ΑΙΤΙΕΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΣ: ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ RICHARD DAWKINS


ΑΙΤΙΕΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ
 Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Ἰωάννου Κωστώφ, Φυσικού
Ἀθεϊσμός – Τίνος Eἶναι ἡ Aὐταπάτη
{Μέ ἀφορμή τό “Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη” τοῦ Richard Dawkins}
Μοῦ παίρνει τή θέσι —θεοποίησι τοῦ ἀνθρώπου
«Ἕνα ἀπό τά δυστυχῆ θύματα τοῦ [ὄχι ἁπλῶς ἀθέου, ἀλλά ἀντιχριστιανοῦ] Nietzsche, ὁ Ντῆτριχ Χάινριχ Κέρλερ, ἔλεγε: “Καί ἄν ἀκόμη ἀποδειχθῆ μαθηματικά, ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἐγώ δέν θά τόν ἤθελα νά ὑπάρχη, διότι θά ἔθετε ἐμπόδια στό μεγαλεῖο μου”. Καί ὁ Ἐμίλ Μπέρκμαν κήρυττε ὅτι “εἶναι δυνατόν νά ἀνατρέφη κανείς ὄχι μόνο ζῶα ἀλλά καί τόν ἄνθρωπο-θεό”(στό: Η. de Lubac, Τhe Drama of Αtheist Ηumanism, σ. 27)»(Νικολάου Βασιλειάδη, Χριστιανισμός καί Ἀνθρωπισμός, ἐκδ. Σωτήρ, Ἀθήνα 1978, 193).
Ὁ David Watson σημειώνει εὔστοχα: «Συχνά θέλουμε ἀπό τό Θεό νά μήν ἀνακατεύεται στή ζωή μας. Ἔχουμε τίς δικές μας ἰδέες, τά δικά μας σχέδια, τίς δικές μας προσδοκίες, τά δικά μας μέτρα συμπεριφορᾶς. Ὅμως, ὅταν ἔχουμε κάποιο πρόβλημα, τρέχουμε νά προσευχηθοῦμε στό Θεό. Αὐτό μοιάζει μέ τό νά καλοῦμε ἕνα ὑπηρέτη, ὅταν ὑπάρχη δύσκολη δουλειά, καί μετά νά τόν ξαναστέλνουμε ἔξω, ἀφοῦ τακτοποιηθῆ ἡ ἀκαταστασία»(Εἶναι Τάχα Κανένας Ἐκεῖ;, ἐκδ. Πέργαμος, Ἀθήνα 1989, 55)
Καί ὁ Tihamer Toth τονίζει: «Ἡ πίστι μᾶς ἐπιβάλλει ἀδιάκοπο ἀγῶνα· ἀγῶνα κατά τῶν ἐλλείψεών μας, ἀγῶνα πρός τελειοποίησί μας.
Γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς πολλοί ἄνθρωποι ἀρνοῦνται νά πιστεύσουν. Ἀρνοῦνται, διότι θά ἔπρεπε ν᾽ ἀλλάξουν πορεία ζωῆς. Ἐνῶ τούς εἶναι πολύ βολικό νά ζοῦν, ὅπως ζοῦν τώρα, χωρίς τά ἁμαρτήματά τους νά τούς στενοχωροῦν σέ ὁ,τιδήποτε. Μοιάζουν μέ τούς δύο ἐπαῖτες τοῦ ἁγίου Μαρτίνου, τῶν ὁποίων θά σοῦ διηγηθῶ τήν ἱστορία:
Κάποια μέρα, κατά τήν ὁποία γινόταν λιτανεία μέ τά λείψανα τοῦ ἁγ. Μαρτίνου, ὅλοι οἱ ἄρρωστοι πού βρέθηκαν στό δρόμο, ἀπό ὅπου πέρασε ἡ λιτανεία, θεραπεύθηκαν. Τό γεγονός διαδόθηκε μέ τήν ταχύτητα τῆς ἀστραπῆς, ἀλλά ὅταν ἔφθασε καί ὥς τά αὐτιά δύο ἐπαιτῶν παραλυτικῶν, ὁ ἕνας στράφηκε κατατρομαγμένος πρός τόν ἄλλο καί τοῦ εἶπε: “Ἄς μετατοπισθοῦμε ἀπό ἐδῶ ὅσο τό δυνατόν γρηγορότερα, σύντροφε, διότι ἄν κι ἐμεῖς θεραπευθοῦμε, πῶς θά ζήσουμε;”.
Βλέπεις; Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο πολλοί ἄνθρωποι δέν θέλουν τήν πίστι. Τί θά ἔκαναν ἄν τήν δέχονταν; Δέν θά ἦταν δυνατόν νά ζοῦν πιά τήν ἁμαρτωλή τους ζωή καί νά συνεχίσουν τήν ἠθική τους παραλυσία»(Φύλαξε τόν Θησαυρό σου!, ἐκδ. Ἀποστ. Διακονίας, Ἀθήνα 1955, 50)
Αἰτία, λοιπόν, τῆς ἀπιστίας στό Θεό εἶναι ἡ αὐτοθεοποίησι τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν ἐπιτευγμάτων του, κυρίως τῆς ἐπιστήμης. Πολλές φορές, μάλιστα, ἡ τυφλή ἐμπιστοσύνη στήν ἐπιστήμη, καταντᾶ σέ ὑποτίμησί της: «Φτωχή ἐπιστήμη! Ὁ 19ος αἰώνας εἶχε πιστέψει στήν παντοδυναμία της. Εἶχε καταντήσει ἡ ἐπιστήμη, πού κηρύττει τήν ἔρευνα ὡς ἀξίωμα, ν᾽ ἀποκλείση τήν ἔρευνα τοῦ ἑαυτοῦ της. Πίστευε καί μή ἐρεύνα τήν ἐπιστήμη!»(περ. Ἀκτῖνες, Ἰλ 1942, 98)

Ὑποκατάστατα
Ἄς δώσουμε, ὅμως γιά λίγο τή γραφίδα στόν ἔξοχο ἀπολογητή τῶν Χριστιανικῶν θέσεων Ἀλέξανδρο Τσιριντάνη: «Τί κέρδισε ὁ ἄνθρωπος διότι ἔχασε τήν πίστι του, ἄν βέβαια ὑποτεθῆ ὅτι τήν ἔχασε [ἐννοεῖ ὅτι ἔβαλε στή θέσι της ὑποκατάστατα]; Ἐρώτημα πού ὄχι μόνο ἄτοπο δέν εἶναι ἀλλά καί κατά ἀναπόφευκτο τρόπο τίθεται, διότι, ὅταν λέμε ὅτι ἔσβησε ἡ Πίστι, πρέπει νά ποῦμε τί ἄναψε στή θέσι της. Καί ἄς μήν ἐπικαλεσθῆ κανείς ὡς ἀπάντησι τήν καταπληκτική, τήν ἄξια κάθε σεβασμοῦ, τήν πρωτοφανῆ γιά τούς αἰῶνες καί τίς γενιές τεχνική πρόοδο τῶν ἡμερῶν μας. Ἄς μή γελιόμαστε! Δέν ἀντικαθιστᾶ τήν Πίστι ὁ πύραυλος. Καί ὄχι μόνο δέν τήν ἀντικαθιστᾶ, ἀλλά τήν ἀναζητεῖ. Διότι χωρίς τήν πίστι ὁ πύραυλος εἶναι χωρίς κυβερνήτη. Γίνεται ὄχι ὄργανο ζωῆς, ἀλλά ὄργανο καταστροφῆς.
Καί ἐκεῖ καταλήγει τό ἐρώτημά μας ἀναπόφευκτα. Ὁ πύραυλος καί ἡ ἀτομική ἐνέργεια θά εἶναι ὄργανα ζωῆς ἤ καταστροφῆς; Ἐνδιαφέρον ἐρώτημα θά ὁμολογήσετε. Ἐνδιαφέρον καί γιά ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος λέει ὅτι δέν ἔχει ἐνδιαφέρον γιά θέματα μεταφυσικά!
Ἀλλά ὁ ἁπλός, ἀδιάφθορος, κοινός νοῦς πού λειτουργεῖ ἰσορροπημένα θέτει καί ἕνα δεύτερο ἐρώτημα. Ἐρωτᾶται ἄν πέθανε ὁ Θεός. Αὐτό, ὅμως, εἶναι τό ζήτημα, ἤ μήπως, ἀντίθετα, πρέπει νά ρωτήσουμε μήπως στίς μέρες μας πέθανε ὁ ἄνθρωπος;
Ἐνοχλεῖ τό ἐρώτημα; Γιατί, παρακαλοῦμε; Γιατί ἐπιτρέπεται νά ρωτήσουμε ἄν πέθανε ὁ Θεός καί δέν πρέπει νά ρωτήσουμε μήπως στίς μέρες μας πέθανε ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον εἶναι φυσικά ἄνθρωπος; Μήπως ἑπομένως καί ἐκεῖ ὅπου ἡ πίστι στό Θεό πέθανε, ὁ θάνατος τῆς πίστεως εἶναι συνέπεια τοῦ πνευματικοῦ θανάτου τοῦ ἀνθρώπου;»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Μά 1967, 87)
Συνεχίζει ὁ καθηγητής Τσιριντάνης: «Λοιπόν, ἐγκαταλείψαμε αὐτό τό δρόμο [τοῦ Χριστιανισμοῦ]. Δοκιμάσαμε τόν ἄλλο δρόμο, τόν ἄλλο, τόν ἄλλο, τόν ἄλλο δρόμο, ὅμως, δρόμο δέν βρήκαμε καί δρόμο χρειαζόμαστε. Χρειάζεται, βλέπετε, ἕνας δρόμος. Καί ὁ ἄνθρωπος δοκιμάζει τόν ἕνα δρόμο, τόν ἄλλο, τόν ἄλλο δρόμο καί λέει: Γιά στάσου, ἐπί τέλους, ἐάν εἶναι νά κρίνω ἐπιεικῶς τούς ἄλλους δρόμους, δέν κρίνω ἐπιεικῶς καί τό Χριστιανισμό; Ἐάν κρίνω αὐστηρά τό Χριστιανισμό, δέν πρέπει νά κρίνω αὐστηρά καί τούς ἄλλους δρόμους; Λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά σκέπτεται: Ἐδῶ πού τά λέμε, γιατί τόν ἐγκατέλειψα τό Χριστιανισμό; Γιατί; Καί ἀρχίζει καί γίνεται μία ἐπανεξέτασι. Καί ἡ ἐπανεξέτασι ὁδηγεῖ σέ κάτι στοιχειῶδες, τό στοιχειωδέστατο: Ὅτι ἐγκλήματα θά δῆτε καί στό Χριστιανισμό καί ἔξω τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μέ μιά διαφορά: Ὅτι τά ἐγκλήματα στό Χριστιανισμό ἔγιναν καί γίνονται ἀπό τήν ἀσυνέπεια. Ἐνῶ ἔξω ἀπό τό Χριστιανισμό τά ἐγκλήματα εἶναι ἡ συνέπεια. Ἄν νομίζετε ὅτι ἡ διαφορά εἶναι μικρή, σᾶς λέω ὅτι εἶναι τό πᾶν! Στό Χριστιανισμό, γιά νά ἐγκληματήσης πρέπει νά πάψης νά εἶσαι χριστιανός. Σέ ἄλλα συστήματα, γιά νά ἐγκληματήσης πρέπει νά ἐφαρμόσης τό σύστημα αὐτό. Καί ἡ διαφορά εἶναι κολοσσιαία!»(Ἀλεξάνδρου Τσιριντάνη, Ἡ Πίστις ὡς Βίωμα, τόμ. β´, ἐκδ. Συζήτησις, Ἀθήνα 1981, 244).

Εὐθύνη τῶν πιστῶν
Ὁ Ν. Ζερνώφ τονίζει, ἐπίσης, τήν ἀλήθεια τῆς ἀσυνεπείας τῶν Χριστιανῶν, ἀλλά καί τό χαρακτῆρα τῶν ἀθέων: «Ἡ Ρωσική ἐπανάστασι εἶναι ὑπεύθυνη γιά ὁρισμένες συγκλονιστικές ἀποκαλύψεις. Ἀπέδειξε ὅτι ὁ ἄθεος ἄνθρωπος φοβᾶται τήν ἐλευθερία καί αὐτός ὁ φόβος τόν κάνει σκληρό καί τυραννικό πρός ὅλους ὅσοι ἀρνοῦνται νά δεχθοῦν τό “πιστεύω” του. Ἔδειξε ἐπίσης πώς ὁ ἀθεϊσμός εἶναι ἀνίκανος νά πολεμήση τήν πίστι χωρίς τή χρῆσι καταναγκασμοῦ καί πώς ἐπαναστάτες κατά τοῦ Θεοῦ δέν μποροῦν νά νικήσουν τήν Ἐκκλησία ἀκόμη κι ὅταν τό κράτος στερῆ τούς Χριστιανούς τά συνηθισμένα μέσα αὐτοπροστασίας καί ὑπερασπίσεως. Ἡ ἴδια ἡ ἐπανάστασι φανέρωσε ἐπίσης ὅτι οἱ ρίζες τοῦ ἀθεϊσμοῦ βρίσκονται στήνἀνικανότητα τῶν Χριστιανῶν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, καί ὅτι τίποτε δέν κάνει κακό στήν πίστι ὅσο ἡ ἀνυπακοή αὐτῶν πού διατείνονται ὅτι εἶναι δοῦλοι τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ Ρῶσοι Χριστιανοί ἔπρεπε νά πληρώσουν γιά κάθε παραπάτημα ἀπό τό ὑψηλό τους καθῆκον καί ἰδιαίτερα γιά τίς ἁμαρτίες τἰς ὁποῖες μοιράζονταν ὅλοι καί πού τούς εἶχαν παρασύρει τόσο χαμηλά, ὥστε νά δέχωνται τήν ἀδικία καί τήν καταπίεσι στόν οἰκονομικό καί πολιτικό τομέα, γιατί παρέβλεπαν τό καθῆκον τους νά καταπολεμοῦν τήν κερδοσκοπία καί τήν ἀπληστία στήν προσωπική καί κοινωνική ζωή»(Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθήνα 1972, 184).
Ἔλεγε καί ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν ἦταν ἀκόμα πρεσβύτερος στήν εἰσέτι εἰδωλολατρική Ἀντιόχεια: «Ἄν ἤμασταν σωστοί Χριστιανοί, δέν θά ὑπῆρχε κανένας εἰδωλολάτρης στήν πόλι μας». Αὐτά πρός διόρθωσί μας.

Εἴδη ἀπιστίας
Τονίζει ὁ Τσιρ.: «Ὁ ἡμίπιστος εἶναι σέ πολύ χειρότερη θέσι ἀπ᾽ τόν ἄπιστο. Γιατί; Διότι ἐδῶ ἰσχύει τό ἑξῆς: Ἄλλο εἶναι ὁ ἀετός μέ κομμένα φτερά καί ἄλλο τό ἑρπετό. Τό νά εἶσαι ἑρπετό εἶναι κι αὐτό μία λύσι. Ἀλλά τό νά εἶσαι ἀετός μέ κομμένα φτερά, δέν εἶναι λύσι. Ὁ ἄπιστος ἔχει ἔνα δικό του τρόπο εἰρήνης. Ἔχει ἐπιτέλους τό γλέντι, ἔχει αὐτό τό ὁποῖο συνιστοῦσε ὁ Βολταῖρος, τό μεθύσι, τήν ἀσωτεία. Ἔπειτα, ἔχει γίνει σκληρός. Μαθαίνει νά μήν ἐνδιαφέρεται. Εἶναι ἐκδικητικός καί ἀποκτᾶ ἱκανοποίησι μέ τό ὄτι θά πῆ: “Θά τοῦ δείξω ἐγώ!” καί μέ ἐκεῖνο τό “θά τοῦ δείξω” ἱκανοποιεῖται. Ἔχει δηλαδή ἱκανοποιήσεις κατώτερες. Ὁ ἡμίπιστος εἶναι ἀρκετά πιστός ὥστε νά μήν ἔχη κατώτερες ἱκανοποιήσεις, ἀλλά ὄχι ἀρκετά πιστός ὥστε νά ἔχη τίς ἀνώτερες ἱκανοποιήσεις. Ἄρα εἶναι ἀνικανοποίητος. Ἄρα εἶναι ψυχοπαθής»(Ἀλεξάνδρου Τσιριντάνη, Ἡ Πίστις ὡς Βίωμα, τόμ. δ´, ἐκδ. Συζήτησις, Ἀθήνα 1983, 95)
Καί, ἐπίσης, ὅπως ὁ ἴδιος λέει: «Δέν μπορεῖς νά καυχηθῆς ὅτι εἶσαι ἄθεος. Ὁ καυχώμενος ἄθεος εἶναι κάτι τό ἀποκρουστικό. Τό λέει αὐτό ὁ Βολταῖρος. Γιατί ὁ ἄνθρωπος πού ἔχασε τό ἄγιο, εἶναι ἀνάπηρος. Καί ὁ μέν ἀνάπηρος εἶναι κάτι τό ἀνθρώπινο. Ἀλλά ὁ καυχώμενος ἀνάπηρος εἶναι ψυχοπαθής»(Ἀλεξάνδρου Τσιριντάνη, Ἡ Πίστις ὡς Βίωμα, τόμ. ε´, ἐκδ. Συζήτησις, Ἀθήνα 1987, 31)

Ποσοστά πιστῶν καί μή πιστῶν
Τονίζει ὁ καθηγητής Εὐάγγελος Θεοδώρου: «Ἡ ὕπαρξι κάποιων ἀθέων δέν μαρτυρεῖ τίποτε κατά τῆς καθολικότητος τῆς θρησκείας. “Ὅπως στό μέν βασίλειο τῶν ἀλόγων ζώων ἡ ὕπαρξι βοδιῶν χωρίς κέρατα, ἀπτέρων ὀρνίθων καί λιονταριῶν χωρίς θάρρος, στό δέ βασίλειο τῶν λογικῶν ὄντων ἡ ὕπαρξι ἠλιθίων καί ἐκτρωμάτων κάθε εἴδους ἀποδεικνύουν ἀκόμη περισσότερο τήν καθολική φυσιολογική δεοντολογία, ἔτσι καί οἱ ὀλιγάριθμοι πραγματικοί ἄθεοι ἀποτελοῦν ἐκτροπές τῆς φυσικῆς τάσεως καί στροφῆς τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς πρός τό Θεό, ἀνάλογης μέ τήν σταθερά στροφή τοῦ ἡλίανθου πρός τόν ἥλιο καί τῆς μαγνητικῆς βελόνας πρός τόν βορρᾶ”. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ θρησκευτική ὁρμή μέσα στόν ἄνθρωπο, ὥστε καί οἱ ἄθεοι δημιουργοῦν ὑποκατάστατο τῆς Θρησκείας. Ἔτσι “στόν κενό θρόνο τοῦ Θεοῦ ἀνεβάζονται τά εἴδωλα, ὁ χρυσός μόσχος, τό κράτος, ἡ ἐπιστήμη, ἡ τεχνική, ἡ εἱμαρμένη, ἡ μαγεία, ἡ φύσι, ὁ ἐλεύθερος ἔρωτας”»(Μαθήματα Κατηχητικῆς ἤ Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς, ἐκδ. Παν/μίου Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1975, 54)
«Θέματα ὅπως ἐκεῖνα πού συγκροτοῦν τή χριστιανική διδασκαλία, δέν εἶναι θέματα φιγουρινιοῦ, μοντέρνου ἤ ντεμοντέ ὅπως οὔτε θέματα πλειοψηφίας. Σ᾽ αὐτά τά θέματα ἡ πλειοψηφία δέν εἶναι ἐπιχείρημα»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Ὀ 1973, 178)
«Ὅπως ὁ σημερινός ἀρνητής λέει ὅτι καί ἄν ἀκόμη κατά παμψηφία ὁ ἄνθρωπος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ περασμένων ἐποχῶν ἦταν χριστιανός ἡ παμψηφία ἐκείνη πλανιόταν, ἔτσι, τί ἐμποδίζει καί σήμερα νά ποῦμε ὅτι ἄν ὁ σημερινός εὐρωπαῖος καί κατά παμψηφίαν ἔστω (πού δέν εἶναι δά καί παμψηφία καί πολύ λιγότερο στήν Ἑλλάδα) ἀπαρνήθηκε τό Χριστιανισμό, ἡ παμψηφία αὐτή ἁπλούστατα πλανᾶται; Καί ποῦ τό ξέρουμε τί θά πῆ τό αὔριο γιά τό σήμερα;
Δέν χρειάζεται, νομίζουμε, πολλή φιλοσοφία γιά νά καταλάβη κανείς ὅτι ὁ Χριστιανισμός ἤ εἶναι πλάνη καί εἶναι πλάνη γιά κάθε ἐποχῆς ἄνθρωπο ἤ εἶναι ἀλήθεια καί γιά τό σημερινό ἄνθρωπο ὅπως καί γιά τό χθεσινό καί γιά τόν προχθεσινό.
Ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἀπαραίτητος γιά τόν ἄνθρωπο καί σήμερα ὅπως καί χθές. Ἤ μᾶλλον περισσότερο σήμερα παρά χθές. Διότι περισσότερο σήμερα παρά χθές ὁ ἄνθρωπος ἔχει ξανοιχθῆ σέ πολυτάραχα πελάγη ὅπου δέν μπορεῖ νά προχωρήση χωρίς πυξίδα, ὅσο καί ἄν ἡ μηχανή του εἶναι ἰσχυρή ἤ μᾶλλον ἀκριβῶς διότι εἶναι ἰσχυρή»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Ὀ 1971, 184).

Φέξη μου καί γλίστρησα
Ὁ Ν. Βαλσάμης σημειώνει μιά μεγάλη ἀλήθεια: Ὁ Καρυωτάκης «εἶναι ἀπ᾽ τήν ἀνερμάτιστη γενεά πού εἶδε νά γκρεμίζεται οἰκτρά τό χάρτινο οἰκοδόμημα τοῦ ὑλισμοῦ, πού ἡ προηγούμενη γενεά τό εἶχε στήσει μπροστά της μέ τόσους ἐνθουσιασμούς καί τόσο φανατισμό. Πολύ χαρακτηριστικά δείχνει τήν ἀλήθεια αὐτή μ᾽ ἕνα παράδειγμα, ὁ Τέλλος Ἄγρας. “Ἡ δική μας γενεά”, λέει, “βγῆκε σχεδόν ὅλη ἀπό τή βιβλιοθήκη Φέξη”. Τρεῖς κλάδους εἶχε ἡ σειρά αὐτή τῶν ἐκδόσεων, τῆς Ἀρχαίας ἑλληνικῆς Φιλολογίας, τῆς Γερμανικῆς Φιλοσοφίας καί τῆς Θεωρίας τοῦ ὑλισμοῦ. Μά εἶναι γνωστό πώς ὁ τρίτος κλάδος, προχειρότερος, μέ τό θέλγητρο τοῦ καινούργιου, ἐντυπωσιακότερος καί θεωρητικός ἀπολογητής τῆς ἀκολασίας, τράβηξε περισσότερο»(περ. Ἀκτῖνες, Σ 1941, 166)
 Ἄθεοι ἀπό μιμητισμό
Ἐπισημαίνει ὁ Ἀ. Τσιριντάνης: «Ὁ ἄνθρωπος πού ὁδηγό του καί ἀντικείμενο τῆς λατρείας του ἔχει τή στάρ τοῦ κινηματογράφου δέν μπορεῖ νά ἀτενίζη στά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ γιά νά ρωτᾶ ποιός τά δημιούργησε! Ὁ ἀθεϊσμός του δέν εἶναι φιλοσόφημα, εἶναι ὑποτονία, πνευματική ὑποβάθμισι. Διότι καί ἄθεος γιά νά εἶσαι, πρέπει νά ἐξαρθῆς στά “παγκόσμια προβλήματα”, τοῦ Haeckel ἔστω, τέλος πάντων! Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος γιά τόν ὁποῖο τώρα πρόκειται, ἁπλούστατα, δέν ξέρει ἄν ὑπάρχουν τέτοια θέματα. Διότι δέν ξέρει τίποτε ἄλλο πέρα ἀπό τήν καλοζωΐα του. Δέν δίνει ἀρνητική ἀπάντησι στό ἐρώτημα ἄν ὑπάρχη Θεός· δέν μπορεῖ κἄν νά συλλάβη τό ἐρώτημα. Ἔχει πάθει πνευματική ἀβιταμίνωσι, ἡ ὀποία δέν τόν ἀφίνει οὔτε ἄθεος κἄν νά εἶναι, ἐννοοῦμε ἄθεος μέ ἐπίγνωσι! Ἀντί αὐτοῦ… μά θά ξέρετε ἴσως τό εἰρωνικό ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο ἐμπαίζεται ἡ ἀφελής Πίστι τοῦ “καλοῦ παιδιοῦ” τῆς περασμένης ἐποχῆς: “Ὑπάρχει Θεός. Τό εἶπε ἡ μαμά μου”! Ἔ, λοιπόν, τό προτιμῶ αὐτό, ἀπό τό σημερινό: “Δέν ὑπάρχει Θεός. Τό εἶπε ἡ [ἠθοποιός] Τζαίην Μάνσφηλντ”!»(περ. Συζήτησις, Μά 1967, 88)
«Ὑπενθυμίζουμε τό λόγο τοῦ Βολταίρου, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστόν δέν ἦταν μόνον ἄθεος, ἀλλά κατείχετο καί ἀπό ἔντονο ἀντικληρικό πνεῦμα. Ὁ Γάλλος αὐτός φιλόσοφος, ἱστορικός καί δραματουργός, ἀγανακτισμένος ἀπό τίς ἀνοησίες, πού γράφονταν τίς μέρες του κατά τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε μέ τό σκωπτικό του ὕφος: “Οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας λένε καί γράφουν τόσες ἀηδιαστικές ἀνοησίες, ὥστε κινδυνεύω νά γίνω Χριστιανός ἀπό… ἀγανάκτησι ἐναντίον των”!»(Ἡ Δρᾶσις μας, Ἀπ-Μά 1974, 52)
«Ὅ,τι δέν βλέπω, δέν ὑπάρχει»
Ὁ David Watson τονίζει: «Ὁ Νικήτας Κροῦστσεφ φανέρωσε τή σύγχυσί του ἐπάνω στό ὅλο θέμα τῆς γνώσεως… ὅταν διετύπωσε τό ἐπιπόλαιο σχόλιο: “Στείλαμε τό Γιοῦρι Γκαγκάριν νά δῆ ἄν μποροῦσε νά βρῆ τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί δέν μπόρεσε νά τή δῆ. Ἔτσι στείλαμε τό Γέρμαν Τιτώφ νά μᾶς σιγουρέψη. Δέν μπόρεσε νά τή βρῆ οὔτε κι αὐτός”. Θυμίζει ἀρκετά τή φανταστική ἱστορία τῶν δύο φοιτητῶν τῆς ἰατρικῆς πού σκότωσαν ἕναν ἄνθρωπο καί ἔπειτα ἔσχισαν τό σῶμα του, γιά νά δοῦν ποῦ ἦταν ἐγκατεστημένη ἡ ζωή. Οὔτε κι αὐτοί μπόρεσαν νά τή βροῦν!»(Εἶναι Τάχα Κανένας Ἐκεῖ;, ἐκδ. Πέργαμος, Ἀθήνα 1989, 19)
Καί ὁ π. Dimitri Doudko, μέ τή σειρά του: «Στό σχολεῖο ἡ δασκάλα θέλει νά δείξη ὅτι ὁ Θεός δέν ὑπάρχει διότι δέν τόν εἶδαν οἱ ἀστροναῦτες.
—Πετοῦσαν πολύ χαμηλά τῆς ἀπάντησε ἕνα ἀγοράκι ἑπτά ἐτῶν»(Ἡ Ἐλπίδα μας, ἐκδ. Ἔλαφος, Ἀθήνα 1979, 232). Τό παιδάκι, βέβαια, ἔδωσε μιά φαινομενικά παιδαριώδη ἀπάντησι. Ὅμως, ἀξιολογικά ἔχει βάσι: ὁ Θεός δέν ἐμφανίζεται στά κάτω σκαλοπάτια τῆς δικῆς σου αὐθαίρετης ἀξιολογικῆς κλίμακος. Καί εἶναι καί οὐσιωδῶς διάφορος ἀπό τήν κτίσι.
Ὁ Τσιρ., ἐπίσης, σημειώνει: «Ὁ σοφός ἐκεῖνος πού εἶχε ἐρευνήσει τό σύμπαν μέ ἕνα τηλεσκόπιο καί εἶπε ὅτι “διέτρεξα μέ τό τηλεσκόπιο τόν οὐρανό· δέν εἶδα πουθενά τό Θεό, Θεός ἄρα δέν ὑπάρχει” αὐτός ἔλεγε μιά καθαρή καί κατά γράμμα ἀνοησία. Διότι ἔκανε ἕνα συλλογισμό ὅπου ἡ “μείζων πρότασι” εἶναι: κάθε τι πού ὑπάρχει τό βλέπω. Καί, ὅμως, αὐτό ἀκριβῶς, αὐτή ἡ μείζων πρότασι εἶναι τό “πρῶτο ψεῦδος” κι ἀπ᾽ αὐτό ξεκίνησαν πολλά ἀνόητα καί καταστρεπτικά»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Ἰα 1973, 7)
Ὁ Dr. Μichael Green ἐπισημαίνει: «Οἱ Ὀρθολογιστές ἔκαναν τό λάθος νά ὑποθέσουν ὅτι ἡ ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ ἐξαρτιόταν ἀπό τό ἄν θά ἦταν αἰσθητός σέ κάποιο μέρος τοῦ κόσμου· μιά πλάνη πού διαιωνίσθηκε ἀκόμα κι ἀπό τό… Ρῶσο κοσμοναύτη, πού ἐπέστρεψε στή γῆ ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ Θεός ἦταν ἀνύπαρκτος, ἐπειδή δέν Τόν εἶδε στή διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ του στό διάστημα! Παρόμοιο λάθος εἶναι τό νά ὑποθέσης ὅτι ὁ ζωγράφος εἶναι ἀνύπαρκτος, ἐπειδή δέν τόν βλέπεις κάπου ἐπάνω στόν καμβά τῆς ζωγραφικῆς του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ καμβάς, μολονότι ὀντολογικά αὐτεξήγητος, δέν θά ὑπῆρχε καθόλου, ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ ζωγράφος, ὁ ὁποῖος πραγματικά φανερώνει τόν ἑαυτό του σέ κάθε πινελιά»(Ἕνας Κόσμος σέ Φυγή, ἐκδ. Πέργαμος, Ἀθήνα 1989, 99)
Ὁ Ἀπόστολος Φράγκος τονίζει: «Ἐκεῖνο πού συνήθως λέγεται ὅτι “Τόν Θεό δέν τόν βλέπω ἄρα Θεός δέν ὑπάρχει” εἶναι ἕνα τυπικό παράδειγμα σοφίσματος πού στηρίζεται στήν ψεύτικη μείζονα πρότασι, ὅτι κάθε τι πού ὑπάρχει τό βλέπω καί τό ἐλέγχω καί μόνο ὅ,τι ἐλέγχω ὑπάρχει. Ἀλλά… τό πόσο λαθεμένος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός αὐτός ἀποδεικνύεται ἄν τόν φαντασθοῦμε νά διατυπώνεται πρίν 300 χρόνια πού οὔτε ὁ ἠλεκτρισμός ἦταν γνωστός, οὔτε φυσικά ἡ τρομερή δύναμι πού λέγεται ἀτομική ἐνέργεια.
Ἀνάλογο ἐπίσης σόφισμα ἀποτελεῖ καί ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ἐπειδή, ἀνατέμνοντας τό ἀνθρώπινο σῶμα, δέν βλέπουμε τήν ἀνθρώπινη ψυχή, ἄρα ψυχή, δηλαδή πνευματική ὑπόστασι τοῦ ἀνθρώπου, δέν ὑπάρχει.
Στό σημεῖο αὐτό μᾶς ἔρχεται στή μνήμη καί ἡ γνωστή ἐκείνη κωμικοτραγική ἐκδήλωσι τῆς ὑπερφίαλης αὐτῆς ἰδέας τῆς παντογνωσίας, ὅταν ἔφθασαν στό σημεῖο, φημισμένοι χειροῦργοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Pasteur, νά ποδοπατοῦν τά χειρουργικά ἐργαλεῖα προτοῦ ἐγχειρήσουν τούς ἄτυχους ἀσθενεῖς, ἀπό τήν πείσμονη ἄρνησι τῆς ὑπάρξεως μικροβίων, ἀφοῦ, ὅπως ἔλεγαν, δέν εἶχαν δεῖ τήν ὕπαρξί τους!»(περ. Συζήτησις, Ἰν 1977, 110).
Doudko καί ἀθεΐα
Ὁ ὁμολογητής Κληρικός π. Dimitri Doudko σημειώνει, μέ τή σειρά του: «Οἱ ἄθεοι εἶναι ἀντίπαλοί μας μόνο ἀπό παρεξήγησι. Στήν πραγματικότητα κι αὐτοί εἶναι πιστοί, διότι μέ βάσι ποιά ἐμπειρία ἀποδεικνύουν τήν ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ; Πῶς μποροῦμε νά ἀποδείξουμε αὐτό πού δέν ὑπάρχει [ν᾽ ἀποδείξουμε, δηλ., ὅτι δέν ὑπάρχει]; Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός ὑπάρχει· ἐκεῖνοι πιστεύουν τό ἀντίθετο. Μόνο πού ἐκεῖνοι ἔρχονται στήν πίστι ἀπό τή σκάλα ὑπηρεσίας. Μιά μέρα διάβαζα ἕνα ἄρθρο ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας, γραμμένο ἀπό ἕνα ἐρασιτέχνη δημοσιογράφο (στήν ἐφημερίδα Vecherniaia Μoskva, νομίζω) καί ἐντυπωσιάσθηκα ἀπό τήν ἀκόλουθη φράσι: “Δέν πολεμᾶμε τούς πιστούς, οὔτε ἀκόμα καί τούς κληρικούς. Πολεμᾶμε τό Θεό γιά χάριν τῶν πιστῶν”. Ἔγραφε στ᾽ ἀλήθεια ὁλοκάθαρα: πολεμᾶμε τό Θεό. Καί μ᾽ αὐτό καί μόνο παραδεχόταν ὅτι ὁ Θεός ὑπῆρχε, ἀφοῦ Τόν πολεμοῦσε. Φυσικά ἦταν ἕνα ὀλίσθημα τοῦ προπαγανδιστῆ, πού δέν μπορεῖ παρά νά ἦταν ἐρασιτέχνης γιατί ἕνας ἐπαγγελματίας δέν θά ἄφηνε ποτέ νά περάση κάτι τέτοιο· θά εἶχε γυαλίσει προσεκτικά τίς φράσεις του. Ἀλλά γιά μᾶς ἡ γνώμη ἑνός ἐρασιτέχνη ἔχει περισσότερη ἀξία γιατί εἶναι πιό εἰλικρινής. Ἕνας ἐπαγγελματίας, δηλαδή κάποιος πού πληρώνεται, δέν μπορεῖ νά ἀφήση νά τοῦ ξεφύγουν λάθη. Πρέπει νά καμουφλάρη πολύ προσεκτικά τή σκέψι του. Γιατί ἀκόμα κι ἕνας προπαγανδιστής ἔχει συχνά τήν ἐπιθυμία (καί πόσο!) νά μιλήση γιά τό Θεό, ἀλλά εἶναι ὑποχρεωμένος νά κρύβεται. “Νά σωπαίνης, νά κρύβεσαι καί νά σκεπάζης τά αἰσθήματα καί τίς σκέψεις σου”, ἔλεγε ὁ ποιητής. Ἕνας ἐρασιτέχνης, ὅμως, μπορεῖ νά κάνει λάθη πού εἶναι πολύτιμα γιά μᾶς, γιατί ἔτσι εἶναι πιό εἰλικρινής καί ἐκφράζει τό βάθος τῆς ὑπάρξεώς του»(Ἡ Ἐλπίδα μας, ἐκδ. Ἔλαφος, Ἀθήνα 1979, 70)
Ἐπίσης: «Ἡ πίστι μας διαφέρει ἀπό τήν πίστι τῶν ἀθέων γιατί δίνει ἕνα νόημα στή ζωή μας, ἐξυψώνει τόν ἄνθρωπο, τόν κάνει ἱκανό νά ζήση. Ὁ ἀθεϊσμός ἔφερε τό κενό στή ζωή μας. Καί γιά νά ξαναβρῆ ἡ ζωή τήν πληρότητά της, πρέπει νά πιστέψουμε. Εἶναι εὔκολο νά γίνη κανείς ἄθεος, ἀλλά πολύ δύσκολο νά εἶναι πιστός. Ἀκριβῶς ὅπως εἶναι εὔκολο νά ἀρρωστήση κανείς, ἀλλά δύσκολο νά γιατρευθῆ. Ἀλλά ὅταν εἶναι κανείς ἄρρωστος, πρέπει νά πάη στό γιατρό καί νά κάνη θεραπεία»(Dimitri Doudko, Ἡ Ἐλπίδα μας, ἐκδ. Ἔλαφος, Ἀθήνα 1979, 78)
Ἀκόμα: «Ἀφοῦ ὁ ἀθεϊσμός εἶναι ἄρνησι, θά πρέπη νά χάση ὅλη του τή σπουδαιότητα μέ τήν ἐξαφάνισι τῆς θρησκείας. Γιά τήν ὥρα εἶναι παράσιτο, πού ζῆ εἰς βάρος τῆς θρησκείας. Εἶμαστε πρόθυμοι ν᾽ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὁ ἀθεϊσμός εἶναι σχετικά χρήσιμος. Ὅταν ἡ θρησκεία διαφθείρεται, ὅταν προσπαθῆ νά ἐπιβληθῆ μέ ἀπαράδεκτα μέσα, τότε ὁ ἀθεϊσμός φαίνεται σχετικά, προοδευτικός. Ὑπάρχουν μάρτυρες τοῦ ἀθεϊσμοῦ καί ὑποκλίνομαι μπροστά στή θυσία τους. Ἀλλά σήμερα εἶναι ὁλοφάνερο πόσο ἄχρηστος εἶναι ὁ ἀθεϊσμός, ἀλλά καί πόσο ἐπιζήμιος…
Ἄς δοῦμε τί συμβαίνει στή ζωή μας. Γιά νά γίνης ἄθεος σήμερα δέν χρειάζεται πολλή προσπάθεια. Φθάνει νά ἀφομοιώσης μερικές φράσεις πού ἔχεις μάθει ἀπ᾽ ἔξω καί ὕστερα ν᾽ ἀφήσης τόν ἑαυτό σου νά παρασυρθῆ ἀπό τό ρεῦμα, καί νά το, εἶσαι ἕνας ἄθεος! Ἀντίθετα, γιά νά γίνης πιστός πρέπει νά μάθης πολλά, νά δοκιμάσης πολλές δυσκολίες, ν᾽ ἀνεβῆς ἀντίθετα στό ρεῦμα. Αὐτό ἀπαιτεῖ μιά ἡρωϊκή ψυχή. Καί δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός ὅτι σήμερα γίνονται πιστοί, ἄνθρωποι ἀληθινά προικισμένοι μέ ἡρωϊσμό»(Dimitri Doudko, Ἡ Ἐλπίδα μας, ἐκδ. Ἔλαφος, Ἀθήνα 1979, 56)
Ἐξίσωσι;
Κι ἔρχεται, τώρα, μέ τήν πραμάτεια του ὁ D.: «Φαντασθεῖτε, μαζί μέ τό John Lennon, ἕνα κόσμο χωρίς θρησκεία. Φαντασθεῖτε νά μήν ὑπῆρχαν βομβιστές αὐτοκτονίας, 11η Σεπτεμβρίου, 7η Ἰουλίου, Σταυροφορίες, κυνήγι μαγισσῶν, Συνωμοσία τῆς Πυρίτιδος, διαίρεσι τῆς Ἰνδίας, πόλεμοι Ἰσραηλινῶν/Παλαιστινίων, σφαγές Σέρβων/Κροατῶν/μουσουλμάνων, διώξεις τῶν Ἑβραίων ὡς “δολοφόνων τοῦ Χριστοῦ”, “ταραχές” στή Βόρεια Ἰρλανδία, “ἐγκλήματα τιμῆς”, φανταχτερά ντυμένοι καρηκομόωντες τηλεευαγγελιστές πού “ξαλαφρώνουν” εὐπίστους ἀνθρώπους ἀπ’ τά χρήματά τους (“ὁ Θεός θέλει νά δίνης μέχρι νά ματώσης”). Φαντασθεῖτε νά μήν ὑπῆρχαν Τaliban ν’ ἀνατινάζουν ἀρχαῖα ἀγάλματα, δημόσιοι ἀποκεφαλισμοί τῶν βλασφήμων ἤ μαστίγωσι τοῦ γυναικείου σώματος γιά τό ἔγκλημα τῆς ἀποκαλύψεως ἑνός ἑκατοστοῦ του. Παρεμπιπτόντως, ὁ συνάδελφός μου Desmond Morris μέ πληροφορεῖ ὅτι τό ἔξοχο τραγοῦδι τοῦ John Lennon μερικές φορές παίζεται στήν Ἀμερική μέ περικομμένη τή φράσι “καί καμμία θρησκεία, ἐπίσης” (and no religion too). Κάποιοι μάλιστα εἶχαν τήν ἀναίδεια νά τό ἀλλάξουν σέ: “καί μία θρησκεία, ἐπίσης” (and one religion too)»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 24).
