Για πληροφορίες και ερωτήσεις γράψτε μας στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: akhs1914@hotmail.com
Ελάτε να γίνουμε φίλοι στο Face Book _ Κάντε αίτημα φιλίας στο Face Book εδώ: www.facebook.com/Kosmas.Agrinio

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ – CRESCENDO: ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ – ΕΡΓΑ & ΑΛΗΘΕΙΑ – ΚΥΡΟΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ – ΑΔΥΝΑΤΗ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΠΑΠΙΚΟΙ – ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΩΦ‏

CRESCENDO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ – ΕΡΓΑ & ΑΛΗΘΕΙΑ – ΚΥΡΟΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

ΑΔΥΝΑΤΗ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΠΑΠΙΚΟΙ

Ἀπόσπασμα άπό τό βιβλίο τοῦ π. Ἰωάννου Κωστώφ

Ἀντιαιρετικά Ἐφόδια

Ὄχι νά ἐκτρέφουμε, ἀλλά νά ἐκτρέπουμε τήν αἴρεση

Δ ο γ μ α τ ι κ ά

Γράφει ο ἐξαιρετικός Θεολόγος 
Νικόλαος Σωτηρόπουλος

«Λέγοντας ὁ Κύριος, “Ὅς ἐάν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων”(Μθ 5, 19), δέν ἐννοεῖ, νομίζουμε, “Ὅποιος θά παραβῆ μία ἐκ τῶν ἐλαχίστων αὐτῶν ἐντολῶν”, ὅπως ἐξηγοῦν πολλοί, ἀλλά ἐννοεῖ, “Ὅποιος θά καταργήση, θάἀπορρίψη, μία ἐκ τῶν ἐλαχίστων αὐτῶν ἐντολῶν”. Ἡ δεύτερη ἔννοια, κατά τήν ὁποία δέν πρόκειται περί παραβάτου ἐντολῆς, ἀλλά περί αἱρετικοῦ, ὁ ὁποῖος καταργεῖ ἐντολή, συμφωνεῖ πρός τή φράσι, “καί διδάξη οὕτω τούς ἀνθρώπους”(ὅπ.π.), ἡ ὁποία σημαίνει “καί διδάξη τούς ἀνθρώπους, χωρίς τήν ἐντολή αὐτή” ἤ “καί διδάξη τούς ἀνθρώπους, ὅτι δέν ἰσχύει ἡ ἐντολή αὐτή”. Ἡ ἐν λόγῳ ἔννοια, κατά τήν ὁποία πρόκειται περί ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος διδάσκει αἵρεσι, συμφωνεῖ ἐπίσης πρός τήν πρότασι, “ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλεία τῶν οὐρανῶν”(ὅπ.π.), ἡ ὁποία… σημαίνει τόν ἀποκλεισμό ἀπό τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν τοῦ λύοντος καί τήν ἐλαχίστη ἀκόμη ἐντολή. Ἀσφαλῶς δέ ἀπό τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀποκλείεται, ὄχι ὁ παραβάτης ἐλαχίστης ἐντολῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁπλῶς ἁμαρτωλός, ἀλλά ὁ καταργῶν καί τήν ἐλαχίστη ἐντολή, διότι αὐτός εἶναι ἀσεβής, αἱρετικός»(ΕΔ3, 13).

