, ἀποδεικτικά, ταυτοχρόνως, τοῦ ὅτι ἡ Παναγία φέρει δικαίως καί ὀρθῶς τήν προσωνυμία Θεοτόκος:

• «Τοῦ δέ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. Μνηστευθείσης γάρ τῆς μητρός αὐτοῦ Μαρίας τῷ ᾿Ιωσήφ, πρίν ἤ συνελθεῖν αὐτούς εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ῾Αγίου [προσώπου τῆς θεότητος]»(Μθ 1, 18).

• «Καί πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;»(Λκ 1, 43).

• «Εὐλογητός Κύριος, ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο (: ἐπισκέφθηκε, ἦλθε [αὐτοπροσώπως]) καί ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ. Καί σύ, παιδίον [Ἰωάννη Βαπτιστά], προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γάρ πρό προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδούς αὐτοῦ»(Λκ 1, 68, 76)· πρβλ. τό λόγο τοῦ Θεοῦ: «Ἰδού ἐγώ ἐξαποστέλλω τόν ἄγγελόν Μου [τόν Πρόδρομο], καί ἐπιβλέψεται ὁδόν πρό προσώπου Μου, καί ἐξαίφνης ἥξει (: θά ἔλθη) εἰς τόν ναόν ἑαυτοῦ Κύριος [μιλάει ἄλλο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος], ὅν ὑμεῖς ζητεῖτε»(Μλχ 3, 1).

• «Ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ ὅς ἐστιν Χριστός Κύριος ἐν πόλει Δαυΐδ»(Λκ 2, 11).

• «Εὐαγγελιζόμενος εἰρήνην διά Ἰησοῦ Χριστοῦ· οὗτός ἐστι πάντων Κύριος»(Πρξ 10, 36).

• «Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τήν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο (: ἔσωσε [καί ἔκανε κτῆμα Του]) διά τοῦ ἰδίου αἵματος [ὁ Θεός ἔχει αἷμα μόνο στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ]»(Πρξ 20, 28).

• «Ὧν οἱ πατέρες, καί ἐξ ὧν ὁ Χριστός τό κατά σάρκα, ὁ ὤν ἐπί πάντων Θεός εὐλογητός εἰς τούς αἰῶνας»(Ρμ 9, 5).

• «Καί ὁμολογουμένως μέγα ἐστίν τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ»(Α´ Τιμ 3, 16).

• «Ἐν τούτῳ γινώσκετε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ ᾿Ιησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καί πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ τόν ᾿Ιησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καί τοῦτό ἐστι τό τοῦ ἀντιχρίστου ὅ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καί νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστίν ἤδη»(Α´ Ἰω 4, 2-3).

***

Πολλοί ἄνθρωποι τῆς Π. Διαθήκης ἔχουν σάν δεύτερο συνθετικό τοῦ ὀνόματός τους τό –ήλ (=Θεός). Στήν περίπτωσι τοῦ Χριστοῦ ἡ προσωνυμία Ἐμμανου-ήλ (=ὁ Θεός μαζύ μας) δέν ἀνήκει στήν κατηγορία αὐτή δεδομένου ὅτι γι᾽ Αὐτόν τονίζεται ὅτι εἶναι Θεός προτοῦ σαρκωθῆ:

«Ὁ Θεός ἀπό Θαιμάν ἥξει (: θά ἔλθη), καί ὁ Ἅγιος ἐξ ὄρους κατασκίου δασέος (: ἀπό σκιερό καί πυκνό βουνό —προεικόνισι τῆς Θεοτόκου)»(Ἀββ 3, 3).

«Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱός καί ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχή ἐγενήθη ἐπί τοῦ ὤμου αὐτοῦ (: ἡ ἐξουσία Του εἶναι στόν ὦμο Του —δέν τοῦ δόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων), καί καλεῖται τό ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος (: ἀγγελιαφόρος μεγάλης ἀποφάσεως —τῆς σωτηρίας), θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»(Ἡσ 9, 6).

«Διά τοῦτο δώσει Κύριος αὐτός ὑμῖν σημεῖον (: θαῦμα)· ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει (: θά κυοφορήση), καί τέξεται υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ [«ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός»(Μθ 1, 23)]»(Ἡσ 7, 14).

«Καί ἐπέστρεψέ με (: μέ ἔστρεψε) κατά τήν ὁδόν τῆς πύλης τῶν ἁγίων τῆς ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατά ἀνατολάς, καί αὕτη ἦν κεκλεισμένη. καί εἶπε Κύριος πρός με· ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καί οὐδείς μή διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεός [ἄλλο πρόσωπο τῆς Τριάδος] Ἰσραήλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καί ἔσται κεκλεισμένη —τονίζεται ἡ ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου» (Ἰεζ 44, 1-2).





ΠΗΓΗ:

Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

Η Θεοτόκος

εκδ. Άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Αθήνα 2012

TRUTH TARGE

http://www.truthtarget.gr