Τί νά πῆ κανένας; Στό ἴδιο καλάθι ἡ ἀλήθεια καί τό ψέμα, τά κάλπικα καί τά γνήσια νομίσματα; Ποῦ εἶναι ἡ σύγκρισι τῶν θρησκειῶν μέ τό Χριστιανισμό καί ἡ ἐξίσωσί τους; Ἄς ἀπαντήση. Ἐμεῖς ἀπ᾽ τή μεριά μας ξεκινήσαμε τό ἔργο αὐτό τῆς συγκρίσεως μέ τόν τόμο Ἡ Ἀποκλειστικότητα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Ἀνατολικοθρησκευτικός Συγκρητισμός. Ἡ χριστιανική, λοιπόν, Ἀπολογητική, καί στό σημεῖο αὐτό εἶναι περισσότερο συνεπής. Ἐπίσης, πρῶτοι ἐμεῖς παραδεχόμαστε τά ἀπό παραβίασι τοῦ Χριστιανισμοῦ λάθη μας. Γιατί, λοιπόν, μᾶς ἐξισώνει μέ Τaliban κ.τ.ὅ.; Ἐξάλλου ὁ D. κατηγορεῖ τούς χριστιανούς ὅτι «“ξαλαφρώνουν” εὐπίστους ἀνθρώπους ἀπ’ τά χρήματά τους». Τό νά ζητήσης χρήματα γιά τήν Ἐκκλησία θεωρεῖται “ξαλάφρωμα” εὐπίστων ἀνθρώπων· τό νά πάρης χρήματα γιά τήν ἀθεϊστική ἐπίθεσι μέ ἀφορμή τό θάνατο δεκαεπτάχρονου εἶναι ἐπιβεβλημένο καί εὐάρεστο, ὅπως ἔδειξε ὁ D. μέ τήν περίπτωσι τοῦ θανάτου τοῦ Luke!
Στήν ἴδια κατηγορία ἐξισώσεως θρησκειῶν μέ τό Χριστιανισμό ὑπάγεται καί τό ἀκόλουθο ἀπόσπασμα, ὁπότε ἰσχύουν τά ἴδια σχόλια: «Ἐάν γεννηθήκατε στό Arcanso καί πιστεύετε ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἀληθής καί τό Ἰσλάμ ψευδές, γνωρίζοντας πολύ καλά ὅτι θά πιστεύατε τό ἀντίθετο ἄν εἴχατε γεννηθῆ στό Ἀφγανιστάν, τότε εἶστε θῦμα παιδικῆς κατηχήσεως. Τό ἴδιο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἄν εἴχατε γεννηθῆ στό Ἀφγανιστάν»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 25).
Ἀποκαλύψεις
Ἕνα ἀκόμα ἀπόσπασμα ἀπό ἄρθρο στόν τύπο, ὅπως τό ἀναμεταδίδει ἕνα καλό περιοδικό: «Ὁ Ἄγγλος ἱστορικός Ταίηλορ, ἐρωτώμενος περί τῆς θρησκείας του, ἀπάντησε ὅτι σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν παρατηρώντας ἕνα ζωγραφικό πίνακα τοῦ σχολείου του εἶχε… τήν ἀποκάλυψι ὅτι “δέν ὑπάρχει Θεός”, καί πρόσθεσε ὅτι: “Ἦταν κάτι σάν τήν ἀποκάλυψι πού ἔγινε στόν Ἀπόστολο Παῦλο καθώς βάδιζε πρός τή Δαμασκό· ἀπό τότε ποτέ δέν σκέφθηκα γιά τή θρησκεία οὔτε καί νοιάσθηκα γι᾽ αὐτήν…”.
Ἐάν τό δημοσίευμα ἀποδίδη ὅ,τι ἀκριβῶς εἶπε ὁ Ταίηλορ, δικαιούμαστε νά διερωτηθοῦμε ὡς πρός τή σοβαρότητά του ὡς ἀνθρώπου! Ὡς πρός δέ τή σοβαρότητά του ὡς ἐπιστήμονα ἱστορικοῦ φαίνεται ὅτι ἐπίσης πρέπει νά καταλήξη κανείς στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι μᾶλλον ἀνύπαρκτη, ἐφ᾽ ὅσον στό ἴδιο δημοσίευμα ὁ Ταίηλορ φέρεται νά ἔχη τήν ἄποψι ὅτι ὁ Hitler ἦταν σπουδαῖος ἄνθρωπος καί ὅτι δέν ἤθελε τόν πόλεμο ἀλλά ἐξαναγκάσθηκε νά τόν κάνη!
Ἔτσι ἐξηγεῖται, βεβαίως, καί ἡ ἀποκάλυψί του ὅτι “δέν ὑπάρχει Θεός”! Διότι μόνο ἕνας ἄνθρωπος —καί μάλιστα ἱστορικός— πού δέν εἶναι σέ θέσι νά κρίνη στοιχειωδῶς ἀνθρώπους ἤ γεγονότα τῆς ἐποχῆς του, παρ᾽ ὅλον ὅτι αὐτά κυριολεκτικά βοοῦν, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἱκανό νά ἀποφαίνεται μέ τόση σοβαρότητα ἐπί ἑνός θέματος, τό ὁποῖο βρίσκεται πέρα ἀπό κάθε ἀνθρώπινο ἔλεγχο καί μόνο διά τῆς πίστεως εἶναι προσιτό»(περ. Συζήτησις, Ἰλ-Αὔ 1970, 159). Φαιδρή, λοιπόν, αὐτή ἡ πρώτη περίπτωσι ἀρνήσεως. Νά τονίσουμε, ὡστόσο, ὅτι ἡ τελευταία πρότασι: τό θέμα «βρίσκεται πέρα ἀπό κάθε ἀνθρώπινο ἔλεγχο καί μόνο διά τῆς πίστεως εἶναι προσιτό», ἀναφέρεται μόνο στό περιεχόμενο τῆς πίστεως, τό Θεό, κι ὄχι στούς τρόπους πίστεως, διά τῶν θρησκειῶν δηλ. ἤ διά τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Καί μιᾶς καί ἀναφέραμε «τήν ἀποκάλυψι πού ἔγινε στόν Ἀπόστολο Παῦλο καθώς βάδιζε πρός τή Δαμασκό», διερωτώμαστε, μήπως κάτι παρόμοιο συνέβη στόν ἀκόμα ἀμόλυντο ἀπό τίς μετέπειτα σαρκικές ἁμαρτίες 22χρονο Bertrand Russell. Γράφει ὁ D.: «Ὁ Bertrand Russell (ὁ ὁποῖος βέβαια δέν ἦταν ἀνόητος) διατύπωσε τήν ἑξῆς ἐνδιαφέρουσα ἄποψι: “Εἶναι πιό εὔκολο νά πεισθῆ κανείς ὅτι {τ’ ὀντολογικό ἐπιχείρημα} δέν εὐσταθεῖ ἀπ’ τό νά προσπαθήση νά βρῆ σέ ποιό ἀκριβῶς σημεῖο ἐντοπίζεται τό σφάλμα του” [αὐτό ἀποτελεῖ πεποίθησι μετά ἀπό ἔρευνα; Μένουμε κατάπληκτοι!]. Ὁ ἴδιος, ὅμως, στά χρόνια τῆς νεότητός του, εἶχε γιά ἕνα σύντομο διάστημα πεισθῆ γιά τήν ὀρθότητά του: “Θυμᾶμαι ἀκριβῶς τή στιγμή, μία μέρα τοῦ 1894, καθώς περπατοῦσα στήν ὁδό Trinity, ὅταν μέ μία ἀναλαμπή κατάλαβα (ἤ νόμισα πώς κατάλαβα) ὅτι τό ὀντολογικό ἐπιχείρημα εἶναι ἔγκυρο. Εἶχα βγεῖ ἔξω γιά ν’ ἀγοράσω ἕνα κουτί καπνό· στό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, ξαφνικά πέταξα τό κουτί στόν ἀέρα καί, ξαναπιάνοντάς το, ἀναφώνησα: ‘Μά τήν ἀλήθεια, τ’ ὀντολογικό ἐπιχείρημα εἶναι ἀκλόνητο’”.
Γιατί ἄραγε, ἀναρωτιέμαι [λέει ὁ D.], δέν εἶπε: “Μά τήν ἀλήθεια, τ’ ὀντολογικό ἐπιχείρημα φαίνεται εὐλογοφανές. Δέν εἶναι, ὅμως, ὑπερβολικά εὔκολο νά προκύπτη μία μεγάλη ἀλήθεια γιά τό Σύμπαν ἀπό ἕνα ἁπλό παιχνίδι λέξεων;”»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 104). Τό βιβλίο τοῦ D., βλέπετε δέν εἶναι «παιχνίδι λέξεων»! Καί γιατί θά πρέπη ἡ ἀλήθεια νά εἶναι πολύπλοκη —καί πολυσέλιδη, ὅπως τό βιβλίο του αὐτό;
Εἰρωνεία
Στή συνέχεια ὁ D. ἀναφέρει «τήν πολυσυζητημένη ἀλλαξοπιστία τοῦ φιλοσόφου Antony Flew, ὁ ὁποῖος ἀνακοίνωσε σέ μεγάλη ἡλικία ὅτι ἀσπάσθηκε τήν πίστι σέ κάποια θεότητα (γεγονός πού προκάλεσε πληθώρα δημοσιεύσεων στό Διαδίκτυο). Δεδομένου ὅτι ὁ Russell τιμήθηκε μέ τό βραβεῖο Nobel, ἴσως ὁ φερόμενος ὡς προσηλυτισμός τοῦ Flew ἀνταμειφθῆ μέ τό βραβεῖο Templeton [ἡ εἰρωνεία ὡς ἐπιχείρημα]. Ἕνα πρῶτο βῆμα πρός αὐτή τήν κατεύθυνσι εἶναι ἡ ἐπαίσχυντη ἀπόφασί του ν’ ἀποδεχθῆ, τό 2006, τό “Βραβεῖο Philip E. Johnson γιά τήν Ἐλευθερία καί τήν Ἀλήθεια”. Ὁ πρῶτος στόν ὁποῖο ἀπονεμήθηκε τό ἐν λόγῳ βραβεῖο ἦταν ὁ δικηγόρος Philip E. Johnson, θεμελιωτής τῆς “στρατηγικῆς αἰχμῆς” τοῦ εὐφυοῦς σχεδίου. Ὁ Flew θά εἶναι ὁ δεύτερος κατά σειράν. Τό ἵδρυμα πού ἀπονέμει τό βραβεῖο εἶναι τό Bible Institute of Los Angeles. Δέν μπορεῖ παρά ν’ ἀναρωτηθῆ κανείς ἄν ὁ Flew ἀντιλαμβάνεται ὅτι τόν χρησιμοποιοῦν. Βλ. καί Victor Stenger, Flew’s flawed science, στό: περιοδ. Free Inquiry, 25:2, 2005, σ. 17-18»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 105 ὑπ.). Ὅταν κάποιος ἀσπασθῆ τήν πίστι, προβαίνει, κατά τό D., σέ «ἐπαίσχυντη ἀπόφασι» νά ἀποδεχθῆ ἕνα βραβεῖο καί μάλιστα ὑποτιμᾶται μέ τίς λέξεις «τόν χρησιμοποιοῦν»! Καί, βέβαια, αὐτά ἐπειδή δέν εἶναι ἐπιχειρήματα, ἀλλά εἰρωνεῖες καί ὑποτιμήσεις τῶν ἄλλων, δέν χρειάζονται ἀνασκευή.
Χάνοντας τήν πίστι
«Τό βιβλίο Losing Faith in Faith: From Preacher to Atheist (Χάνοντας τήν Πίστι στήν Πίστι. Ἀπό Κήρυκας, Ἄθεος) τοῦ Dan Barker ἀφηγεῖται τήν ἱστορία τῆς σταδιακῆς μεταστροφῆς του ἀπό εὐσεβῆ φονταμενταλιστή ἱερέα καί φλογερό περιοδεύοντα κήρυκα σ’ ἔνθερμο καί πεπεισμένο ἄθεο, ὅπως εἶναι σήμερα. Ἀξίζει ν’ ἀναφερθῆ τό γεγονός ὅτι ὁ Barker συνέχισε νά κηρύττη τό χριστιανισμό γιά λίγο καιρό ἀφότου εἶχε γίνει ἄθεος, διότι ἦταν ἡ μόνη δουλειά τήν ὁποία γνώριζε κι ἐπειδή ἔνιωθε ἐγκλωβισμένος σ’ ἕνα ἱστό κοινωνικῶν ὑποχρεώσεων [τόν καημένο! Κι αὐτό ἀποτελεῖ συνέπεια τῶν θέσεών του καί μάλιστα βλέπεται μέ κατανόησι ἀπό τό D.!]. Γνωρίζει πλέον πολλούς ἄλλους Ἀμερικανούς κληρικούς πού βρίσκονται στήν ἴδια θέσι στήν ὁποία ἦταν κι ἐκεῖνος, ἀλλά τό ἔχουν ἐκμυστηρευθῆ ἀποκλειστικά στόν ἴδιο ὅταν διάβασαν τό βιβλίο του. Δέν τολμοῦν νά παραδεχθοῦν τόν ἀθεϊσμό τους οὔτε κἄν στίς οἰκογένειές τους —τόσο τούς τρομάζει ἡ προβλεπομένη ἀντίδρασι. Ἡ ἱστορία τοῦ ἴδιου τοῦ Barker εἶχε εὐτυχέστερη κατάληξι [ν᾽ αὐξάνη, ντέ, τό στρατόπεδό μας!]. Στήν ἀρχή, οἱ γονεῖς του ὑπέστησαν βαθύ σόκ. Ἄκουσαν προσεκτικά ὅμως, τήν ἤρεμη ἐπιχειρηματολογία του καί, τελικά, ἔγιναν καί οἱ ἴδιοι ἄθεοι»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 359). Τό μόνο σχόλιό μας: Ποῦ εἶναι τά ἐπιχειρήματα μέ τά ὁποῖα ἀπέρριψε τό Χριστιανισμό;;;
Στήν ἴδια κατηγορία ἐλλείψεως ἐπιχειρημάτων φαίνεται ὅτι ἐντάσσεται καί «ὁ Rudolf Αugstein [διευθυντής τοῦ Der Spiegel, πού] μίλησε σέ μιά συγκέντρωσι περί τῆς παιδικῆς του ἡλικίας ὡς πιστοῦ καθολικοῦ. Ἦταν, ὅπως θά λέγαμε ἐμεῖς, παιδί τοῦ ἱεροῦ, ὅπου βοηθοῦσε τόν ἱερέα στίς ἀκολουθίες. Φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἦταν ἄτακτος, διότι μιά μέρα ὁ ἱερέας θύμωσε μαζί του καί τοῦ πέταξε τό εὐχολόγιο στό κεφάλι. Ἀπό τότε…
Αὐτό, λοιπόν, ἦταν! Καί», καταλήγει ὁ Ζehm, πού σχολιάζει τό περιστατικό αὐτό, «θά εἴχαμε γλυτώσει ἀπό» ἕνα ἀθεϊστικό βιβλίο τοῦ Αugstein «ἄν ὁ ἱερέας ἐκεῖνος, πού κάποιο δίκιο θά εἶχε, ἔδειχνε αὐτοκυριαρχία στό θυμό του!»(περ. Συζήτησις, Ν 1972, 220)
Ἄγνοια τοῦ Χριστιανισμοῦ
Ἡ ἄγνοια τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἐμφανής καί στό ἀκόλουθο ἀπόσπασμα: «Ὁ Carl Sagan, στό βιβλίο του Pale Blue Dot, ἔγραφε: “Πῶς γίνεται καί καμμία σχεδόν ἀπ’ τίς μείζονες θρησκεῖες δέν ἔχει κοιτάξει πρός τή μεριά τῆς ἐπιστήμης καί δέν ἔχει συμπεράνει: ‘Αὐτό ἐδῶ εἶναι καλύτερο ἀπ’ ὅ,τι νομίζαμε! Τό Σύμπαν εἶναι πολύ μεγαλύτερο ἀπ’ ὅσο ἔλεγαν οἱ προφῆτες μας, πιό μεγαλοπρεπές, πιό εὐφυές, πιό κομψό’; Ἀντίθετα, λένε: ‘Ὄχι, ὄχι, ὄχι! Ὁ δικός μου θεός εἶναι ἕνας μικρός θεός, καί τόν θέλω νά μείνη ἔτσι’. Ὅποια θρησκεία, παλαιά ἤ νέα, θά τόνιζε ποτέ τό μεγαλεῖο τοῦ Σύμπαντος ὅπως τό ἀποκαλύπτει ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη, θά κατόρθωνε νά φέρη στό φῶς τέτοια ἀποθέματα εὐλαβείας καί δέους τά ὁποῖα δέν διανοοῦνται κἄν τά συμβατικά συστήματα πίστεως”»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 33). Ἀλλά, βέβαια, αὐτά δέν ἰσχύουν καθόλου γιά τό Χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος δέχεται τό ἄπειρον τοῦ Θεοῦ τονίζοντας παράλληλα καί τήν ἀπεραντωσύνη τοῦ σύμπαντος. Ἄς ἀναγράψουμε μερικά χωρία ἀπό τή Βίβλο: «Λέγει Κύριος· ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δέ γῆ ὑποπόδιον [σκαμνάκι] τῶν ποδῶν μου»(Ἡσ 66, 1) καί: «ἀνάβλεψον εἰς τόν οὐρανόν καί ἀρίθμησον τούς ἀστέρας, εἰ δυνήσῃ ἐξαριθμῆσαι αὐτούς»(Γεν 15, 5). Ποῦ τά βρῆκε, λοιπόν, αὐτά τά ὁποῖα γράφει ὁ «σοφός» D.;
Κατήχησι καί ἱεραποστολή
«Ἐάν τό παρόν βιβλίο ἀνταποκριθῆ στούς σκοπούς μου», ἀναφέρει ἀλλοῦ ὁ D., «οἱ θρησκευόμενοι ἀναγνῶστες πού θά τό ἀνοίξουν θά ἔχουν γίνει ἄθεοι μέχρι νά τό ἀφήσουν ἀπ’ τά χέρια τους [Μπράβο του!]. Τί τολμηρή αἰσιοδοξία! Φυσικά, οἱ φανατισμένοι θρησκόληπτοι ἔχουν ἀνοσία ἀπέναντι στήν ἐπιχειρηματολογία [κουραστήκαμε μέ τήν «ἐπιχειρηματολογία» του!], μέ ἀντοχή πού ἀναπτύχθηκε μέσα ἀπό χρόνια παιδικῆς κατηχήσεως καί μέ μεθόδους οἱ ὁποῖες χρειάσθηκαν αἰῶνες μέχρι νά ὡριμάσουν (εἴτε μέσῳ ἐξελίξεως εἴτε μέσῳ σχεδίου). Ἀνάμεσα στά πιό ἐπιτυχημένα ἀνοσοποιητικά τεχνάσματα περιλαμβάνεται μία ἀπειλητική προειδοποίησι νά μήν ἀνοίξουν κἄν ἕνα βιβλίο σάν κι αὐτό, τό ὁποῖο σίγουρα ἀποτελεῖ ἔργο τοῦ Σατανᾶ. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι ὑπάρχουν πολλοί ἀνοικτόμυαλοι ἄνθρωποι γύρω μας: ἄνθρωποι τῶν ὁποίων ἡ κατήχησι κατά τήν παιδική τους ἡλικία δέν ἦταν πολύ ὕπουλη [ὅλα τ᾽ἀρνητικά, πιά, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί τά ἔχουμε!], ἤ γιά διαφόρους λόγους δέν “ἔπιασε”, ἤ τῶν ὁποίων ἡ ἐγγενής εὐφυΐα εἶναι ἀρκετά ἰσχυρή ὥστε νά τήν ὑπερκεράση. Τέτοια ἐλεύθερα πνεύματα χρειάζονται λίγη μόνο ἐνθάρρυνσι ὥστε ν’ ἀπελευθερωθοῦν ἐξολοκλήρου ἀπ’ τή μέγγενη τῆς θρησκείας [πώ, πώ, δεσμά! Ἀλλά ποῦ εἶναι τό ἐπιχείρημα πού στηρίζει αὐτή τή θέσι;]»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 28).
Ὁ ἴδιος πάντως ὁ D., κατηχήθηκε ὄχι μέ ὕπουλο τρόπο στό Χριστιανισμό. Γράφει: «Τό ἀγόρι ἦταν ξαπλωμένο μπρούμυτα στό χορτάρι, μέ τό πηγούνι στηριγμένο στίς παλάμες του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε μ’ ἔκπληξι πῶς κουβαριάζονταν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ μίσχοι καί οἱ ρίζες: ἕνα ὁλόκληρο δάσος σέ μικρογραφία, ἕνα μετουσιωμένο σύμπαν ἀπό μυρμήγκια καί σκαθάρια, κι ἀκόμη —μολονότι δέν θά ἤξερε τέτοιες λεπτομέρειες ἐκείνη τήν ἐποχή— ἀπό δισεκατομμύρια βακτήρια τοῦ ἐδάφους, πού σιωπηλά κι ἀόρατα στύλωναν τήν οἰκονομία τοῦ μικροκόσμου. Ξαφνικά, τό μικροσκοπικό δάσος τῆς χλόης τοῦ φάνηκε ὅτι μεγάλωσε κι ἔγινε ἕνα μέ τό Σύμπαν καί μέ τό συνεπαρμένο νοῦ του, πού τό παρατηροῦσε. Ἑρμήνευσε αὐτή τήν ἐμπειρία μέ θρησκευτικούς ὅρους, γεγονός πού τόν ὁδήγησε νά γίνη τελικά κληρικός. Χειροτονήθηκε ἀγγλικανός ἱερέας κι ἔγινε ἐφημέριος τοῦ σχολείου μου∙ ὁ ἀγαπημένος μου δάσκαλος. Χάρι σέ ὁρισμένους σεμνούς καί φιλελεύθερους κληρικούς σάν κι ἐκεῖνον [ἐδῶ εἶναι τό κέντρο βάρους: καλοί χριστιανοί εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀπορρίπτουν, τελείως, ἄν εἶναι δυνατόν, τό Χριστιανισμό, ἤ τουλάχιστον ἀσπάζονται τή decafeiné μορφή του], κανείς δέν θά μποροῦσε νά ἰσχυρισθῆ σήμερα ὅτι μοῦ φόρτωσαν τή θρησκεία μέ τό ζόρι. (Ἡ ἀγαπημένη μας ἀσχολία στή διάρκεια τοῦ μαθήματος ἦταν νά τόν ἀποσποῦμε ἀπ’ τίς Γραφές γιά νά μᾶς λέει συγκινητικές ἱστορίες γιά τή Διοίκησι Μαχητικῶν… Στή διάρκεια τοῦ πολέμου εἶχε ὑπηρετήσει στή R.A.F…).