«Τό δόγμα ἔχει ἀξία αὐτό καθ᾽ ἑαυτό καί εἶναι σεβαστό αὐτό καθ᾽ ἑαυτό ἄσχετα μέ τήν ἐπίδρασί του στήν ἠθική· ὅπως καί ἕνας θαυμάσιος ζωγραφικός πίνακας ἔχει ἀξία αὐτός καθ᾽ ἑαυτόν, καλλιτεχνική ἀξία, καί γι᾽ αὐτήν ἀποτελεῖ ἀξιοσέβαστο μνημεῖο ἄσχετα μέ τό οἰκονομικό κέρδος τό ὁποῖο μπορεῖ νά ἀποφέρη ὅταν πωληθῆ. Ἐφόσον δέ τό δόγμα εἶναι σεβαστό καθ᾽ ἑαυτό, καί ἡ διαστροφή τοῦ δόγματος εἶναι κακό αὐτή καθ᾽ ἑαυτήν ἄσχετα μέ τίς ἠθικές της συνέπειες. Καί εἶναι κακό μέγα, μέγιστο. Αὐτό θά προσπαθήσουμε νά τό κάνουμε φανερό μέ τά κατωτέρω.
Κάθε δόγμα εἶναι ἀποκάλυψι μιᾶς θεωρητικῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως. Ἐφόσον δέ ὁ Θεός ἀποκάλυψε μιά τέτοια ἀλήθεια, πρέπει νά τή σεβασθοῦμε ἀπόλυτα. Διαφορετικά δέν θά ὑπῆρχε λόγος νά τήν ἀποκαλύψη. Θ᾽ ἀποκάλυπτε μόνο τίς πρακτικές ἀλήθειες τῆς ἠθικῆς, ἤ, ἄν θέλετε, ἐκεῖνες μόνο ἀπό τίς θεωρητικές ἀλήθειες πού μποροῦν νά χρησιμεύσουν ὡς στήριγμα τῆς ἠθικῆς. Τί χρειαζόταν π.χ. ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἰσερχόταν στήν ἀγωνία τοῦ θανάτου καί ἀπευθυνόταν μέ τά τελευταῖα λόγια στούς μαθητές Του πού ἡ λύπη εἶχε γεμίσει τίς καρδιές τους καί ἔλεγε ὅτι θά στείλη τό Ἅγιο Πνεῦμα νά τούς ἐνισχύση, τί χρειαζόταν, λέμε, τότε νά κάνη ὁ Ἰησοῦς καί τή θεολογική ἐκείνη παρένθεσι “ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται”;(Ἰω. 15, 26). Δέν εἶναι ἡ παρένθεσι αὐτή περιττή; Μακρυά ἀπ᾽ τή βλασφημία! Ὁ Θεός δέν κάνει ποτέ περιττά πράγματα. Οἱ ἄνθρωποι κάνουν περιττά πράγματα.

Μέ τά δόγματα θέλησε ὁ Θεός νά μᾶς δώση μιά ἰδέα ἀπό τίς θεῖες τελειότητες καί νά μᾶς κάνη κατά κάποιο τρόπο, ἤδη ἀπ᾽ αὐτό τόν κόσμο, νά βλέπουμε τά ὑπερκόσμια, γιά τά ὁποῖα μᾶς ἔχει προορίσει. Κάθε δογματική ἀλήθεια εἶναι τελεία γιατί ἀναφέρεται στό τέλειο. Καί τό τέλειο δέν δέχεται καμμιά ἀλλοίωσι. Καμμιά προσθήκη ἤ ἀφαίρεσι. Διότι ἀπό τή στιγμή κατά τήν ὁποία τό τέλειο μεταβληθῆ, παύει νά εἶναι τέλειο καί γίνεται ἀτελές. Ὁ Παρθενώνας θεωρεῖται τέλειο μνημεῖο τέχνης δωρικοῦ ρυθμοῦ. Καί ρωτᾶμε· Ποιός καλλιτέχνης θά ἐπέτρεπε νά ἀφαιρέσουμε ἀπό τό μνημεῖο αὐτό ἕνα κίονα καί νά τόν ἀντικαταστήσουμε μέ ξύλινο ἤ ἔστω καί μαρμάρινο, ἀλλά διαφορετικοῦ ρυθμοῦ; Κανείς. Διότι ἡ τελειότητα τοῦ ναοῦ θά μειωνόταν. Ἔτσι καί ὡς πρός τά δόγματα. Ὅταν παραποιηθοῦν, παύουν νά εἶναι τέλεια, παύουν νά εἶναι ὀρθά. Καί ἐπειδή ἐμεῖς δέν γνωρίζουμε μέ ἀσφαλῆ τρόπο τό Θεό καί τά θεῖα πράγματα παρά μόνο μέ τά δόγματα, ἐκεῖνος πού πιστεύει σέ διαστρεβλωμένα δόγματα ἔχει ἀναγκαστικά καί σφαλερή ἀντίληψι γιά τό Θεό καί τά θεῖα, πρᾶγμα τό ὁποῖο δέν θέλει ὁ Θεός, διότι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἀλλάσσει τή δόξα τοῦ Δημιουργοῦ του καί τῆς θρησκείας τήν ὁποία ὁ Ἴδιος παρέδωσε* [ὑπ.: Πρβλ.: «Εἰ ἀλλάξωνται ἔθνη θεούς αὐτῶν (: τά ἔθνη ἀνταλλάσσουν τούς ἀνύπαρκτους θεούς των)· καί οὗτοι οὐκ εἰσί θεοί. Ὁ δέ λαός μου ἠλλάξατο τήν δόξαν Αὐτοῦ (: ἀντάλλαξε τόν ἔνδοξο [πραγματικό] Θεό του), ἐξ ἧς (: ἀπ᾽ τήν ὁποία [ἀλλαγή]) οὐκ ὠφελήσονται»(Ἱερ 2, 11)· «καί ἤλλαξαν τήν δόξαν (: ἀντικατέστησαν τήν ἔνδοξη μορφή) τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι (: μέ εἴδωλο) εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καί πετεινῶν καί τετραπόδων καί ἑρπετῶν. Διό καί παρέδωκεν αὐτούς ὁ Θεός ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν τοῦ ἀτιμάζεσθαι τά σώματα αὐτῶν ἐν αὑτοῖς (: νά ἀτιμάζουν οἱ ἴδιοι τά σώματά τους), οἵτινες μετήλλαξαν (: ἀντικατέστησαν) τήν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει (: μέ τό ψεύτικο), καί ἐσεβάσθησαν καί ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρά τόν κτίσαντα (: τό Δημιουργό)»(Ρμ 1, 23-25).]. Τό ὀρθό δόγμα μοιάζει μέ τόν ἐπίπεδο καθρέπτη μέσα στόν ὁποῖο τό πρόσωπο φαίνεται ὅπως εἶναι. Τό διαστρεβλωμένο δόγμα μοιάζει μέ καθρέπτη πού ἔχει ἀσύμμετρη καμπυλότητα, μέσα στόν ὁποῖο τό πρόσωπο φαίνεται παραμορφωμένο καί κωμικό. Καί ρωτᾶμε πάλι ὅσους διαστρέφουν τό δόγμα καί ἐκείνους πού λέγουν ὅτι δέν ἔχει σημασία πῶς παραδέχεσαι ἕνα δόγμα: Θά θέλατε σεῖς, κύριοι, νά ἐμφανίζεται τό πρόσωπό σας παραμορφωμένο; Ἀσφαλῶς ποτέ δέν θά θέλατε κάτι τέτοιο, ἀφοῦ καί μιά φωτογραφία πού ἀδικεῖ σέ κάτι τήν ὡραία σας μορφή, βιάζεσθε νά τήν ἐξαφανίσετε. Σκεφθήκατε, ὅμως, ποτέ, γιατί ἡ παραμόρφωσι τοῦ δικοῦ σας προσώπου, ἔστω καί σέ μιά φωτογραφία, σᾶς πειράζει, ἡ παραμόρφωσι, ὅμως, τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ σᾶς ἀφήνει ἀδιάφορους; Ἄν ἐξετάσετε τά βάθη τῆς ψυχῆς σας, δέν εἶναι δύσκολο νά καταλάβετε γιατί αὐτή ἡ διαφορά…