»Σέ κάποιο ἄλλο τόπο καί χρόνο, αὐτό τό ἀγόρι θά μποροῦσε νά ἤμουν ἐγώ, κάτω ἀπ’ τ’ ἀστέρια, θαμπωμένος ἀπ’ τόν Ὠρίωνα, τήν Κασσιόπεια καί τή Μεγάλη Ἄρκτο, μέ δάκρυα συγκινήσεως γιά τήν ἄφωνη μουσική τοῦ Γαλαξία, μεθυσμένος ἀπ’ τίς νυκτερινές μυρωδιές τῆς πλουμερίας καί τῶν δειλινῶν σ’ ἕνα ἀφρικανικό κῆπο [νά καί οἱ hautes coiffure καί couture τῆς ἀθεολογίας!]. Τό ἐρώτημα γιατί τό ἴδιο συναίσθημα ὁδήγησε τόν ἐφημέριό μας στή μία κατεύθυνσι κι ἐμένα στήν ἄλλη δέν εἶναι εὔκολο ν’ ἀπαντηθῆ. Ἕνα οἱονεί μυστικιστικό αἴσθημα γιά τή Φύσι καί τό Σύμπαν διακατέχει συχνά ἐπιστήμονες κι ὀρθολογιστές. Δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ πίστι στό ὑπερφυσικό. Τουλάχιστον ὅσο ἦταν παιδί, ὁ ἐφη(33)μέριός μου δέν γνώριζε (ὅπως δέν γνώριζα κι ἐγώ) τίς λέξεις μέ τίς ὁποῖες κατέληγε τό The Origin of Species —τό πασίγνωστο ἀπόσπασμα γιά τήν “ὄχθη μέ τήν ὀργιώδη βλάστησι”, “μέ πουλιά νά τραγουδοῦν πάνω στούς θάμνους, μέ ἔντομα νά πετοῦν γύρω, καί μέ σκουλήκια νά ἕρπουν μέσα στήν ὑγρή γῆ” [νά τα ξανά τά «ποιητικά»!]. Ἄν κάποιος ἤξερε, θά εἶχε σίγουρα συμφωνήσει καί, ἀντί γιά τήν ἱερωσύνη, θά εἶχε ἴσως ὁδηγηθῆ στήν ἄποψι τοῦ Δαρβίνου ὅτι ὅλα “ἔχουν παραχθῆ ἀπό νόμους πού ἐνεργοῦν γύρω μας” [οἱ ἀρνητές παραδέχονται τό ἀσυμβίβαστο Χριστιανισμοῦ καί Θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως· μόνο οἱ Χριστιανοί κοιμοῦνται!]:
»“Ἔτσι, ἀπ’ τόν πόλεμο μέσα στή Φύσι, ἀπ’ τήν πεῖνα καί τό θάνατο, προκύπτει ἄμεσα τό πιό θαυμάσιο ἀποτέλεσμα τό ὁποῖο εἴμαστε ἱκανοί νά συλλάβουμε, δηλ. ἡ παραγωγή τῶν ἀνωτέρων ζώων. Ὑπάρχει μεγαλεῖο σ’ αὐτή τή θεώρησι ὅτι ἡ ζωή, μέ τίς ποικίλες δυνάμεις της, ἀρχικά ἐμφυσήθηκε σέ λίγες μορφές, ἤ μόνο σέ μία∙ κι ὅτι, ἐνῶ ὁ πλανήτης μας περιστρεφόταν κι ἐξακολουθεῖ νά περιστρέφεται σύμφωνα μέ τό σταθερό νόμο τῆς βαρύτητος, ἀπό μία τόσο ἁπλῆ ἀρχή ἐξελίχθηκαν, καί συνεχίζουν νά ἐξελίσσωνται, ἀμέτρητες μορφές, τόσο ὄμορφες καί τόσο θαυμαστές”»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 32). Καί πάλι: οἱ ἀποδείξεις ὅτι συνέβησαν ὅλα αὐτά, ποῦ εἶναι;
«Φιλελεύθεροι» Κληρικοί καί ἀπιστοι πιστοί
Στούς «φιλελεύθερους κληρικούς» μποροῦμε νά ἐντάξουμε κι ἐκεῖνον τῆς Τατιάνας Γκορίτσεβα: «Θυμᾶμαι ἕνα ἱερέα σέ μιά ἐκδρομή στή Γερμανία, πού εἶχε ὀργανωθῆ ἀπό μιά ἐνορία χωριοῦ. Κατά τή διάρκεια τῶν δύο ἡμερῶν πού διήρκεσε ἡ ἐκδρομή ὁ νέος ἱερέας ἀθλητικός καί χαρούμενος μᾶς μίλησε γιά ὅλα, γιά ἀεροπλάνα καί ποδόσφαιρο, γιά τίς ἐκλογές καί τήν διατροφή· γέλασε πολύ, προσπάθησε νά ψυχαγωγήση ὅλο τόν κόσμο. Μέ λίγα λόγια ἦταν σάν ἕνας ὑπεύθυνος ψυχαγωγίας. Ἐνῶ ὁ τόσο ὄμορφος κόσμος πίσω ἀπό τά τζάμια, μέ τίς ἀπότομες πλαγιές του καί τή λάμψι τῶν μπλέ καί μώβ χρωμάτων του μοῦ ἔφερνε στό νοῦ αὐθόρμητα τούς στίχους τῶν ψαλμῶν: “Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα Σου Κύριε! Πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας”.
Μόλις ἐπιστρέψαμε, τόν ρώτησα: “Γιατί δέν μιλήσατε μιά φορά γιά τό Θεό, γιά τήν ὀμορφιά τῆς δημιουργίας;” Μοῦ ἀπάντησε: “῎Αν μιλοῦσα γιά τό Θεό θά ἔχανα τούς ἀνθρώπους μου, θά ἔμενα μόνος”. “Μά ἡ μοναξιά ποτέ δέν ἦταν ἁμαρτία”, τοῦ εἶπα σκεπτόμενη ὅτι δέν ἦταν ἀλήθεια, ὅτι θά ἔχανε τούς ἀνθρώπους του. Οἱ χωρικοί πάντα μέ ἄκουγαν εὐχάριστα ὅταν μιλοῦσα γιά τήν Ἐκκλησία, γιά τήν προσευχή. Μοῦ ξαναζητοῦσαν νά πάω νά τούς δῶ»(Εἶναι ἐπικίνδυνο νά μιλᾶς γιά τό Θεό, ἐκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 1987, 111)
Στήν παραπάνω κατηγορία ἀνθρώπων μποροῦμε νά ἐγγράψουμε καί τό «Martin Rees, σημερινό βασιλικό ἀστρονόμο καί πρόεδρο τῆς Βασιλικῆς Ἑταιρείας», πού εἶπε στό D. ὅτι «πηγαίνει στήν ἐκκλησία ὡς “ἄπιστος ἀγγλικανός {…} ἀπό ἀφοσίωσι στή φυλή”. Δέν ἔχει θεϊστικές πεποιθήσεις, ἀλλά συμμερίζεται κι ἐκεῖνος τόν ποιητικό νατουραλισμό τόν ὁποῖο ἐμπνέει τό Σύμπαν καί στούς ἄλλους ἐπιστήμονες»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 36). Τί νά πῆ κανένας; Τέτοιες διαστροφές καί ἀσυνέπειες;! Δέν μπορῶ ν᾽ ἀντισταθῶ στόν πειρασμό νά δώσω στόν ἀναγνώστη ἕνα μικρό ποιηματάκι ἐνδεικτικό τῆς λογικῆς ἀνακολουθίας τῆς παραπάνω νοοτροπίας:
«Τρία πουλάκια πᾶν᾽ ψηλά καί τρία πᾶνε κάτω
κι ἀπ᾽ τά ὡραῖα σου μαλλιά κρέμονται μελιτζάνες
κι ἄν δέν σ᾽ ἀρέσ᾽ ἡ μύτη μου, νά σοῦ τήν πελεκίσω
καί ρίξε με εἰς τό γυαλό νά πλέω σά σκεπάρνι»!!!
Ἀλλά καί στό ἀκόλουθο ἀπόσπασμα φαίνεται καθαρά ποιούς Χριστιανούς προτιμᾶ ὁ D.: τούς «»ξενέρωτους», γιά χρησιμοποιήσουμε μιά λέξι τοῦ συρμοῦ, τούς decafeiné. Ρωτᾶμε: Θά δεχόταν ὠς συζητητές του στό χῶρο τῆς ζωολογίας ἀνθρώπους πού δέν θά τήν εἶχαν σπουδάσει, ἤ θά τήν εἶχαν σπουδάσει λάθος, ἤ θά εἶχαν ἀπορρίψει τά συμπεράσματά της; Γιατί αὐτό δέν τό κάνει καί στό χῶρο τοῦ Χριστιανισμοῦ; Γιατί δέν κοιτάζει νά δῆ τί λένε αὐτοί πού συνάντησαν τό Θεό, οἱ Ἅγιοι δηλ.; Διότι, ἐφόσον ὁ Θεός εἶναι πρόσωπο, μιλᾶμε περί συναντήσεως καί ὄχι περί ἐπιχειρημάτων. Ἰδού, ὅμως, τό ἀπόσπασμα: «Ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά βασίζουν κατά γράμμα τήν ἠθικότητά τους στή Βίβλο εἴτε δέν τήν ἔχουν διαβάσει εἴτε δέν τήν ἔχουν κατανοήσει, ὅπως σωστά παρατήρησε ὁ ἐπίσκοπος John Shelby Spong στό βιβλίο του The Sins of Scripture (Οἱ Ἁμαρτίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς). Ὁ ἐπίσκοπος Spong, παρεμπιπτόντως, ἀποτελεῖ ὡραῖο παράδειγμα φιλελευθέρου ἐπισκόπου, μέ ἀντιλήψεις τόσο προοδευτικές ὥστε νά μήν ἀναγνωρίζωνται πλέον ἀπ’ τήν πλειονότητα ὅσων αὐτοαποκαλοῦνται χριστιανοί. Τό ἀντίστοιχό του στή Βρεταννία εἶναι ὁ Richard Holloway, πρόσφατα συνταξιοδοτημένος ἀπ’ τή θέσι τοῦ ἐπισκόπου τοῦ Edinburgh. Ὁ ἐπίσκοπος Holloway φθάνει μάλιστα στό σημεῖο νά περιγράφη τόν ἑαυτό του ὡς “ἀνανήφοντα χριστιανό”. Συμμετεῖχα μαζί του σέ κάποια δημόσια συζήτησι στό Edinburgh, ἡ ὁποία ἦταν μία ἀπ’ τίς πιό ἐποικοδομητικές κι ἐνδιαφέρουσες συναντήσεις τῆς ζωῆς μου»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 262).
Ὡς πρός τό θέμα τῆς ἠθικῆς, τώρα, τά πράγματα εἶναι ἐπίσης ξεκάθαρα: Εἶναι ἄλλο τό τί ἀναφέρει ἡ Γραφή ὅτι συνέβη στήν πορεία τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας κι ἄλλο τό τί ἀποδέχεται ἤ ἀπορρίπτει ὡς ἀνήθικο. Αὐτά εἶναι στοιχειώδη πράγματα. Ἐπίσης πρέπει νά τονίσουμε ὅτι ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων τῆς κάθε ἐποχῆς προσάρμοζε ὁ Θεός τίς ἠθικές ἀπαιτήσεις του ἀπό αὐτούς τελειοποιώντας τις σταδιακά. Κατηγορεῖ κανείς ἀπό αὐτούς τόν Ἀριστοτέλη διότι δεχόταν τή δουλεία στήν ἐποχή του;
Ἀσυνέπειες
Ἄς παραδώσουμε, ὅμως, τή γραφίδα γιά λίγο στόν καθηγητή Τσιρ.. Ἔχει ἐνδιαφέροντα πράγματα νά μᾶς πῆ: «Μεταξύ τοῦ ὑλισμοῦ καί τοῦ κακοχωνεμένου, τοῦ ἀσυνεποῦς Χριστιανισμοῦ, ὑπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά. Ἡ διαφορά λέγεται τό δέον. Ὁ Χριστιανισμός καί στή χειρότερη περίοδο τῆς ἱστορίας του ἐξέπεμπε τό ὀρθό δέον. Ἐπί Χριστιανισμοῦ, ἐπί χριστιανικῆς πνευματικῆς ἡγεσίας, τό δέον παραβιάζεται. Ἀλλά ὑπάρχει. Μέ τόν ὑλισμό ἀντιθέτως τό πνευματικό δέον συμπνίγεται, ἐξαφανίζεται. Γιατί; Διότι ἀφοῦ τό πᾶν εἶναι ὕλη καί ὕλη εἶναι τό πᾶν, δέν ὑπάρχει χῶρος γιά τό πνευματικό δέον. Ἀνοῖξτε ὁποιοδήποτε ἐγχειρίδιο φυσικῆς ὅπου ἐκτίθενται οἱ ἰδιότητες τῆς ὕλης· δέν θά βρῆτε τίποτε περί τοῦ πνευματικοῦ δέοντος»(περ. Συζήτησις, Ν 1970, 204)
Ἐπίσης: «Ὁ ἄνθρωπος, βλέποντας καί ζώντας ὅλη αὐτή τήν [ἀνά τούς αἰῶνες] σηπεδόνα [:σῆψι], ἀρνιόταν τό χριστιανικό πνεῦμα. Βέβαια, μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος καί ἔπρεπε νά κάνη τό ἀντίθετο. Ἀντί νά ἀρνηθῆ, νά ἐπικαλεσθῆ καί νά τονώση τό χριστιανικό πνεῦμα, γιά νά κτυπήση τή σαπίλα. Μποροῦσαν οἱ “πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην” νά μή κτυπήσουν τήν πηγή τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά ἴσα-ἴσα νά προστρέξουν σ᾽ αὐτήν γιά νά κτυπήσουν τή σαπίλα. Μποροῦσαν βέβαια! Ἀλλά τό μεγαλύτερο λάθος τό ὁποῖο διέπραξε ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο: Ὅτι κτύπησε τή χριστιανική πνευματικότητα γιά νά λυτρωθῆ ἀπό τήν τόση σαπίλα πού εἶχε εἰσδύσει ὡς παράβασι, μέσα στό χριστιανικό ἔδαφος καί ἔπεσε [ὁ ἄνθρωπος] ἐκεῖ ὅπου ἡ σαπίλα εἶναι πλέον στό σπίτι της, ἐκεῖ ὅπου δέν εἶναι πλέον παράβασι, εἶναι αὐτονόητη συνέπεια»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Ν 1970, 203)
Ἀκόμα: «Μέ τό Χριστιανισμό ἔχετε τουλάχιστον τό “πᾶ στῶ” [:ποῦ νά σταθῆτε] γιά νά διαμαρτυρηθῆτε. Μέ τόν ὑλισμό, ὅμως, γιά τίς ὑλιστικές ἀθλιότητες, ἐν ὀνόματι τίνος θά διαμαρτυρηθῆτε;
Καί ἀκόμα γενικότερα: Οἱ ἀξίες τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ, τό δίκαιο, τό ἅγιο, τῆς ἀλήθειας ἡ ἐκζήτησι, ἡ ἱερότητα τοῦ καθήκοντος, ἡ ἀνιδιοτέλεια, ἡ αὐτοθυσία, ὁ ἡρωϊσμός, ἡ ἀγάπη, ὅλα αὐτά προϋποθέτουν πνευματική θεώρησι τοῦ σύμπαντος. Μέ τόν ὑλισμό, ποῦ θά σταθοῦν οἱ ἀξίες αὐτές;
Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη γιά τήν ὁποία λέμε τόσα πολλά καί καταλαβαίνουμε τόσο λίγα. Κοινωνική δικαιοσύνη τήν ὁποία ἐπιζητεῖ καθένας ὄχι γιά τόν ἑαυτό του, διότι αὐτό εἶναι τό συμφέρον του, ἀλλά γιά τούς ἄλλους, τούς ἀδύνατους, διότι αὐτό εἶναι δίκαιο, ἡ κοινωνική αὐτή δικαιοσύνη εἶναι αἴτημα πνευματικό. Κοινωνική δικαιοσύνη, ὅπως καί κάθε δικαιοσύνη, ὑφίσταται μόνον ὅπου ὑπάρχει πνευματική θεώρησι τοῦ κόσμου καί τοῦ βίου.
Ἀκόμη κάτι ἄλλο. Μέ τόν ὑλισμό ὡς κυβερνήτη δέν μπορεῖ νά γίνη λόγος περί ἡρωϊσμοῦ. Τί θά γίνη, λοιπόν· θά ἔχουμε πολιτισμό χωρίς ἥρωες; Ἀφοῦ ὁ ἡρωϊσμός δέν εἶναι ὕλη, καί ἀφοῦ τό μόνο πού ὑπάρχει εἶναι ἡ ὕλη, θά κάνουμε πολιτισμό χωρίς ἥρωες. Ἔλα, ὅμως, πού πολιτισμός χωρίς ἥρωες δέν μπορεῖ νά σταθῆ διότι ὁ πολιτισμός δέν μπορεῖ νά σταθῆ χωρίς ἀγῶνα καί ἀγῶνες δέν γίνονται χωρίς ἥρωες καί μέ τό vive-moi, ζήτω ἐγώ, ὡς σύνθημα! Θά ἔχουμε, λοιπόν, μή ἀγωνιστικό πολιτισμό. Χίμαιρα δηλαδή. Θά καταφύγουμε, λοιπόν, καί στή χίμαιρα. Φαίνεται ὅτι ἡ χίμαιρα ταιριάζει μέ τήν ὕλη. Καί αὐτή τή χίμαιρα προσφέραμε ὡς πνευματική τροφή στούς νέους μας γιά νά πετύχουμε αὐτό τό ἐξάμβλωμα, τό χιμαιροπαρμένο ὑλιστή»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Ν 1970, 204)
Ἀσυνέπεια παλαιοτέρων ἀθέων…
Ὁ Τσιρ. ἔχει καί μιά ὡραία ἐξήγησι γιά τήν πνευματικότητα τῶν ἀθέων τῆς πρώτης περιόδου τῆς ἀθεΐας τῶν νεωτέρων χρόνων: «Ὁ ἀθεϊσμός ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἦταν ἀσυνεπής. Ὁ ἄθεος ἐκεῖνος ἔλεγε ὅτι δέν πιστεύει σέ Θεό, σέ θεῖο νόμο, σέ θεῖο θέλημα, σέ μέλλουσα ζωή, σέ καμμιά πνευματική ἀξία, σέ πνεῦμα, σέ ψυχή· μέσα του, ὅμως, ὑπῆρχε τό οἰκοδόμημα τῆς παραδόσεως γενεῶν καί γενεῶν. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο ἡ ζωή του δέν ἐμφάνιζε τήν ἀθεϊστική συνέπεια καί εἶχες ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι φώναζαν ὅτι εἶναι ἄθεοι, ἀλλά στό βάθος δέν ἦταν. Καί ὁ Max Nordau εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τόν ἄθεο πού λέει: “Μά τό Θεό, εἶμαι ἄθεος”»(περ. Συζήτησις, Φ 1971, 26)
Ἐπίσης: «Ἐκεῖνο πού ἔσωζε τήν κατάστασι στό δυτικό πολιτισμό, εἶναι ὅτι στίς περασμένες γενιές οἱ ἄθεοι δέν ἦταν ὄντως ἄθεοι. Ἦταν στή θεωρία ἄθεοι· στή ζωή, ὅμως, μιλοῦσε ἡ ἠθική τῆς πίστεως καί ἡ πρός τά ἄνω φορά τοῦ Εὐαγγελίου. Γι᾽ αὐτό τό λόγο εἴχαμε τό παράδειγμα ἀθέων, οἱ ὁποῖοι μέ τό στόμα μέν προπαγάνδιζαν τόν ἀθεϊσμό, ἡ ζωή τους, ὅμως, ἦταν ἀπό πάρα πολλές ἀπόψεις ὑπόδειγμα ζωῆς πνευματικῆς, ζωῆς ἱκανῆς νά ντροπιάση πολλούς πιστούς. Καί εἶναι πολλά τά παραδείγματα τέτοιων ἀθέων πού ἔζησαν βίο ὑποδειγματικό καί αὐτό ἦταν τό μεγάλο ἐπιχείρημα ὑπέρ τῆς θεωρίας τους. Οἱ σημερινοί, ὅμως, ἄθεοι οὔτε θεωρία ἔχουν, οὔτε τό μυαλό τους διαθέτει χῶρο γιά κοσμοθεωρία, ἔχουν, ὅμως, κάθε συνέπεια στόν “αὐτονόητο” ἀθεϊσμό τους, τόν ὁποῖο πῆραν ἀπό τούς γονεῖς τους. Ἀπό ὅσες ζημιές ὑπέστη ὁ πολιτισμός μας, ἡ μεγαλύτερη εἶναι ἴσως αὐτή: Ὁ πολιτισμός μας ἔχασε τήν ἀσυνέπεια τῶν ἀθέων! Οἱ ἄθεοι εἶναι πλέον συνεπεῖς ἑκατό τοῖς ἑκατό. Δέν δέχονται τίποτε ἀνώτερο ἀπό τόν ἑαυτό τους, τίς ἐπιθυμίες τους, τό ἐγώ τους, τό χουζοῦρι τους, τόν ἐγωϊσμό τους καί αὐτό μέ κάθε συνέπεια. Δέν τούς συγκινεῖ ἡ ὀμορφιά τῆς ἀνωτερότητος, γιά τό λόγο πού οἱ καλύτεροι ζωγραφικοί πίνακες δέν μποροῦν νά συγκινήσουν ἕνα τυφλό. Οἱ ἄθεοι αὐτοί εἶναι συνεπεῖς καί χωρίς φραγμό. Αὐτοί οἱ “Χίππις”, αὐτοί πού καταναλώνουν τά L.S.D. κλπ., εἶναι, ἁπλούστατα, ἡ συνέπεια στόν ἀθεϊσμό. Ἅμα τό ἐξετάσετε, θά βρῆτε τήν ἄψογη λογική αὐτῆς τῆς πορείας. Ἀφοῦ δέν ὑπάρχει τίποτε τό ὑπερανθρώπινο, πρέπει κάθε ἀνθρώπινη αὐθαιρεσία νά πάρη τό λόγο, χωρίς ὅρια. Τά ὅρια, ὅταν δέν βασίζωνται πάνω στήν πίστι, στεροῦνται ὁποιασδήποτε λογικῆς βάσεως.
Μία ἄλλη συνέπεια, ἡ ἔσχατη συνέπεια, ἀλλά λογική συνέπεια, εἶναι ἡ αὐτοκτονία. Τό κῦμα τῶν αὐτοκτονιῶν, μέσα σέ μία εὐημερία τήν ὁποία ποτέ ἄλλοτε δέν εἶδε ἡ ἀνθρωπότητα —διότι πῶς νά τό κάνουμε, ποτέ ἄλλοτε δέν εἴχαμε τήν εὐημερία πού ἔχουμε τώρα καί λόγῳ ἀκόμη τῆς τεχνικῆς προόδου ἡ ὁποία κατέστησε δυνατή τήν ἄνεσι καί στόν φτωχότερο— τό κῦμα, λοιπόν, τῶν αὐτοκτονιῶν, ὅλο καί ἁπλώνεται στό βόρειο “ὑπερπολιτισμό”»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Ὀ 1967, 164)
Ἀκόμα: «Ὁ παλιός ὑλιστής-ἄθεος ἦταν ἀντιφατικός. Χαρακτήριζε τόν ἑαυτό του ὑλιστή καί στή ζωή του ἦταν πρότυπο ἰδεολόγου. Σύμφωνα μέ τή θεωρία χλεύαζε τίς πνευματικές ἀξίες καί, ὅμως, στήν πρᾶξι τίς εἶχε ὁδηγό τῆς ζωῆς του, ἀκολουθώντας τις μέχρις ἡρωϊσμοῦ καί θυσίας καί τῆς ζωῆς του ἀκόμη. Αὐτή ἡ ἀσυνέπεια τοῦ ἀθέου ἐμπόδιζε νά δοῦμε σέ ποιό κατάντημα, θά πῶ τή λέξι διότι πρέπει νά πῶ τή λέξι, σέ ποιά ἀποκτήνωσι ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο ὁ ἀθεϊσμός»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Ἰα 1969, 2)
Καί τέλος: «Ἔβγαλαν ἀπό τόν ἄνθρωπο τή χριστιανική πίστι ὡς θεμέλιο, χωρίς, ὅμως, νά προσφέρουν θεμέλιο ἄλλο.
Στήν ἀρχή δέν φαινόταν σέ ποιά καταστροφή ὁδηγεῖ αὐτό. Διότι οἱ πρῶτες γενιές πού δέχθηκαν τίς νέες ἰδέες διατηροῦσαν ἀκόμη μέσα στήν ψυχή τόν παλαιό θησαυρό, πού εἶχε ἐπί αἰῶνες μαζευθῆ καί τούς εἶχε παραδοθῆ ἀπό τήν πίστι τῶν πατέρων τους. Ὁ θησαυρός αὐτός, λοιπόν, τῆς πίστεως ἔπαψε πλέον μέ τίς “νέες ἰδέες” νά ἀνανεώνεται, σταμάτησε ἡ πνευματική τροφοδοσία, ὑπῆρχε, ὅμως, ἀκόμη τό ἀπόθεμα ἀπό τό παρελθόν. Ἔτσι ἄρχισε ὁ πολιτισμός μας νά ζῆ ἀπό μία ἀντίφασι. Ὁ νεώτερος ἄνθρωπος ἀρνιόταν μέν τήν πίστι τῶν πατέρων του, ζοῦσε, ὅμως, τόν πνευματικό πολιτισμό τόν ὁποῖο ἡ πίστι αὐτή τοῦ εἶχε ἀποθησαυρίσει. Καί αὐτή ἡ ἀντίφασι δέν ἄφηνε νά ἐκδηλωθῆ σέ ποιά ἀποτελέσματα ὁδηγεῖ ἡ ἀπάρνησι τοῦ θεμελίου τῆς χριστιανικῆς πίστεως»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Συζήτησις, Φ 1967, 22)
… καί προσφάτων
Ἰδού κι ἕνα παρόμοιο περιστατικό ἀπό κάποιον ὁ ὁποῖος εἶχε φυλακισθῆ σέ μιά ἀπό τίς φυλακές τοῦ ἀθεϊστικοῦ παραδείσου: «Συχνά ρωτοῦσα τούς βασανιστές:
—Δέν ἔχετε ἔλεος στίς καρδιές σας;
Κι αὐτοί συνήθως ἀπαντοῦσαν μέ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό Lenin:
—Δέν μπορεῖς νά κάνης ὁμελέττες χωρίς νά σπάσης τά τσόφλια τῶν αὐγῶν καί δέν μπορεῖς νά κόβης ξύλα χωρίς νά πετάγωνται οἱ φλοῦδες.
Κι ἐγώ τούς ἔλεγα:
—Γνωρίζω κι ἐγώ αὐτό τό ἀπόσπασμα τοῦ Lenin, ὅμως, μέ μιά διαφορά. Ὅταν κόβης ἕνα κομμάτι ξύλου αὐτό δέν αἰσθάνεται τίποτε. Ἐδῶ, ὅμως, ἔχετε νά κάνετε μέ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις. Κάθε κτύπημα προκαλεῖ πόνο καί ὑπάρχουν μάνες πού κλαῖνε.
Αὐτό, ὅμως, ἦταν μάταιο. Αὐτοί εἶναι ὑλιστές. Γι᾽ αὐτούς τίποτε ἄλλο δέν ὑπάρχει παρά ἡ ὕλη. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σάν τό ξύλο καί τό τσόφλι τοῦ αὐγοῦ. Αὐτή ἡ πεποίθησι τούς βυθίζει σέ ἀπίστευτα βάθη σκληρότητος.
Ἡ σκληρότητα τῆς ἀθεΐας εἶναι δυσκολοπίστευτη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύη στήν ἀμοιβή τοῦ καλοῦ ἤ στήν τιμωρία τοῦ κακοῦ, δέν ὑπάρχει λόγος νά εἶναι ἄνθρωπος. Δέν ὑπάρχει περιορισμός στό βάθος τοῦ κακοῦ πού εἶναι μέσα στόν ἄνθρωπο. Οἱ κομμουνιστές βασανιστές συχνά ἔλεγαν:
—Δέν ὑπάρχει Θεός, οὔτε ὑπερ-πέραν, οὔτε τιμωρία γιά τό κακό. Μποροῦμε νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε.
Ἄκουσα ἕνα βασανιστή νά λέει ἀκόμα:
—Εὐχαριστῶ τό Θεό, στόν ὁποῖο δέν πιστεύω, ὅτι ἔζησα ὥς αὐτή τήν ὥρα καί μπορῶ νά ἐξωτερικεύσω ὅλο τό κακό ἀπ᾽ τήν καρδιά μου.
Αὐτό τό ἐξέφραζε μέ ἀπίστευτη κτηνωδία καθώς κτυποῦσε καί βασάνιζε τούς φυλακισμένους»(Richard Wurmbrand, Βασανισμένοι γιά τόν Χριστό, ἐκδ. Μάννα, Πειραιάς 1983, 44)
Παρεξηγήσεις
Νά ἐπιτρέψουμε ἐδῶ νά μᾶς πῆ τήν ἄποψί του καί ὁ βασανισμένος ἀπό τήν ἀθεΐα π. Dimitri Doudko: «Πιστεύουμε στό Θεό ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀόρατος. Μόνο οἱ ἄθεοι προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν τό Θεό σάν ἕνα ὑλικό πλάσμα. Ἐπειδή δέν γνωρίζουν τίποτε ἄλλο, ἐκτός ἀπ᾽ τήν ὕλη, ὁ Θεός γι᾽ αὐτούς εἶναι φτιαγμένος ἀπό ὕλη. Καί ὅταν ἀρνοῦνται τό Θεό, δέν ἀρνοῦνται τό Θεό μας, ἀλλά τό δικό τους Θεό, αὐτό τόν ὁποῖο δημιούργησαν κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωσί τους. Γιά νά ἐκφρασθῶ μ᾽ ἕνα μεταφορικό τρόπο, θά ἔλεγα ὅτι πολεμᾶνε ἐνάντια στήν ἴδια τή σκιά τους. Ἄν τό σκεφθοῦμε καλά, εἶναι ἕνας κωμικός ἀγώνας»(Ἡ Ἐλπίδα μας, ἐκδ. Ἔλαφος, Ἀθήνα 1979, 19)
Ὁ Τσιρ., ἐπίσης, ἔχει νά μᾶς προσφέρη κάτι σπουδαῖο: «Τή λέξι “μεταφυσική” τή χρησιμοποιοῦν οἱ ἀρνητές μέ μία δόσι εἰρωνείας, μέ περιφρόνησι· τήν ἐκσφενδονίζουν σχεδόν σάν ὕβρι.
—Ὥστε ἐσεῖς δέν κάνετε μεταφυσική;
—Ὄχι, ἀπαντοῦν, διότι ἐμεῖς δέν δεχόμαστε ὅτι ὑπάρχει Θεός, δεχόμαστε ὅτι ὁ κόσμος ἔγινε μόνος του.
Ὥστε, μέ τή λογική τῶν ἀρνητῶν, αὐτό εἶναι τό συμπέρασμα: Ὅταν βρισκώμαστε μπροστά στό μεγάλο πρόβλημα, πῶς ἔγινε ὁ κόσμος, τότε, ἐάν μέν πῆτε, ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἀπ᾽ τό Θεό, κάνετε μεταφυσική· ἐάν, ὅμως, πῆτε, ὅτι ἔγινε “αὐτόματα”, στήν τύχη, κάνετε ἐπιστήμη!
Καί ποιά μέν συγκεκριμένα ἐπιστήμη παραπέμπει γιά τά ζητήματα αὐτά στήν τύχη, δέν μπόρεσαν, τέλος πάντων, νά μᾶς καθορίσουν οἱ ἀρνητές. Στήν τύχη οἱ ἐπιστῆμες δέν παραπέμπουν! Ἐκεῖνο, ὅμως, πού πρέπει ἐδῶ νά ξεκαθαρισθῆ, εἶναι τοῦτο: Τό ἄν κάνουμε μεταφυσική ἤ ὄχι ἐξαρτᾶται ἀπό τό θέμα μέ τό ὁποῖο ἀσχολούμαστε, καί ὄχι ἀπό τήν ἀπάντησι τήν ὁποία δίνουμε. Τό θέμα: “πῶς ἔγινε τό Πᾶν” εἶναι θέμα μεταφυσικό καί κάθε ἀπάντησι πού θά δοθῆ εἶναι ἀπάντησι μεταφυσική· κάτι περισσότερο: ἀπάντησι πίστεως. Μεταφυσική κάνει καί αὐτός πού δέχεται καί αὐτός πού ἀρνεῖται τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ. Πίστεως περιεχόμενο εἶναι καί ἡ παραδοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ παραπομπή στήν τύχη. Καί ἐδῶ καί ἐκεῖ κάνουμε μεταφυσική. Καί ἐδῶ καί ἐκεῖ εἶναι πίστι. Μέ δύο, ὅμως, βασικές διαφορές:
Ἡ μία διαφορά εἶναι ὅτι ἡ πίστι στήν ὕπαρξι Θεοῦ, εἰδικότερα ἡ χριστιανική πίστι εἶναι πίστι πού προβάλλεται εὐθέως, καθαρά καί ξάστερα, χωρίς περιστροφές: ὡς πίστι. Ἀνάγεται σέ μία μεταφυσική πού ἐμφανίζεται, οἰκοδομεῖται, συστηματοποιεῖται ἐμφανῶς καί ἁρμονικῶς ὡς τέτοια· ὡς μεταφυσική. Ἐνῶ ἡ ἀρνητική πίστι, ἡ ἀρνητική μεταφυσική εἶναι κρυμμένη, ψεύτικη, καμουφλαρισμένη μέ ἕνα δῆθεν ἐπιστημονικό περίβλημα· εἶναι κάτι τό ἀπόκρυφο, τό νόθο. Ἐπικαλεῖται ἡ ἄρνησι τήν ἐπιστημονική ἀπόδειξι. Καί ὅταν τή ρωτᾶτε, ποιά, λοιπόν, ἐπιστήμη ἀπέδειξε τήν “αὐτόματη” γένεσι, ποιά ἐπιστημονική παρατήρησι ἤ πείραμα ἔδειξε τήν τύχη νά δημιουργῆ… τό πᾶν, τότε… τότε πέφτει τό καμουφλάρισμα καί ξεπροβάλλει ἡ ψευδομεταφυσική μιᾶς πίστεως, πού δέν τολμᾶ νά ἐμφανισθῆ ὡς τέτοια, ὡς πίστι!
Ἀλλά ὑπάρχει καί δεύτερη οὐσιώδης διαφορά: Ἡ χριστιανική πίστι δέν ἀντιστρατεύεται στήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία ἤ τήν ἀνθρώπινη λογική. Ἴσα-ἴσα βαδίζει μαζί της ἕως ἐκεῖ πού φθάνει ἡ ἐμπειρία καί ἡ λογική καί μιλάει ὡς “πίστι” μόνον, ἐκεῖ ὅπου δέν φθάνουν πλέον οὔτε οἱ αἰσθήσεις μας, οὔτε καί ἡ λογική ἀκόμη: Κάθε τι στόν κόσμο, βλέπω ὅτι ἔχει μία δημιουργική αἰτία. Καί ὁ κόσμος ὅλος στό σύνολό του, λοιπόν, ἔχει καί αὐτός τή δημιουργική του αἰτία, τό Δημιουργό του.
—Μά δέν τόν βλέπω τό Δημιουργό αὐτό μέ τά μάτια μου.
—Τί σημαίνει αὐτό; Ποιός ποτέ εἶπε, ὅτι βλέπουμε ὅλη τήν πραγματικότητα, κάθε τι πού ὑπάρχει, ὥστε νά πῆ καί ὅτι γιά νά μή βλέπουμε κάτι, ἄρα δέν ὑπάρχει; Μήπως ἀκριβῶς μέ τήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης δέν διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ὅτιἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐμεῖς μέ τίς αἰσθήσεις μας ἀντιλαμβανόμαστε, εἶναι ἀπειροελάχιστο ποσοστό τῆς πραγματικότητος; Καί ἄν αὐτό ἰσχύη γιά τό φυσικό κόσμο, εἶναι ἐκπληκτικό, ὅτι ἰσχύει γιά Ἐκεῖνον πού δημιούργησε τόν κόσμο; Ἐάν κανείς δέν ἀμφιβάλλη γιά τήν ὕπαρξι τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, τόν ὁποῖο κανείς ποτέ δέν εἶδε, διότι βλέπει μόνον τίς ἐνέργειές του, εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι πιστεύουμε στό Δημιουργό τοῦ παντός, διότι βλέπουμε μόνο τά δημιουργήματά του;
Ἐλᾶτε τώρα στήν ἀρνητική ἐκδοχή: Δέν χρειάζεται νά πιστεύετε τίποτε, μᾶς λέει. Ὁ κόσμος ἔγινε στήν τύχη, μόνος του.
—Μόνος του; Τόν εἴδατε σεῖς τόν κόσμο νά γίνεται μόνος του;
—Ὄχι, βέβαια!
—Μήπως, τουλάχιστον, εἴδατε τίποτε στόν κόσμο αὐτό νά γίνεται μόνο του; Αὐτό τό “αὐτομάτως” τό εἴδατε ποτέ στή ζωή σας; Εἴδατε ποτέ τίποτε νά γίνεται αὐτομάτως; Ἔ, λοιπόν, ἀφοῦ οὔτε τό παραμικρό δέν γίνεται μόνο του, αὐτομάτως, στήν τύχη, πῶς ἔγινε τότε στήν τύχη τό πᾶν; Ἀφοῦ ἕνα ποτῆρι νερό δέν γεμίζει “μόνο του”, πῶς ὁ κόσμος ὅλος γέμισε “μόνος του” μέ τούς γαλαξίες καί τά μικρόβια, μέ τά ἄστρα καί μέ τόν ἀνθρώπινο νοῦ;
Τό συμπέρασμα; Μά τό βλέπει ὁ ἀναγνώστης ἤδη! Ἡ χριστιανική πίστι παίρνει τόν ἄνθρωπο, καί ἀπό ἐκεῖνα πού εἶναι κατά λόγον τόν χειραγωγεῖ, τόν ἀνεβάζει στά ὑπέρ λόγον. Ἡ ἄρνησι… αὐτή μέ διάφορους ἑλιγμούς καί συγκαλύψεις λέει κάτι, πού εἶναι ἀντίθετο καί πρός τήν ἐμπειρία μας καί πρός τή λογική μας. Εἶναι παρά λόγον, μᾶς λέει, ἡ χριστιανική πίστι. Ἡ νεώτερη ἐπιστήμη, ὅμως, μέ τό στόμα ἑνός βιολόγου ὅπως ὁ Driesch, τά λέει περισσότερο ὠμά: Ἡ ἄρνησι, αὐτή εἶναι “ἀνοησία”!»(Β. Πλουμίδη [=Ἀλ. Τσιριντάνη], Εἰσαγωγή εἰς τόν Χριστιανισμόν, ἐκδ. Δαμασκός, Ἀθήνα 1959, 48).
Γνώσιμα
Ἄς ἐπανέλθουμε, ὅμως, στό D.. Μιά ἀπ᾽ τίς αἰτίες τῆς ἀπιστίας του εἶναι ἡ ἀπό μέρους του ἀνεπίτρεπτη ἐπέκτασι τῶν ὁρίων τοῦ γνωσίμου: «Οἱ ἀνθρώπινες σκέψεις καί τά συναισθήματα ἀναδύονται μέσα ἀπ’ τίς ἐξαιρετικά πολύπλοκες διασυνδέσεις φυσικῶν ὀντοτήτων μέσα στόν ἐγκέφαλο. Ὁ ἀθεϊστής, μ’ αὐτή τή φιλοσοφική ἔννοια τοῦ νατουραλιστῆ, εἶναι κάποιος πού πιστεύει ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε ἐπέκεινα τοῦ φυσικοῦ, ὑλικοῦ κόσμου [αὐτό πῶς ἀποδεικνύεται;], καμμία ὑπερφυσική δημιουργική εὐφυΐα πού ἐλλοχεύει πίσω ἀπ’ τό παρατηρήσιμο Σύμπαν, οὔτε ψυχή ἡ ὁποία ἐπιβιώνει μετά τό θάνατο τοῦ σώματος, οὔτε καί θαύματα —ἐκτός ὑπό τήν ἔννοια φυσικῶν φαινομένων τά ὁποῖα δέν μποροῦμε ἀκόμη νά ἐξηγήσουμε. Ἐάν ὑπάρχη κάτι τό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τόν ἀτελῆ τρόπο μέ τόν ὁποῖο κατανοοῦμε τόν Κόσμο σήμερα, δείχνει νά βρίσκεται πέρα ἀπ’ τό φυσικό κόσμο, ἐλπίζουμε ὅτι ἐν τέλει θά τό ἐξηγήσουμε καί θά τό περιλάβουμε μέσα στά ὅρια τοῦ φυσικοῦ. Ὅπως καί κάθε ἄλλη φορά, ἄν ξεϋφάνουμε τό οὐράνιο τόξο, ἐκεῖνο δέν θά γίνη λιγότερο θαυμαστό»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 35).