Ὅμως ἡ διαστροφή ἑνός δόγματος δέν καταστρέφει τήν τελειότητα αὐτοῦ μόνο τοῦ δόγματος. Ἀλλ᾽ ἐπειδή τά δόγματα τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ὥστε ν᾽ ἀποτελοῦν ἕνα ἁρμονικό, ἀδιάσπαστο, τέλειο σύνολο, ἡ διαστροφή ἑνός δόγματος καταστρέφει τήν τελειότητα ὁλοκλήρου τοῦ δογματικοῦ συστήματος. Προσβάλλεται ἕνα δόγμα; Ὁλόκληρο τό δογματικό σύστημα ἀναστατώνεται. Διότι ἀμέσως τό διαστρεβλωμένο δόγμα ἔρχεται σέ ἀντίφασι μέ ἄλλα δόγματα. Καί γιά νά ὑπερνικήση τήν ἀντίφασι ὁ διαστροφέας τοῦ δόγματος ἀναγκάζεται νά πιέζη καί νά ἐκβιάζη τά χωρία τῆς Γραφῆς ὥστε νά δώσουν νόημα πού νά συμφωνῆ μέ τό διαστρεβλωμένο δόγμα. Ἀλλά ἔτσι γίνονται νέες διαστρεβλώσεις δογμάτων καί προκύπτουν νέες ἀντιφάσεις. Καί τό κακό προχωρεῖ καί ἡ ἀναστάτωσι τῆς ἀλήθειας ἐπεκτείνεται καί ἐνισχύεται, καί τό δογματικό σύστημα τοῦ Χριστιανισμοῦ στά χέρια τῶν φοβερῶν διαστροφέων του καταντᾶ νά ἐμφανίζη τό φαινόμενο μιᾶς ἄριστης μηχανῆς κατεστραμμένης καί διαλυμένης ἀπό κάποιον ἀδαῆ ἤ κακόβουλο χωρικό, ἤ τό φαινόμενο ἑνός ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ φοβερά ἐξαρθρωμένου καί κακοποιημένου μέ τή μέθοδο τοῦ Προκρούστη.