Σχόλια: Ὡς πρός τόν ἐγκέφαλο: αὐτός ἔχει βάρος, ὄγκο, συστατικά κττ.. Μπορεῖ ὁ κ. D. νά μᾶς δώση τό βάρος τῶν συλλογισμῶν, τόν ὄγκο τῆς χαρᾶς ἤ τά συστατικά τῆς ὑπερηφανείας ἀνά ml; Ἀνόητα πράγματα! Ὡς πρός τό οὐράνιο τόξο: Ἄν μάθουμε ὅλα τά μυστικά τῆς δημιουργίας θά γίνη λιγότερο θαυμαστή καί δέν θά ἔχη ἀνάγκη Δημιουργοῦ; Πῶς ἀλήθεια, θά γίνη αὐτή ἡ τελευταία ὑπερπήδησι; Παρακαλεῖται ὁ ἀναγνώστης νά ξαναδιαβάση τήν ἀμέσως παραπάνω παραπομπή στόν Τσιρ.. Καθώς καί τήν ἑπομένη: «Ὅταν, ὕστερα ἀπό ἔρευνες, ἀντιληφθοῦμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο λειτουργεῖ ἕνα φαινόμενο, εἴτε στήν ὀργανική, εἴτε στήν ἀνόργανη φύσι, εἴτε στόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, νομίζουμε πώς αὐτό, ἡ κατανόησι τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας, εἶναι ἀρκετό γιά νά δεχθοῦμε ὅτι τό φαινόμενο αὐτό παράγεται μόνο του, αὐτόματα, δίχως ἀνώτερη δημιουργική δύναμι. Ὅταν μάθουμε τό “πῶς”, μέ τήν ἔννοια κατά ποιό τρόπο, νομίζουμε ὅτι μάθαμε καί τό “πῶς” μέ τήν ἔννοια ποιός εἶναι ὁ δημιουργός, καί μάλιστα μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν ὑπάρχει δημιουργός. Μέ τήν ἴδια λογική, ὅταν βλέπουμε ἕνα πλοῖο, ὅσο μέν δέν ξέρουμε πῶς ναυπηγήθηκε, μποροῦμε νά δεχόμαστε τήν ὕπαρξι ἑνός ναυπηγοῦ, πού τό ναυπήγησε. Ὅταν, ὅμως, μάθουμε τόν τρόπο τῆς κατασκευῆς, πρέπει τότε νά δεχθοῦμε πώς τό πλοῖο ἔγινε… μόνο του, στήν τύχη!»(Ἀ. Τσιριντάνης, περ. Ἀκτῖνες, Μρ 1945, 48).
Καί ὅπως τονίζει καί ὁ Γεώργιος Γούναρης, Καθηγητής Θεωρητικῆς Φυσικῆς τοῦ Α.Π.Θ.: «Ὁρισμένοι συγγραφεῖς φαίνεται πράγματι νά πιστεύουν πώς μόλις καταστῆ δυνατή μιά σχετικά ἀκριβής μαθηματική περιγραφή κάποιου φυσικοῦ φαινομένου, τότε αυτόματα τό φυσικό αὐτό φαινόμενο φεύγει ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ. Λές καί ἡ ὕπαρξι τῆς μαθηματικῆς σχέσεως εἶναι ἱκανή νά ἐμποδίση τό Θεό νά ἐπέμβη, ὅταν Ἐκεῖνος κρίνη πώς πρέπει νά δράση θαυματουργικά, παραβιάζοντας τούς νόμους, τούς ὁποίους ὁ Ἴδιος ἔβαλε.
Ἔτσι στή λογική τῶν συγγραφέων αὐτῶν, κάθε βῆμα τῆς ἐπιστήμης, ἀντί ν᾽ ἁποτελῆ πηγή δοξολογίας πρός τόν Κύριο, πού μᾶς κατέστησε ἱκανούς νά κατανοοῦμε τά μυστικά Του, θεωρεῖται μᾶλλον ἧττα τοῦ Θεοῦ!
Ὁ Κύριος, βέβαια, συνήθως ἀνέχεται αὐτή τήν ἀνόητη κομπορρημοσύνη, γιά τόν ἴδιο λόγο πού “τρέφει πονηρούς καί ἀγαθούς”, καί “βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους”»(Ἡ Δρᾶσις μας, Μά ᾽90, 134).
Δυσαρμονία στή φύσι
Ὁ φυσιοδίφης Οtto Urbach μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή σ᾽ ἕνα κίνδυνο πού ἐλλοχεύει στήν παρατήρησι τῆς φύσεως καί τό σοφό σχέδιο τοῦ Θεοῦ: «Ὑπάρχει, πράγματι, παντοῦ μόνο ἁρμονία; ῎Ηδη ἀκούγεται ἡ δυσαρμονία σάν διαπεραστικός συριγμός… Ἄς ρίξουμε τό βλέμμα στή σκοτεινή πλευρά τῆς πλάσεως. Μήπως δέν εἶναι παντοῦ γεμάτος ὁ κόσμος ἀπό παράλογη καταστροφή, ἀπό φόβο καί κραυγές πόνου;… Στό ζωϊκό κόσμο εἶναι σκληρός ὁ ἀγῶνας γιά τήν ὕπαρξι. Καί τά ζῶα μήπως δέν ζοῦν ἀπό τήν κλοπή καί τό φόνο…; ῎Ας θυμηθοῦμε τό γνωστό μικρό μύθο τοῦ Lessing: “῞Ενα κουνάβι ἔφαγε τόν τσαλαπετεινό, μιά ἀλεπού ἔπνιξε τό κουνάβι, τήν ἀλεπού τήν ἔπνιξε τό δόντι τοῦ λύκου”. Ὁ λύκος ἔγινε θῦμα τοῦ ὅπλου τοῦ κυνηγοῦ, ὁ ἄνθρωπος πάλι εἶναι γιά τόν ἄλλο ἄνθρωπο σάν λύκος, κατά τά λεγόμενα τοῦ Ρωμαίου ποιητῆ Πλαύτου. Σ᾽ ὅλη τή φύσι —πόσο ἀνηλεής ὁ ἀγώνας ἐναντίον ἀλλήλων!… Στό σύμπαν συμβαίνουν καταστροφές ἀφαντάστων διαστάσεων! ᾽Επάνω στή γῆ μας μαίνονται τά στοιχεῖα τῆς φύσεως —τυφῶνες καί σεισμοί, ἡφαίστεια καί κατακλυσμοί, πλημμύρες, ξηρασίες καί ἀτέλειωτες βροχές. Σέ κάθε σταγόνα νεροῦ μαίνονται ἀγῶνες ζωῆς καί θανάτου… Διαπεραστική δυσαρμονία ἔγινε στόν κόσμο ἐξ αἰτίας τοῦ ἀνθρώπου. Σύμφωνα μέ τή θέλησι τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος θά ἦταν ἡγεμόνας τῆς φύσεως. Ὁ ἡγεμόνας βάδισε σέ δρόμο μακρυά ἀπ᾽ τό Θεό καί ἀπώλεσε τό βασίλειό του. Στεναγμός καί νοσταλγία γιά λύτρωσι διαπερνᾶ τόν κόσμο…
»Ὁ Friedrich Ηoder διαπίστωσε κατόπιν πολλῶν πειραμάτων ὅτι ἕνα πλῆθος μικροβίων, ἀπό τά ὁποῖα τά περισσότερα εἶναι νοσογόνα, εἶναι δυνατόν νά ἀπομακρυνθοῦν κατόπιν ἀποπλύσεως. Γιά τό σκοπό αυτό ἐξέλεξε μερικούς ὡραίους καί φαινομενικά καθαρούς στεγνούς καρπούς. ᾽Από ἕνα κεράσι μόνο ἀπομάκρυνε μέ μιά πλύσι περίπου τριάντα χιλιάδες, σέ ἄλλη περίπτωσι ἕνα ἑκατομμύριο μικροβίων, ἀπό ἕνα φραγκοστάφυλο ὀκτώ χιλιάδες καί ἀπό ἕνα μοῦρο εἴκοσι χιλιάδες. Φθάνει καί μόνος ὁ αἰνιγματώδης μικρόκοσμος τῶν νοσογόνων γιά νά ἀντιληφθοῦμε τή δυσαρμονία στόν κόσμο. Τά πτηνά πρέπει νά καταβροχθίζουν ἄπειρα ἔντομα διότι διαφορετικά ὁ τρομακτικός πολλαπλασιασμός τους θά ἀπειλοῦσε νά καταστρέψη ὅλο τόν ὑπόλοιπο ζωϊκό κόσμο τῆς ὑπαίθρου!…
»Ἀκούγεται ἤδη ἡ στριγγή παραφωνία. Μήπως δέν ἐμφανίζεται συχνά ἡ παντοδυναμία ὡς ἀνηλεής βία, ἡ σοφία ὡς παράξενο παιχνίδι τῶν διαθέσεων, ἡ καλωσύνη ὡς προτίμησι ὁρισμένων πλασμάτων εἰς βάρος ἄλλων; ῎Ετσι φαίνεται καθαρά ἡ σκοτεινή πλευρά τῆς ἐκ πρώτης ὄψεως φωτεινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ στή φύσι. ῞Οσο ὑπέροχη κι ἄν εἶναι ἡ θεία λατρεία στή φύσι, ὅποιος γνωρίζει μόνο αὐτήν, στό τέλος θά φτωχύνη σέ θρησκευτικό συναίσθημα ὁπωσδήποτε. Ἡ φύσι δέν ἀπαντᾶ στά ἐρωτήματα πού ἀπασχολοῦν περισσότερο τόν ἄνθρωπο. Στό τέλος θά δικαιωνόταν καί ὁ Feuerbach ὅταν λέη: “Ἡ φύσι δέν δίνει ἀπόκρισι στούς στεναγμούς καί στά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου· τόν ρίχνει ἄσπλαγχνα πίσω στόν ἑαυτό του”.
»Ἡ φύσι ἐμφανίζεται σ᾽ ἐμᾶς μέ τή φωτεινή πλευρά της ὡς μορφοποίησι τοῦ τελείου· μά ἡ σκοτεινή πλευρά της μᾶς διδάσκει ὅτι δέν εἶναι τό τέλειο. ᾽Εκεῖνος πού βλέπει βαθύτερα θά θεωρήση ἐπιπόλαιο καί ἀπερίσκεπτο τό τυχόν συμπέρασμα ἑνός φυσιολάτρη: “Ἡ φύσι εἶναι ὁ Θεός μου!”. Καί ὁ Goethe εἶχε ἐποχές κατά τίς ὁποῖες δέν μιλοῦσε μόνο ποιητικά, ἀλλά καί πανθεϊστικά περί “Θεοῦ-φύσεως”… Αὐτός ὁ ὁποῖος αἰσθανόταν τόσο βαθιά καί πλήρη ἀγάπης εὐλάβεια ἀκόμα καί μπροστά στό μικρό, τόσο ἦταν συνεπαρμένος, ἐνθουσιασμένος καί γεμᾶτος ἀπό τήν ἰδέα τῆς ἁρμονίας, ὥστε νόμιζε ὅτι βρῆκε ἐκεῖ τό θεῖο καί τέλειο: “Τί ἄλλο περισσότερο μπορεῖ νά κερδίση ὁ ἄνθρωπος στή ζωή, παρά τήν ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ-φύσεως;”. ῎Επαθε λοιπόν ὅ,τι κι ἕνα παιδάκι προσκεκλημένο ἀπό τή βασίλισσα στό παλάτι: μέσα στή λαμπρότητα τῆς γιορτῆς εἶδε καλά τό φόρεμα πού ἔλαμπε καί τό διάδημα πού ἄστραπτε μέ τά ἐκστατικά του μάτια, ἀλλά τή βασίλισσα δέν τήν εἶδε. Σιγά-σιγά μόνο ἦλθαν στό γέροντα δάσκαλο οἱ ἀμφιβολίες. ᾽Ακριβῶς ὅταν νόμισε πώς ἔφθασε ἡ μακάρια στιγμή, ὅταν πίστευσε ὅτι θά ἑνωθῆ μέ τήν ψυχή τοῦ κόσμου, τότε ἄκουσε τήν ὀξεία δυσαρμονία καί πόνεσε διότι δέν μποροῦσε νά συγκρατήση τήν εὐτυχία τῆς μακαριότερης στιγμῆς:
       “Ἄς μποροῦσε νά κρατήση
αὐτή ἡ πρωϊνή εὐτυχία
ὤ, ἄς ἦταν γιά μιά ὥρα μοναχά!
῞Ομως τόν πλούσιο ἀνθό
ξετινάζει κιόλας ὁ ζεστός πονέντης.
Πῶς νά χαρῶ τό πράσινο
πού κάποτε μοῦ χάριζε τόν ἴσκιο του;
᾽Αφοῦ σέ λίγο κι αὐτό θά τό σκορπίση
ἡ καταιγίδα, μετά τό ὠχρό του τρεμούλιασμα
μέσα στό φθινόπωρο”.
»Παραφωνία ἦλθε σ᾽ αὐτή τή φαντασμαγορία τῶν μορφῶν, τῶν χρωμάτων, τῶν ἤχων, μιά δυσαρμονία ἦλθε σ᾽ αὐτό τό φαινομενικά τέλειο κόσμο. ᾽Ακριβῶς αὐτή ἡ διατάραξι τῆς ἁρμονίας προκαλεῖ τόν πραγματικό στοχαστή νά ἀκροασθῆ μέ προσοχή. Ὁ Schiller αἰσθάνθηκε ἀπό τή νεότητά του τήν ἀτέλεια στή μορφή τοῦ σκληροῦ βιωτικοῦ ἀγῶνα καί τέλος τή μορφή τῆς ἀπελπισμένης σωματικῆς νόσου, καί ἔμαθε καλύτερα νά διαχωρίζη Φύσι καί Θεό ἀπό τήν ἀρχή: “Ποιός χάρηκε τή ζωή, ποιός ἀπό κείνους πού βλέπουν βαθιά μέσα της;”, λέει ἡ Κασσάνδρα του. “Τό ἀντικείμενό σας”, φωνάζει στούς φυσιοκρατικούς, “εἶναι τό πλέον ὑπέροχο στό χῶρο. ᾽Αλλά Φίλοι, —στό Χῶρο δέν κατοικεῖ τό ὑπέροχο!”. Κάθε φαινομενική ἤ πραγματική δυσαρμονία στόν κόσμο μᾶς διδάσκει: ἡ φύσι εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ Θεοῦ, μέσα σ᾽ Αὐτόν καί πρός Αὐτόν —ἀλλά δέν εἶναι ἡ ἴδια Θεός.
»Κοσμικές καταστροφές —αὐτοκαταστροφή τῆς φύσεως ἀπό τίς δυνάμεις τῶν στοιχείων, μαινόμενος καί πλούσιος στόν πόνο ὁ ἀγώνας γιά τήν ὕπαρξι στό φυτικό καί ζωϊκό κόσμο, κτηνωδία καί κακοδαιμονία στό βασίλειο τῶν ἀνθρώπων—, ὅλα αὐτά καθιστοῦν σχεδόν ἀδύνατη τήν πίστι ὅτι ὁ κόσμος μας εἶναι ὁ καλύτερος ἀπό ὅλους τούς πιθανούς κόσμους». Νά διευκρινίσουμε ἐδῶ ὅτι τό Σύμπαν εἶναι τό καλύτερο πού θά μποροῦσε νά γίνη, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψιν τήν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου. Φαντασθεῖτε πῶς θά ἦταν πρίν ἀπ᾽ τό προπατορικό ἁμάρτημα! Συνεχίζει, ὅμως, ὁ ἐπιστήμων: «Ὁ κόσμος ἔχει φαινομενικά ὀξεῖες παραφωνίες, πού μᾶς προκαλοῦν ἐσωτερική φρικίασι ὅποτε τίς ἀναλογιζόμαστε. Γιατί αὐτό; Πρός τί; Καί, ὅμως, ὁ Θεός εἶναι ὁ τέλειος· γιατί καί πρός τί παρουσιάζει ἀτέλεια ἡ δημιουργία του καθ᾽ αὑτήν…; Πῶς γίνεται καί ἀνακαλύπτουμε ἀτέλειες πού διέφυγαν φαινομενικά τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ; Ὁ Pascal, ἕνας ἀπό τούς πλέον βαθυστοχάστους ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἔδωσε περίεργη ἀπάντησι σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα, ἀπάντησι ἡ ὁποία φωτίζει πράγματι τό αἴνιγμα ἕως τό βάθος του, ὅταν προσέξη κανείς περισσότερο: “La nature a des perfections pour montrer qu’ elle est l’ image de Dieu; et des défauts pour montrer qu’elle n’est que l’image”. Ἡ φύσι ἔχει τελειότητες γιά νά δείξη ὅτι εἶναι εἰκόνα τήν ὁποία φιλοτέχνησε ὁ Θεός [εἰκόνα, δηλ., πού προβάλλει τή σοφία Του]· καί ἀτέλειες γιά νά δείξη ὅτι δέν εἶναι παρά εἰκόνα. Ἡ πλᾶσι εἶναι σκέψι, ἔργο καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἄλλα ὄχι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Οἱ φαινομενικές ἐλλείψεις καθιστοῦν ἀδύνατη τή σύγχυσι τεχνίτη καί ἔργου, μορφῆς καί τοῦ κατασκευαστῆ της. ᾽Εδῶ φαίνεται σαφῶς ὅ,τι λέει ὁ Schiller: “Φίλοι, στό χῶρο δέν κατοικεῖ τό ὑπέροχο!”. Τό ἀνθρώπινο πνεῦμα δέν πρέπει νά φθάση στήν ἐξίσωσι φύσεως καί Θεοῦ ὁδηγημένο ἀπό τήν πλήρη τελειότητα τῆς πρώτης· δέν πρέπει νά θεωρήση αὐτό τόν κόσμο ὡς τήν ἀληθινή καί μόνη κατοικία τοῦ ἀνθρώπου. Μιά τέλεια πλάσι ὅπου ὅλα θά εἶχαν ἁρμονικά συντονισθῆ», ὑπῆρχε κίνδυνος, μέ τήν ἀπροσεξία μας, νά μᾶς ὁδηγήση «σχεδόν ἀναγκαστικά στή χείριστη πλάνη: ἀντί νά μᾶς φέρη πρός τό Θεό, θά μᾶς ἀπέτρεπε ἀπό Αὐτόν. ῞Οπως βλέπουμε τά ἄστρα μόνο κατά τή νύκτα, ἔτσι, μόνο ἀφοῦ ἀντικρύσουμε τήν ἀτέλεια, ἀναγνωρίζουμε ὅτι “ἡ φύσι δέν εἶναι αὐτοτελής, ἀλλά ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν στά ἔργα του”(Ηerder). Καί τώρα ἀποκαλύπτεται τό μυστικό αὐτό, τό ὁποῖο συλλαμβάνουν μόνο λίγοι: γιά μᾶς, γιά νά γνωρίσουμε ἐμεῖς τό Θεό, ἔχει ὑποταχθῆ ἡ φύσι στή ματαιότητα.
»Στίς φαινομενικές ἀτέλειες καί ἐλλείψεις τῆς δημιουργίας ἀναγνωρίζουμε τήν ὕψιστη σοφία καί τήν καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. ᾽Επάνω ἀπό τήν ἀτέλεια τοῦ ἐφήμερου κόσμου μαντεύουμε ὅτι ὑπάρχει ἡ δύναμι καί τό μεγαλεῖο τοῦ αἰώνιου Θεοῦ. ᾽Αντιλαμβανόμαστε ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού χαμογελοῦν ἀνάμεσα στά δάκρυά τους, διότι αἰσθάνονται καί ἀναγνωρίζουν ὅτι: μολαταῦτα, ὁ κόσμος αὐτός εἶναι ὁ καλύτερος ἀπό ὅλους τούς δυνατούς κόσμους. ᾽Αρχίζουμε νά καταλαβαίνουμε τί ἐννοοῦν μερικοί ὅταν λένε: Καλά πού περνᾶ ὁ καιρός, διότι διαφορετικά δέν θά φτάναμε στήν αἰωνιότητα!
»Ἁρμονία καί δυσαρμονία στήν πλάσι ἀγγέλλουν τό Θεό. Καί τώρα ἀνοίγουν τά μάτια μας: ὁ παντοδύναμος σοφός, καλός Πλάστης προεῖδε ὅλα τά φοβισμένα ἐρωτήματα τῶν τέκνων του καί ἀποκρίθηκε σ᾽ αὐτά ἐκ τῶν προτέρων. Θά μείνη πάντοτε ἀτελής ὁ κόσμος; Θά ἐνοχλῆ πάντοτε ἡ στριγγή δυσαρμονία τήν ὡραία ἁρμονία; ῎Οχι! Διότι καί ἡ πλάσι θά ἐλευθερωθῆ ἀπό τή δουλεία τῆς ἀτέλειας καί θά συμμετάσχη στήν ἐλευθερία. Μᾶς ἐπιτρέπεται νά περιμένουμε τό νέο οὐρανό, καί τή νέα γῆ. Κάθε δυσαρμονία, ὅλες οἱ ἐλλείψεις καί οἱ ἀτέλειες θά ἐκλείψουν»(στό, Εberhard Dennert (ἐπιμ.), Ἡ Φύσις, τό Θαῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐκδ. ᾽Απ. Διακονίας, ᾽Αθήνα 1950, 47)
Ἀδικίες στή ζωή
Ἄς ἔρθουμε τώρα στό ἀνθρώπινο πεδίο καί ἄς δοῦμε τά περί προνοίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως τά παραθέτει ἕνας Ἅγιος ἀσκητής, ὁ π. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Τόν ρωτοῦν: «—Ἔχουμε Γέροντα, τήν ἀπορία, γιατί ὁ Θεός ἐπιτρέπει ἀθῶοι καί δίκαιοι ἄνθρωποι νά συκοφαντοῦνται καί νά ὑποφέρουν, ἐνῶ ἔνοχοι καί ἄδικοι μένουν ἐλεύθεροι καί κανείς δέν τούς πειράζει. [Καί ἀπαντᾶ:]
—Νά σᾶς πῶ μιά ἱστορία γιά νά καταλάβετε πῶς ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Κάποτε ἕνας ἀσκητής ἔβλεπε τήν ἀδικία στόν κόσμο καί προσευχόταν στό Θεό νά τοῦ φανερώση γιατί οἱ δίκαιοι καί εὐλαβεῖς ὑποφέρουν, ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοί ἀδικοῦν καί πλουτίζουν καί κανένας δέν τούς πειράζει. Τότε μιά φωνή τοῦ ὑπέδειξε νά κατεβῆ στόν κόσμο καί νά παρακολουθήση τούς ἀνθρώπους. Πράγματι, ἐκεῖνος πῆρε τό ραβδί του καί τόν τρίχινο τορβᾶ καί πῆγε σ᾽ ἕνα λιβάδι πού τό διέσχιζε ἕνας πολυσύχναστος δρόμος. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνα αἰωνόβιο δέντρο καί μιά βρύση ὅπου σταματοῦσαν οἱ περισσότεροι διαβάτες. Ὁ ἀσκητής, γιά νά μήν τόν βλέπουν οἱ περαστικοί, μπῆκε μέσα στήν κουφάλα τοῦ μεγάλου δέντρου καί κάθισε γιά νά μπορῆ ὁ ἴδιος νά βλέπη, ἀλλά νά μή γίνεται ἀντιληπτός. Ἄρχισε τήν εὐχή καί ἡσύχαζε. Μόνο ὅταν ἄκουγε βήματα, ἄνοιγε τά μάτια του καί διέκοπτε τήν προσευχή. Μετά ἀπό λίγη ὥρα, ἔφτασε στή βρύση ἕνας πλούσιος καβάλα στ᾽ ἄλογό του. Κατέβηκε, ἤπιε νερό καί κάθισε στό πεζουλάκι νά ξεκουρασθῆ. Ἔβγαλε τό πουγκί του καί ἄρχισε νά μετράη τά φλουριά. Ἀφοῦ βεβαιώθηκε γιά μιά ἀκόμα φορά ὅτι εἶναι πολλά, τό ξανάβαλε στήν τσέπη του, ἀλλά χωρίς νά τό καταλάβη, μέ τήν πρώτη κίνησι πού ἔκανε, τοῦ ᾽πεσε στά χορτάρια. Ἔκλεισε λίγο τά μάτια του, κοιμήθηκε γιά μερικά λεπτά καί ἀφοῦ ἔνιωσε ξεκούραστος, καβαλίκεψε στ᾽ ἄλογό του κι ἔφυγε. Μετά ἀπό λίγο, ἦρθε στή βρύση ἕνας ἄλλος πεζοπόρος, ὁ ὁποῖος εἶδε στά χορτάρια τό πουγκί, τό πῆρε ἀμέσως καί τρέχοντας ἀπομακρύνθηκε, ἀκολουθώντας διάφορα δρομάκια μέσ᾽ στά χωράφια. Ὁ ἀσκητής μέσ᾽ ἀπ᾽ τό παρατηρητήριό του παρακολουθοῦσε τούς διαβάτες ἐντυπωσιασμένος. Μεσολάβησε ἕνα δίωρο ἡσυχίας, τό ὁποῖο ὁ ἀσκητής ἀξιοποίησε πνευματικά, ζητώντας ἀπ᾽ τό Θεό νά φωτίση τούς ἀνθρώπους. Μετά φάνηκε κι ἕνας τρίτος διαβάτης. Ἦταν ἕνας φτωχός ἄνθρωπος, πού πήγαινε στήν πόλι γιά μερικά ψώνια. Κάθισε στή βρύση, ἄνοιξε τό μαντήλι μέ τό ψωμί καί τίς ἐλιές κι ἔφαγε. Ἤπιε καί λίγο νερό καί ξάπλωσε στά χορτάρια γιά νά ξεκουρασθῆ. Δέν πρόλαβε, ὅμως, ὁ ἄτυχος, γιατί φάνηκε ὁ πλούσιος πού εἶχε χάσει τό πουγκί του κι ἐξαγριωμένος ὅρμησε πάνω του καί τοῦ ζητοῦσε τά φλουριά. Ἐκεῖνος δέν καταλάβαινε τί τοῦ ᾽λεγε καί τοῦ ἀρνιόταν κάθε ἐνοχή. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὁ πλούσιος νά τόν χτυπήση ἀλύπητα καί νά τόν σκοτώση. Ἔψαξε μετά τά ροῦχα του, ἀλλά δέν βρῆκε τά φλουριά κι ἔφυγε λυπημένος. Ὁ ἀσκητής παρακολουθοῦσε τά ὅσα συνέβαιναν κι ἔκλαιγε, γιατί εἶδε τό χαμό τοῦ φτωχοῦ ἀνθρώπου. Εἶχε συγκλονισθῆ καί θέλησε νά ζητήση ἀπ᾽ τόν Κύριο νά μάθη τί συνέβαινε: “Κύριε, πῶς ἐπέτρεψε ἡ ἀγαθότητά Σου τέτοια ἀδικία; Ἄλλος ἔχασε τά φλουριά, ἄλλος τά βρῆκε κι ἄλλος φονεύθηκε ἄδικα!”.
—Γέροντα, πραγματικά ἦταν μεγάλη ἀδικία αὐτό πού ἔγινε, εἶπε ὁ νεώτερος ἀπ᾽ τούς μοναχούς.
—Πρέπει νά ξέρουμε, πατέρες, ὅτι ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά γίνωνται μερικά πράγματα, ἄλλοτε κατά παραχώρησι καί ἄλλοτε κατ᾽ οἰκονομίαν. Ὁ ἀσκητής πού παρακολουθοῦσε ἀπ᾽ τό δέντρο τό τί γινόταν στούς ἀνθρώπους δέν ἤξερε τί εἶχε συμβεῖ στή ζωή τους. Γι᾽ αὐτό ὁ Κύριος ἔστειλε ἕναν ἄγγελο καί τόν ἐνημέρωσε: “Αὐτός πού ἔχασε τά φλουριά ἦταν γείτονας αὐτοῦ πού τά βρῆκε, τόν ὁποῖο εἶχε ἐκμεταλλευθῆ παλιά, ἀγοράζοντας κάποιο κτῆμα του σέ πολύ χαμηλή τιμή. Αὐτός πάλι πού ἄδικα σκοτώθηκε, εἶχε κάνει κάποτε ἕνα φόνο καί ζητοῦσε ἀπ᾽ τό Θεό νά τόν τιμωρήση μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ὁ πλούσιος ἐπίσης, ἦταν πλεονέκτης καί φιλάργυρος καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά πέση στό ἁμάρτημα τοῦ φόνου, γιά νά πονέση ἡ ψυχή του καί νά ἔρθη σέ μετάνοια”. Γι᾽ αὐτό δέν πρέπει νά πολυεξετάζουμε τήν κρίσι τοῦ Θεοῦ καί τά σχέδια πού ἔχει γιά τόν καθένα»(Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Διηγήσεις γιά τόν Γέροντα Παΐσιο, Κόνιτσα 2004, 74).
Ἀνηθικότητα καί ἀθεΐα
Καί μπαίνουμε στόν τελευταῖο, ἀλλά κυριότερο λόγο ἀπιστίας, τήν ἀνηθικότητα, τή μή τήρησι τοῦ ἠθικοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ὀ Χριστός μας ἀναφέρει στό Εὐαγγέλιο: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»(Μθ 5, 8). Ἐπίσης: «Τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ, καί τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα καταισχύνῃ τά ἰσχυρά, καί τά ἀγενῆ τοῦ κόσμου καί τά ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καί τά μή ὄντα, ἵνα τά ὄντα καταργήσῃ, (29) ὅπως μή καυχήσηται πᾶσα σάρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ»(Α´ Κορ 1, 27-28), «Ὁ Θεός ἐξέλεξε ἐκείνους τούς ὁποίους θεωρεῖ ὁ κόσμος ἀνοήτους, γιά νά καταισχύνη τούς σοφούς. Ἐξέλεξε ὁ Θεός τούς κατά κόσμον ἀδυνάτους γιά νά καταισχύνη τούς ἰσχυρούς. Ἐξέλεξε ὁ Θεός καί τούς κατά κόσμον ἀσήμους καί τούς τιποτένιους καί τούς θεωρουμένους ἀνυπάρκτους, γιά νά καταργήση ἐκείνους τούς ὁποίους θεωρεῖ ὁ κόσμος ἰσχυρούς καί σπουδαίους». Καί μέ τό στόμα τοῦ Σολομῶντος: Ὁ Θεός «εὑρίσκεται τοῖς μή πειράζουσιν αὐτόν, ἐμφανίζεται δέ τοῖς μή ἀπιστοῦσιν αὐτῷ. Σκολιοί γάρ λογισμοί χωρίζουσιν ἀπό Θεοῦ, δοκιμαζομένη τε ἡ δύναμις ἐλέγχει τούς ἄφρονας. Ὅτι εἰς κακότεχνον ψυχήν οὐκ εἰσελεύσεται σοφία οὐδέ κατοικήσει ἐν σώματι κατάχρεῳ ἁμαρτίας. Ἅγιον γάρ πνεῦμα παιδείας φεύξεται δόλον καί ἀπαναστήσεται ἀπό λογισμῶν ἀσυνέτων καί ἐλεγχθήσεται ἐπελθούσης ἀδικίας»(ΣΣολ 1, 2-5), δηλ.: ὁ Θεός «εὑρίσκεται ἀπό ἐκείνους πού δέν ἀντιστέκονται σ᾽ Αὐτόν καί παρουσιάζεται σ᾽ ἐκείνους πού δέν ἀπιστοῦν σ᾽ Αὐτόν. Διότι συλλογισμοί στρεβλοί χωρίζουν ἀπό τό Θεό καί ἡ θεία δύναμι τιμωρεῖ τούς ἄφρονες. Ἐπειδή σέ ψυχή πού μηχανεύεται κακά δέν θά εἰσελθη ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ [στά περί τοῦ Θεοῦ, ἐννοεῖται], οὔτε θά κατοικήση σέ σῶμα ὑποδουλωμένο στήν ἁμαρτία. Διότι τό Ἅγιο Πνεῦμα πού παιδαγωγεῖ, θά φύγη ἀπ᾽ τόν δόλιο καί θ᾽ ἀπομακρυνθῆ ἀπό ἀνθρώπους πού ἔχουν ἀσύνετους λογισμούς καί θά τοῦ ζητηθῆ νά ἐπιπλήξη ὅταν ἐπέλθη ἀδικία». Κι ἐδῶ πρέπει νά τονίσουμε προκαταρκτικά ὅτι δέν ἔχει κανένας τό δικαίωμα νά λέη ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, ἄν δέν τηρήση τίς προδιαγραφές συναντήσεώς Του κι αὐτές εἶναι οἱ παραπάνω. Ὅπως δέν εὐθύνεται ὁ κατασκευαστής πλυντηρίων, ἄν ἐμεῖς δέν ἀκολουθήσουμε τίς ὁδηγίες χρήσεως, ἀλλά βάλουμε σ᾽ αὐτό, ἀντί γιά ροῦχα πρός πλύσιμο, ψωμί νά μᾶς τό κόψη φέτες, ἔτσι δέν εὐθύνεται κι ὁ Χριστός, ἄν ἐσύ δέν πᾶς νά Τόν συναντήσης μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο σοῦ ὑποδεικνύει, ἀλλά γεμᾶτος ἁμαρτίες ἀποφαίνεσαι γιά τήν τάχα ἀνυπαρξία Του.
Ἀναφέρει καί ὁ Τihamer Τoth: «Πόσο ὀρθή εἶναι ἡ ἀκόλουθη σκέψι τοῦ Pascal: “Προσπάθησε νά πεισθῆς ὡς πρός τίς αἰώνιες ἀλήθειες, ὄχι συναθροίζοντας ἐπιχειρήματα, ἀλλά μετριάζοντας τά πάθη σου”. Καί ὁ Claudius εἶπε: “Μή βασανίζης πέραν τοῦ δέοντος τό κεφάλι σου· σπάσε καλύτερα τήν ἀνυπότακτη θέλησί σου, καί θά πετύχης περισσότερα”»(Χριστιανική Πίστι καί Ἐπιστήμη, Ἀθήνα 1955, 16)
«Δέν βάζεις τή μνηστή σου», τονίζει μέ τή σειρά του ὁ Dr. Μichael Green «σέ δοκιμαστικό σωλῆνα γιά νά προσδιορίσης τά χημικά της συστατικά! Ἀντίθετα, βγαίνετε μαζί ἔξω τό βράδυ! Ἡ ἐπιστημονική γνῶσι ἀναλύει καί περιγράφει. Ἡ προσωπική γνῶσι δημιουργεῖ συναντήσεις… Τά δύο αὐτά εἶναι διαφορετικά, ἀλλά συμπληρωματικά. Δέν βρίσκονται σέ ἀνταγωνισμό τό ἕνα μέ τό ἄλλο… Ἐκεῖ ὅπου ἡ ἐπιστημονική γνῶσι ἀσχολεῖται μέ τήν περιγραφή, ἡ θρησκευτική γνῶσι ἀσχολεῖται μέ μιά συνάντησι. Ἡ ἐπιστήμη ἀσχολεῖται μέ τήν ὑλική ὄψι τῶν πραγμάτων· ἀλλά [ὁ Χριστιανισμός] ἀνήκει στόν κόσμο τῶν προσωπικῶν σχέσεων. Ὅπως ὅλες οἱ προσωπικές γνώσεις, ἔτσι κι αὐτή, δέν εἶναι ἁπλᾶ μιά συνάντησι. Μόλις γνωρίσουμε κάποιον, ἐπακολουθεῖ μιά προσωπική σχέσι, θετική ἤ ἀρνητική. Ἔτσι συμβαίνει μέ τό Θεό»(Ἕνας Κόσμος σέ Φυγή, ἐκδ. Πέργαμος, Ἀθήνα 1989, 96)
Σωστά, λοιπόν, «ὁ La Βruyère, πού γνώριζε πολύ καλά τήν ἀνθρωπότητα, ἔγραψε τά ἑξῆς· “Θά ἤθελα νά ἔβλεπα ἄνθρωπο νηφάλιο, ἐγκρατῆ, ἁγνό, δίκαιο, ὁ ὁποῖος νά γνωματεύη ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός· αὐτός τουλάχιστον θά μιλοῦσε χωρίς ἰδιοτέλεια· ἀλλά ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν ὑπάρχει”»(Τihamer Τoth, Τά Ἁγνά Νιάτα, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθήνα 1991, 67)
«“Εἶναι τόσο δύσκολο νά πιστέψης, ἐπειδή εἶναι τόσο δύσκολο νά ὑπακούσης”, εἶχε κάποτε παραδεχθῆ μέ εἰλικρίνεια ὁ Sören Kierkegaard»(David Watson, Εἶναι Τάχα Κανένας Ἐκεῖ;, ἐκδ. Πέργαμος, Ἀθήνα 1989, 87)
«Ὁ Aldous Huxley… παραδέχεται μέ μιά ἀπολαυστική εὐθύτητα ὅτι δέν ἦταν πρόθυμος νά αὐτοδεσμευθῆ στίς ἀπαιτήσεις τῆς Χριστιανικῆς μαθητείας. Σέ μιά συναρπαστική περικοπή ἀπό τό ἔργο του, “Σκοποί καί Μέσα”, γράφει: “Εἶχα λόγους πού δέν ἤθελα νά ἔχη κάποιο νόημα ὁ κόσμος. Σάν συνέπεια ἀποφάσισα ὅτι ὄντως δέν ὑπῆρχε, καί μπόρεσα χωρίς δυσκολία νά βρῶ ἱκανοποιητικούς λόγους γι᾽ αὐτή τήν πεποίθησι. Ὁ φιλόσοφος πού δέν βρίσκει νόημα στόν κόσμο, δέν ἀσχολεῖται μέ ἕνα πρόβλημα ἀποκλειστικά στό μεταφυσικό του πλαίσιο. Πασχίζει ἐπιπλέον ν᾽ ἀποδείξη ὅτι δέν ὑπάρχει ἀποχρῶν λόγος γιά νά μήν πραγματοποιήση προσωπικά αὐτό τό ὁποῖο θέλει, ἤ γιατί οἱ φίλοι του νά μή μποροῦν νά ἁρπάξουν τήν πολιτική ἐξουσία καί νά διοικήσουν ὅσο τό δυνατόν πιό ἐπωφελῶς γιά τούς ἑαυτούς τους. Γιά μένα, μιά τέτοια φιλοσοφία τῆς Ἐλλείψεως Νοήματος, ἦταν οὐσιαστικά ἕνα ὄργανο γιά ἀπελευθέρωσι —σεξουαλική καί πολιτική”(Σκοποί καί Μέσα, 270 κ.ἐ.). Δέν συναντᾶς τόσο συχνά τέτοιες εἰλικρινεῖς ὁμολογίες σάν κι αὐτήν, γιά τή φυγή ἀπ᾽ τήν Ἀλήθεια»(Dr. Μichael Green, Ἕνας Κόσμος σέ Φυγή, ἐκδ. Πέργαμος, Ἀθήνα 1989, 73).
Ἄς τονισθῆ ἐπίσης ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχουν ἐπιστήμονες πού εἶναι ὑπέρ τῆς πίστεως, αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πίστι καί ἡ ἐπιστήμη δέν συγκρούονται. Ὅσοι εἶναι ἐναντίον τῆς πίστεως, δέν εἶναι λόγῳ τῆς ἐπιστήμης, γιατί τότε θά ἦσαν καί οἱ προηγούμενοι τό ἴδιο, ἀλλά εἶναι ἐναντίον τῆς πίστεως γιά ἠθικούς λόγους.
Μπουκέτο ἀθέων
Θά δοῦμε πρῶτα μιά ἀνθοδέσμη ἀθέων, ἔτσι ὅπως τήν παρουσιάζει τό ἐξαίρετο περιοδικό Ἀκτῖνες: «Ὁ τύραννος εἶναι πολιτειακά ἡ δεσπόζουσα μορφή τῆς Ἀναγεννήσεως… Σωστά παρατηρήθηκε, ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ἀναγεννήσεως εἶναι ἱστορία τυραννίδων. Καί ἀποτελοῦσε μέγιστο ἱστορικό ἔγκλημα ἡ ὑποβολή τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἀναγέννησι εἶναι ἡ ἐποχή κατά τήν ὁποία φάνηκε ἡ δημοκρατία καί οἱ δημοκρατικές ἰδέες. Ἡ τυραννίδα τῆς Ἀναγεννήσεως εἶναι μία ἀπό τίς εἰδεχθέστερες μορφές τυραννίδος. Τόσο ὑπέφεραν οἱ ἄνθρωποι ἀπό αὐτήν, ὥστε εὔχονταν Τουρκική κατάκτησι γιά νά γλυτώσουν. Αὐτοί οἱ τύραννοι* [καί σέ ὑπ. ἀναγράφει: Γιά ἕνα ἀπ᾽ αὐτούς, τό Sigismundo Μalatesta, τύραννο τοῦ Rimini, ἡ ἱστορία καταμαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἴδιος ἔκανε τά ἑξῆς ἐγκλήματα: Φόνο, βιασμό, μοιχεία, αἱμομιξία, ἱεροσυλία, ψευδορκία, προδοσία καί μάλιστα ὄχι μία ἀλλά πολλές φορές. Γιά τό εἰδεχθέστερο ὅλων, ὅμως, τήν ἀπόπειρα βιασμοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ γιοῦ του Roberto (ὁ ὁποῖος ἀπέκρουσε τήν ἀσελγῆ ἐπίθεσι μέ μαχαίρι) οἱ ἱστορικοί βρίσκουν ὡς ἐλαφρυντικό, ὅτι τό ἔγκλημα αὐτό ὁ Μalatesta τό ἔκανε ἐξ αἰτίας κάποιας μαγικῆς δεισιδαιμονίας, ἀπό ἐκεῖνες πού ἔκαναν θραῦσι στούς ἀνθρώπους αὐτούς, πού εἶχαν ἐκδιώξει τή χριστιανική πίστι ὡς ἀνάξια μορφωμένου ἀνθρώπου!], δέν εἶναι πλέον ἐγκληματικοί τύποι. Δέν ἐγκληματοῦν πλέον, διότι τό ἔγκλημα ἔγινε νόμος. Δέν παραβιάζεται πλέον ἡ ἠθική, ἀλλά ἐξαφανίζεται τελείως τό ἠθικό αἰσθητήριο. Περιφρονοῦν τό πᾶν, χλευάζουν καί ἐξυβρίζουν κάθε ἱερό καί ὅσιο, σέ σημεῖο πού θά προκαλοῦσε τή φρίκη καί τοῦ πιό ἄπιστου τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δέν διστάζουν, γιά νά ἐξυπηρετήσουν τά συμφέροντά τους, νά εἰσβάλουν καί στήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία μέ ἀπίστευτο κυνισμό διαπομπεύουν, καί νά ἁρπάζουν ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα καί τά ἀνώτατα ἀκόμη, γιά νά τά χρησιμοποιοῦν χάριν τῶν τυραννικῶν τους σκοπῶν.