Σύμφωνα μ᾽ αὐτά, ἡ αἵρεσι εἶναι ἡ διαφθορά τῆς ὑψίστης ἀλήθειας. Καί ἡ διαφθορά τῆς ἀλήθειας εἶναι χειρότερη ἀπό τήν ἠθική διαφθορά τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ἄν διαφθαρῆ ὁ ἄνθρωπος, παραμείνη, ὅμως, ἀδιάφθορη ἡ ἀλήθεια, ὑπάρχει ἐλπίδα νά ἐπιστρέψη ὁ ἄνθρωπος στήν ἀλήθεια καί νά σωθῆ. Ἄν, ὅμως, διαφθαρῆ ἡ ἀλήθεια, πῶς θά σωθῆ ὁ ἄνθρωπος; Ἡ ἀλήθεια ἔχει δύναμι ἁγιαστική πού σώζει. “Ἁγίασον αὐτούς ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου· ὁ λόγος ὁ Σός ἀλήθειά ἐστι” εἶπεν ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική Του προσευχή (Ἰω 17, 17).

Συμφωνοῦμε καί ἐμεῖς, λένε τέλος πολλοί, ὅτι ἡ αἵρεσι, ὅταν πρόκηται γιά μεγάλα καί βασικά δόγματα τῆς Θρησκείας, εἶναι πράγματι σοβαρό κακό. Ἀλλ᾽ ὅταν πρόκηται γιά μικρά, δευτερεύουσας σημασίας δόγματα, εἶναι καί τότε σοβαρό; Ἀπαντοῦμε· Βέβαια εἶναι καί τότε σοβαρό. Διότι ὁ Θεός ὁ Ὁποῖος εἶπε νά πιστεύουμε στό ἕνα δόγμα, ὁ Ἴδιος εἶπε νά πιστεύουμε καί στό ἄλλο* [ὑπ.: Πρβλ.: «Ὅστις γάρ ὅλον τόν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος. Ὁ γάρ εἰπών μή μοιχεύσῃς, εἶπε καί μή φονεύσῃς»(Ἰακ 2, 10-11).]. Καί ὅπως δέν ἔχουμε τό δικαίωμα νά λύσουμε μιά ἀπ᾽ τίς μικρότερες ἐντολές (Μθ 5, 19), ἔτσι δέν ἔχουμε τό δικαίωμα νά λύσουμε καί ἕνα μικρό δόγμα. Καί ἔπειτα καί τά μικρά, ὅταν πρόκηται γιά τό Θεό, δέν εἶναι μικρά. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀγανακτεῖ ἐναντίον τῶν κρασοπωλῶν πού νόθευαν τό κρασί (Ἡσ 1, 22). Καί ἄν, λοιπόν, εἶναι σοβαρό τό ἁμάρτημα νά νοθεύη κάποιος τό κρασί, εἶναι μικρό νά νοθεύη τήν ἀλήθεια τήν ὁποία ἔχει ἀποκαλύψει ὁ Θεός;»(Στ, Φ ᾽65, 24).

Ἄς παρεμβάλουμε ἐδῶ ἕνα ὡραῖο κείμενο ἀπό τό περ. Χριστιανική Σπίθα: «Ὅλοι οἱ οἰκουμενιστές ἱεράρχες ἔχουν κάνει καραμέλλα τό slogan· πρέπει νά ἔχουμε σχέσεις μέ τούς αἱρετικούς χριστιανούς γιά κοινωνικούς λόγους. Ἄν αὐτό ἀληθεύη καί εἶναι σωστό ἀπό πλευρᾶς εὐαγγελίου, τότε νά ἔχουμε σχέσεις μέ τόν ὑπόκοσμο, μέ τή μαφία, μέ τούς ἐμπόρους ναρκωτικῶν, μέ τά καζίνα, μέ τούς δουλεμπόρους, μέ τούς τρομοκράτες καί πάει λέγοντας.
—Μά δέν εἶναι τό ἴδιο, θά πῆ κάποιος, ὑπερβάλλετε.