»Τέτοιοι τύποι ἦταν καί οἱ Βοργίες. Ἔκφυλοι, ἐγκληματικοί τύποι, ἡγεμόνες, ἐξέχουσες μορφές τῆς τυραννίδος, δέν δίστασαν νά βάλουν τό βέβηλο χέρι τους καί στήν “Ἐκκλησία” καί στό ἀνώτατο ἀξίωμα τῆς δυτικῆς “Ἐκκλησίας”, ἐνῶ συγχρόνως διακήρυτταν χωρίς καμμία συστολή τήν περιφρόνησι τήν ὁποία εἶχαν πρός τή χριστιανική πίστι. Ἀδίστακτοι στή συνεπῆ ἐφαρμογή τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποστασίας, προσφέρουν στήν ἀνθρωπότητα καί αὐτό τουλάχιστον τό καλό: Ὅτι μᾶς δείχνουν κατά τρόπο ζωντανό, μέχρι ποιοῦ σημείου μπορεῖ νά φθάση ἡ ἀντιχριστιανική ἄρνησι, ὅταν τραβήξη πέρα γιά πέρα τίς συνέπειές της.
»Ἀλλά οἱ τύραννοι αὐτοί, οἱ ἀπό κάθε ἄποψι εἰδεχθεῖς αὐτοί τύποι, εἶναι ἀκόμη τό μικρότερο κακό. Τό φοβερότερο ἀλλά καί χαρακτηριστικότερο εἶναι ἡ στάσι τήν ὁποία ἀπέναντι τῶν τυράννων αὐτῶν τήρησαν οἱ περίφημοι λόγιοι τῆς Ἀναγεννήσεως, οἱ λάτρεις τοῦ ἀρχαίου πνεύματος, τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἰδανικῶν κλπ. κλπ.. Ἀπέναντι στούς ἐλεεινούς ἐκείνους τυράννους ἦταν οἱ “ἀνθρωπιστές” λόγιοι τῆς ἐποχῆς κυριολεκτικά ἑρπετά. Κόλακες ἀξιοθρήνητοι, ζοῦσαν συνεχῶς στίς αὐλές τῶν ἡγεμόνων, γιά νά δικαιολογοῦν καί νά ἐξυμνοῦν κάθε τους ἔγκλημα καί νά τούς πείθουν ὅτι δικαιοῦνται νά κάνουν ὅ,τι θέλουν. Δοῦλοι ἀπέναντι στούς τυράννους ἦταν τυραννίσκοι ἀπέναντι ὅλου τοῦ κόσμου. Ὑπερφίαλοι καί ἐγκληματίες. Ἐγκληματίες καί μεταξύ τους. Ὁ ἕνας ἔστηνε τοῦ κόσμου τίς δολοπλοκίες, ἀκόμη καί δολοφονικές ἐνέδρες κατά τοῦ ἄλλου. Εἶναι δέ γεγονός ὅτι οἱ λόγιοι αὐτοί εἶχαν περιπέσει στήν κοινή περιφρόνησι.
»Καί ἐδῶ εἶναι τό χαρακτηριστικό. Ὅλοι αὐτοί οἱ λόγιοι, οἱ ἀνθρωπιστές κλπ. κλπ. ἦταν ὅλοι ἄπιστοι ἀπέναντι στή χριστιανική διδασκαλία, ἀλλά συγχρόνως δεισιδαίμονες σέ ἀφάνταστο βαθμό. Ἀπέρριπταν τή χριστιανική πίστι, διότι δέν ἦταν γιά τό μεγάλο τους μυαλό. Καί συγχρόνως ἐπιδίδονταν σέ ὅλων τῶν εἰδῶν τίς δεισιδαιμονίες, ἀστρολογίες, οἰωνοσκοπίες, χειρομαντίες, μπροστά στά ὁποῖα τίποτε δέν εἶναι ἡ σύγχρονη γύφτισσα, πού ἐπιμένει νά πῆ τή μοῖρα στούς περιπατητές τοῦ Ζαππείου. Τά Πανεπιστήμια εἶχαν εἰδικούς καθηγητές γιά τήν ἀστρολογία, γαρνιρισμένη μέ κάθε εἴδους δεισιδαιμονία. Ὁ Ρoggio, ἕνας ἐξέχων διανοούμενος τῆς ἐποχῆς, χαρακτηριστικός τύπος τῶν τότε “ἀνθρωπιστῶν”, χλεύαζε ὅ,τι ὑπερφυσικό ὑπάρχει στήν Ἁγία Γραφή. Συγχρόνως, ὅμως, ἐπέμενε νά παραδέχεται τήν ἀρχαία μυθολογία κατά γράμμα, νά δέχεται ὅτι ὁ Τρίτωνας ζῆ καί περιφέρεται στίς Δαλματικές ἀκτές! Λέγεται δέ ὅτι κάποτε κάποιος “σοφός” τῆς ἐποχῆς συμβούλευσε μέ κάθε σοβαρότητα νά μήν ἀνοιχθῆ στό πέλαγος ὁ στόλος τῆς Βενετίας, γιά νά μήν τόν πειράξουν οἱ Νεράιδες! Καί, νά μήν τό ξεχνᾶμε, δέν πρόκειται γιά τόν “ὄχλο”, ἀλλά γιά τούς σοφούς καί λόγιους τῆς ἐποχῆς, πού διακήρυτταν συγχρόνως ὅτι χειραφετοῦσαν τό ἀνθρώπινο πνεῦμα ἀπό τήν κηδεμονία τῆς χριστιανικῆς πίστεως, τήν ὁποία χλεύαζαν μέ κάθε τρόπο. Δέν θά πίστευε κανείς τέτοιο κατάντημα, ἄν δέν ἦταν μαρτυρημένο ἀπό τίς πιό αὐθεντικές πηγές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
»Ὅσον ἀφορᾶ τώρα στά ἰδανικά τῆς ἐλευθερίας, στά ὁποῖα οἱ “ἀνθρωπιστές” αὐτοί εἶχαν ἀφιερώσει τή ζωή τους, δέν μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθῆ, ὅτι, πράγματι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ὅλη τους τή ζωή τήν ἀφιέρωσαν στήν ἐλευθερία. Στό νά εἶναι δηλ. οἱ τύραννοι ἐλεύθεροι ἀπό κάθε χαλινάρι, τό ὁποῖο ζητοῦσε νά τούς ἐπιβάλη ἡ χριστιανική διδασκαλία, ἡ ἠθική καί ἡ ντροπή ἀκόμη!»(περ. Ἀκτῖνες, Αὔ-Σ 1946, 283).
Einstein καί θρησκεία
Γράφει ὁ D.: «Μία ἀπ’ τίς μανιωδῶς μνημονευομένες παρατηρήσεις τοῦ Einstein εἶναι ἡ ἑξῆς: “Ἡ ἐπιστήμη χωρίς τή θρησκεία εἶναι χωλή, ἐνῶ ἡ θρησκεία χωρίς τήν ἐπιστήμη εἶναι τυφλή”. Ὁ Einstein, ὅμως, εἶπε ἐπίσης:
“Φυσικά, τά ὅσα διαβάσατε γιά τίς θρησκευτικές μου πεποιθήσεις ἦταν ψέματα, ψέματα πού ἐπαναλαμβάνονται συστηματικά. Δέν πιστεύω σέ κανένα προσωπικό Θεό καί ποτέ δέν τό ἀρνήθηκα —ἀντιθέτως, τό ἔχω μάλιστα ἐκφράσει σαφέστατα. Ἄν ὑπάρχη κάτι μέσα μου πού νά μπορῆ νά ὀνομασθῆ θρησκευτικό, αὐτό εἶναι ὁ ἀπεριόριστος θαυμασμός μου γιά τή δομή τοῦ Κόσμου, ὅπως μᾶς τήν ἀποκαλύπτει ἡ ἐπιστήμη”.
Μήπως φαίνεται ὅτι ὁ Einstein ἔπεφτε σέ ἀντιφάσεις; Ὅτι ἀπ’ τά λόγια του θά μποροῦσαν νά τσιμπολογηθοῦν ρήσεις γιά νά ὑποστηριχθοῦν καί οἱ δύο πλευρές τῆς ἀντιπαραθέσεως; Ὄχι. Μέ τή λέξι “θρησκεία” ὁ Einstein ἐννοοῦσε κάτι ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνο πού κατά σύμβασι ἐννοεῖται. Καθώς, λοιπόν, θά προχωρῶ στήν ἀποσαφήνισι τῆς διακρίσεως μεταξύ ὑπερφυσικῆς θρησκείας ἀπ’ τή μία πλευρά καί ἀινσταΐνειας θρησκείας ἀπ’ τήν ἄλλη, ἄς ἔχετε ὑπόψι σας ὅτι θεωρῶ μόνο τούς ὑπερφυσικούς θεούς αὐταπάτες [μήπως ἄραγε δέν θεωρεῖ αὐταπάτες τούς ἀρχαίους ἑλληνικούς καί ρωμαϊκούς θεούς, μιᾶς καί δέν ἦταν ὑπερφυσικοί;].
Στή συνέχεια παραθέτω μερικές ρήσεις τοῦ Einstein, γιά νά πάρετε μία γεῦσι τῆς ἀινσταΐνειας θρησκείας.
“Εἶμαι ἕνας βαθιά θρησκευόμενος ἄπιστος. Πρόκειται γιά ἕνα κάπως νέο εἶδος θρησκείας”.
“Ποτέ δέν ἔχω ἀποδώσει στή Φύσι κάποιο σκοπό ἤ ἐπιδίωξι, ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο θά μποροῦσε νά ἐκληφθῆ ὡς ἀνθρωπομορφικό. Στή Φύσι βλέπω μία μεγαλειώδη δομή τήν ὁποία μποροῦμε νά κατανοήσουμε μόνο πολύ ἀτελῶς, καί τοῦτο θά ἔπρεπε νά γεμίζη ὁποιοδήποτε σκεπτόμενο ἄνθρωπο μ’ ἕνα συναίσθημα ταπεινότητος. Αὐτό εἶναι ἕνα γνήσια θρησκευτικό συναίσθημα καί δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τό μυστικισμό”.
“Ἡ ἰδέα ἑνός προσωπικοῦ Θεοῦ μοῦ εἶναι ἐντελῶς ξένη —καί μοῦ φαίνεται ἕως καί ἀφελής”.
Μετά τό θάνατό του, ὅλο καί περισσότεροι ἀπολογητές τῆς θρησκείας ἔχουν εὐλόγως προσπαθήσει νά πείσουν ὅτι ὁ Einstein ἦταν δικός τους. Μερικοί ὅμως, ἀπ’ τούς θρήσκους συγχρόνους του τόν εἶχαν δεῖ πολύ διαφορετικά. Τό 1940, ὁ Einstein ἔγραψε ἕνα σπουδαῖο δοκίμιο ὅπου τεκμηρίωνε τή δήλωσί του: “Δέν πιστεύω σέ κανένα προσωπικό Θεό”. Αὐτό, κι ἄλλες παρόμοιες δηλώσεις του, προκάλεσαν καταιγισμό ἐπιστολῶν ἀπ’ τούς ὀπαδούς τῆς “ὀρθῆς” πίστεως, πολλές δέ ἀπ’ τίς ὁποῖες ἀναφέρονταν στήν ἑβραϊκή καταγωγή τοῦ Einstein. Τ’ ἀποσπάσματα πού ἀκολουθοῦν ἔχουν ληφθῆ ἀπ’ τό βιβλίο Einstein and Religion τοῦ Max Jammer —τό ὁποῖο ὑπῆρξε καί ἡ δική μου κύρια πηγή ὅσον ἀφορᾶ ρήσεις τοῦ Einstein σχετικά μέ τή θρησκεία. Ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Kansas City δήλωσε: “Εἶναι θλιβερό νά βλέπη κανείς ἕνα ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπ’ τό λαό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τίς διδαχές της, ν’ ἀρνῆται τή μεγάλη παράδοσι αὐτοῦ τοῦ λαοῦ” [αὐτό γιατί τό ἀναφέρουν, τώρα; Ὁ Χριστιανός δέν ἔχει δικαίωμα νά ἐκφράση οὔτε τή θλῖψι του γιά τήν ἀπιστία κάποιου;]. Καί ἄλλοι, καθολικοί κληρικοί, μπῆκαν ἐπίσης στό χορό: “Δέν ὑπάρχει κανένας ἄλλος Θεός πέρα ἀπ’ τόν προσωπικό Θεό {…}· ὁ Einstein δέν ξέρει τί λέει. Πλανᾶται πλάνην οἰκτράν [αὐτό, βέβαια, θά τό ἔχη διαπιστώσει πλέον ὁ ἴδιος ὁ Einstein]. Μερικοί ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι, ἐπειδή ἔχουν κατακτήσει βαθιά γνῶσι στό ἐπιστημονικό πεδίο τους, εἶναι κι ἁρμόδιοι γιά νά ἐκφράζουν ἄποψι ἐπί παντός ἐπιστητοῦ”. Ἡ θέσι ὅτι ἡ θρησκεία συνιστᾶ καθαυτήν ἕνα πεδίο, μέ τήν ὁρθή ἔννοια τοῦ ὅρου, ὅπου μάλιστα μπορεῖ κανείς νά θεωρηθῆ εἰδήμων, εἶναι ἀπό ἐκεῖνες πού δέν πρέπει νά γίνουν ἀποδεκτές ἀβασάνιστα. Ὁ ἐν λόγῳ κληρικός, ἐρωτώμενος γιά τό ἀκριβές σχῆμα καί χρῶμα τῶν φτερῶν μιᾶς νεράιδας, πιθανότατα δέν θά παρέπεμπε στήν αὐθεντία κάποιου πού θ’ αὐτοαποκαλοῦνταν “νεραϊδολόγος”. Τόσο ὁ ἴδιος ὅσο κι ὁ ἐπίσκοπος νόμιζαν ὅτι ὁ Einstein, ἐπειδή δέν γνώριζε θεολογία, εἶχε παρανοήσει τή φύσι τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως, ὁ Einstein κατανοοῦσε πολύ καλά τί ἦταν ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀρνιόταν»(Richard Dawkins, Ἡ Περί Θεοῦ Αὐταπάτη, ἐκδ. Κάτοπτρο, Ἀθήνα 2007, 36).
Σχόλιο: Καί οἱ δύο, Ein. καί D.,, κάνουν τό σφάλμα νά θεωροῦν τά περί Θεοῦ ὡς ζήτημα ἐπιχειρημάτων, ἐνῶ εἶναι ζήτημασυναντήσεως προσώπων, ὅπως εἴπαμε παραπάνω.
Ὡς πρός τή νεραϊδολογία, θά ποῦμε τήν ἄποψί μας παρακάτω, ἀφοῦ ἀναγράψουμε τά ἀντίστοιχα χωρία τοῦ Russell καί τά ὑπόλοιπα τοῦ D..
Ὡς πρός τίς θέσεις, τώρα, τοῦ Einstein, αὐτές εἶναι ἀπόρροια τῶν ὅσων εἴπαμε παραπάνω γιά τήν ἠθική ζωή. Εἶναι γνωστή ἡ ἐλευθεριότητά του μέ τόν ποδόγυρο, ὥστε νά χωρίση ἀπό τή σύζυγό του καί νά νυμφευθῆ τήν ἐξαδέλφη του. Ἀρκεῖ αὐτό.
Bertrand Russell καί θρησκεία
Στήν ἴδια κατηγορία τῶν ἀθέων λόγῳ μή ἠθικῆς συμπεριφορᾶς ὑπάγεται καί ὁ Bertrand Russell, μέ τούς πολλούς γάμους καί τίς μοιχεῖες (βλ. τό λῆμμα του στήν Πάπυρος-Larousse-Britannica). Τίς θέσεις του, ὅμως, θά τίς σχολιάσουμε στό κεφ. «Ἀποδείξεις». Τοῦτο μόνο θά ἀναφέρουμε ἐδῶ Γράφει ὁ Μichael Green: «Ὁ Bertrand Russell ἦταν ἕνας ἐξαιρετικά εὐφυής ἀθεϊστής, ὁ ὁποῖος προφανῶς δέν εἶχε δώσει πολλή προσοχή στά ἀποδεικτικά στοιχεῖα τά ὁποῖα προσφέρει ἡ Καινή Διαθήκη. Κρίνοντας ἀπό τό δοκίμιό του: “Γιατί δέν εἶμαι Χριστιανός”, θά πρέπη νά ἔρριξε μόνο μιά βιαστική ματιά στήν Καινή Διαθήκη, γιά νά δῆ περίπου τί λέει, διαφορετικά δέν θά ἔκανε τέτοια ἀφελῆ σχόλια γιά τό Χριστιανισμό. Ὅταν πρωτοδιάβασα αὐτό τό δοκίμιο, περίμενα ὅτι θά συναντοῦσα μιά δυναμική ἐπίθεσι ἑνός διανοητῆ κατά τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐπειδή εἶχα μελετήσει φιλοσοφία καί ἤμουν βαθιά ἐντυπωσιασμένος ἀπό τήν εὐφυΐα του. Ἀλλά, ἀπογοητεύθηκα. Διαπίστωσα ὅτι δέν εἶχε κἄν ἀρχίσει νά ἐξετάζη δύο ἀπό τά πιό ἰσχυρά ὀχυρά τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως —τίς ἀξιώσεις τοῦ Ἰησοῦ [περί τοῦ ἑαυτοῦ Του] καί τήν ἀνάστασί Του ἀπό τούς νεκρούς. Οὔτε κἄν προσπάθησε νά συμβιβάση μέ τίς ἀντιλήψεις του τό ἀποδεικτικό ὑλικό τό ὁποῖο προσφέρει ἡ Καινή Διαθήκη. Καί, γιά ἕνα ἄνθρωπο μέ τίς ἱκανότητες τοῦ Russell, τό ἔργο του αὐτό καταντάει, χωρίς ἀμφιβολία, ἀνάξιο λόγου. Προτίμησε ν᾽ ἀποφύγη τόν Ἰησοῦ καταφεύγοντας σέ γενικότητες»(Ἕνας Κόσμος σέ Φυγή, ἐκδ. Πέργαμος, Ἀθήνα 1989, 73).
Ἔλλειψι χαρᾶς
Θά τελειώσουμε μέ μιά αἰτία ἀπιστίας, τήν ὁποία δυστυχῶς τροφοδοτοῦμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί. Γράφει ὁ καθηγητής Τσιρ.: «Ἐκεῖνο πού τροφοδοτεῖ τήν ἀπιστία εἶναι ἡ ἔλλειψι τῆς χαρᾶς. Δέν μέ ἔχει ἀφήσει ἥσυχο ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶπε ἕνας ἄθεος, ὁ Koestler, ὅτι “ὅταν βλέπω τούς πιστούς πού δέν εἶναι χαρούμενοι, παρηγοροῦμαι γιά τήν ἀπιστία μου”. Συντριπτικό πράγματι ἐπιχείρημα! Διότι σκέπτεται: “Σάμπως κι αὐτοί πού πιστεύουν ἔχουν χαρά; Ἔ, οὔτε αὐτοί ἔχουν χαρά, οὔτε ἐγώ”. Ὅλα τά ἐπιχειρήματα ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ πού ἔχουν εἰπωθῆ ἀπό τό Renan, τό Strauss, [τό D., προσθέτουμε ἐμεῖς] κτλ, ὅλα αὐτά εἶναι ἀστήρικτα. Ἀλλά αὐτό τό ὁποῖο λέει ὁ Koestler ὁμολογῶ ὅτι εἶναι σοβαρό ἐπιχείρημα»(Ἡ Πίστις ὡς Βίωμα, τόμ. γ´, ἐκδ. Συζήτησις, Ἀθήνα 1982, 155)
ΠΗΓΗ:
Κωστώφ Ἰωάννου, Φυσικοῦ
Ἀθεϊσμός – Τίνος Εἶναι ἡ Αὐταπάτη
ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός
Ἀθήνα 2007
τηλ. 2108220542
TRUTH TARGET