Καί, ὅμως, ἡ διαστροφή τοῦ δόγματος ἐπιφέρει διαστροφή ἤθους καί κατόπιν διαστρέφεται καί ἡ κοινωνική συμπεριφορά μας. Τό πρῶτο πλοῖο πού μετέφερε σκλάβους Ἀφρικανούς στήν Ἀμερική ὀνομαζόταν “Ἅγ. Πνεῦμα” καί ἀνῆκε σέ προτεστάντες οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν, ὅτι τή δουλεία τήν ἐπιτρέπει ἡ Ἁγ. Γραφή λόγῳ τῆς κατάρας τοῦ Νῶε στό Χάμ! Αὐτή εἶναι ἡ ἑρμηνευτική τῶν αἱρετικῶν. Ὅπως καί ἡ Ἱ. Ἐξέτασι καί τό κράτος τοῦ Βατικανοῦ καί ἡ ἐμπλοκή τους σέ δόλια καί ἀντίχριστα πολιτικά παιχνίδια ἔχουν αἱρετική θεολογική βάσι. Ὅπως καί ὁ ἄθεος καπιταλισμός ἀναπτύχθηκε στό χῶρο τῆς αἱρετικῆς χριστιανοσύνης καί ἀποτελεῖ διαστρέβλωσι καί παραχάραξι τοῦ εὐαγγελίου.

Ὕστερα ἀπ’ ὅλα αὐτά θά ἐπιμένουμε στή συναλοιφή χάριν κοινωνικῆς ὠφελείας; Καί ποῦ πάει τό “Ἔλαιον (: μύρο) ἁμαρτωλοῦ μή λιπανάτω (: ἄς μήν ἀλείψη) τήν κεφαλήν μου”;(Ψ 140, 5)»(τεῦχ. 647, 16).

Καί ξανά πίσω στό Ν. Σωτηρόπουλο: «Ὁ Ἀπ. Παῦλος, τό ἡφαίστειο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, στήν πρός Γαλάτας Ἐπιστολή ἐξαπολύει πύρινο ἀνάθεμα ἐναντίον τῶν ψευδοδιδασκάλων πού διαστρέφουν τό Εὐαγγέλιό του· “Καί ἐάν ἡμεῖς”, λέει, “ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὅ (: ἀντίθετο μέ ὅ,τι) εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω”. Καί γιά νά μή νομίση κανείς ὅτι τό ἀνάθεμα αὐτό ἐκσφενδονίζεται ἀπό ὑπέρμετρο ζῆλο σέ ὥρα ἱερῆς ἐξάψεως, ὁ Ἀπόστολος τό ἐπαναλαμβάνει· “Ὡς προειρήκαμεν, καί ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾽ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω”(Γαλ 1, 8-9). Ἄς σημειωθῆ ὅτι οἱ ψευδοδιδάσκαλοι δέν προσέβαλλαν κάποια σπουδαία δογματική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μόνο εἰσήγαγαν στό Εὐαγγέλιο τήν προσθήκη τῆς περιτομῆς [πού ἦταν, μάλιστα, ἐντολή θεοσύστατη, ἄν καί χρονικῶς περιορισμένη] καί μερικῶν ἰουδαϊκῶν ἑορτῶν, ζήτημα τό ὁποῖο οἱ πολλοί θά θεωροῦσαν μᾶλλον ἀδιάφορο. Καί, ὅμως, τό ζήτημα αὐτό ἀναστάτωσε τήν ψυχή τοῦ Παύλου καί τόν ἔκανε νά γράψη τήν Ἐπιστολή, πού βροντᾶ καί ἀστράπτει. Ἡ πίστι εἶναι ὅπως ὁ ὀφθαλμός τοῦ ἀνθρώπου πού δέν ἀνέχεται οὔτε τό παραμικρό ἐνόχλημα. Στή Β´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή ὁ Ἀπόστολος ἀπειλεῖ τήν τιμωρία κάθε παρακοῆς («ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι (: εἴμασθε ἕτοιμοι νά τιμωρήσουμε) πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ (: γίνη πλήρης) ὑμῶν ἡ ὑπακοή»(10, 6)). Καί στίς Ποιμαντικές Ἐπιστολές δίνει στούς προϊσταμένους τῶν Ἐκκλησιῶν ὁδηγίες γιά νά λαμβάνουν μέτρα γιά τούς αἱρετικούς ἐλέγχοντας, νουθετώντας, ἀποστρεφόμενοι καί ἀφορίζοντάς τους* [ὑπ.: «Ἀντεχόμενον τοῦ κατά τήν διδαχήν πιστοῦ λόγου ([ὁ Ἐπίσκοπος] πρέπει νά γνωρίζη τόν ἀξιόπιστο, σύμφωνα μέ τή [χριστιανική] διδαχή, λόγο), ἵνα δυνατός ᾖ καί παρακαλεῖν (: νά διδάσκη, νά παρηγορῆ) ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῇ ὑγιαινούσῃ καί τούς ἀντιλέγοντας (: τούς ἀντιπάλους) ἐλέγχειν»(Τίτ 1, 9)· «Ταῦτα ὑπομίμνησκε, διαμαρτυρόμενος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μή λογομαχεῖν εἰς οὐδέν χρήσιμον, ἐπί καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων. Σπούδασον σεαυτόν δόκιμον παραστῆσαι (: φρόντισε νά παρουσιάσης τόν ἑαυτό σου τέλειο) τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς ἀληθείας. Τάς δέ βεβήλους κενοφωνίας περιίστασο (: ἀπόφευγε τίς ἀσεβεῖς φλυαρίες)· ἐπί πλεῖον γάρ προκόψουσιν ἀσεβείας, καί ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομήν ἕξει· ὧν ἐστιν Ὑμέναιος καί Φιλητός, οἵτινες περί τήν ἀλήθειαν ἠστόχησαν, λέγοντες τήν ἀνάστασιν ἤδη γεγονέναι, καί ἀνατρέπουσι τήν τινων πίστιν»(Β´ Τιμ 2, 14-18).]. Παραθέτουμε ἐδῶ τό χωρίο Τίτ 3, 10-11: “Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος”. Αἱρετικό δηλ. ἄνθρωπο, ἀφοῦ τόν συμβουλεύσης γιά πρώτη καί δεύτερη φορά, ἄφησέ τον, διότι πρέπει νά γνωρίζης ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἔχει ὑποστῆ ψυχική διαστροφή καί ἁμαρτάνει ἔχοντας ὁ ἴδιος ὁλόκληρη τήν εὐθύνη γιά τήν καταδίκη του, ἐφόσον καί μετά τίς συμβουλές ἐπιμένει στήν κακοδοξία του. Ἄξιο παρατηρήσεως εἶναι ἐδῶ ὅτι ὁ Ἀπόστολος δέν λέει νά συμβουλεύσης τόν αἱρετικό πολλές φορές, ἀλλά μία ἤ δύο μόνο. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι ἡ νόσος τῆς αἱρέσεως ἐλάχιστες ἐλπίδες θεραπείας ἀφήνει, ὅτι δύσκολα θεραπεύεται, ὅτι καταντᾶ ἀνίατη. Σημαίνει ὅτι γιά νά ἐπιτρέψη ὁ Θεός σ᾽ ἕναν ἄνθρωπο νά γίνη αἱρετικός, ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶχε προηγουμένως διαφθαρῆ ψυχικά σέ πολύ μεγάλο βαθμό. Τό λέει ἄλλωστε ρητά: “Ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος”! Καί δύο τέτοιους αἱρετικούς, τόν Ὑμέναιο καί τόν Ἀλέξανδρο, ὁ Ἀπόστολος τούς ἀφόρισε ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τούς παρέδωσε στό Σατανᾶ, γιά νά παιδευθοῦν, ὥστε νά μή διδάσκουν βλάσφημα. Καί ὁ ἄλλος, ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος, ὁ Πέτρος, μέ δριμύτητα ἐλέγχει τούς ψευδοδιδασκάλους καί προαναγγέλλει τήν ἀπώλειά τους (Β´ Πέτρ 2, 1 ἑξ.* [ὑπ.: Σποράδην: «Ψευδοπροφῆται... ψευδοδιδάσκαλοι... αἱρέσεις ἀπωλείας... ταχινήν ἀπώλειαν... ἡ ὁδός τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται... ἡ ἀπώλεια αὐτῶν οὐ νυστάξει... ἐν οἷς ἀγνοοῦσι βλασφημοῦντες (: βλασφημοῦν ὅσα ἀγνοοῦν), ἐν τῇ φθορᾷ αὐτῶν καταφθαρήσονται, κομιούμενοι μισθόν ἀδικίας (: θά πληρωθοῦν γιά τήν ἀσέβειά τους)... καταλιπόντες εὐθεῖαν ὁδόν ἐπλανήθησαν... γέγονεν αὐτοῖς τά ἔσχατα χείρονα τῶν πρώτων».]). Μέ ἀκόμη δέ μεγαλύτερη δριμύτητα τούς ἐλέγχει ὁ Ἰούδας στήν Καθολική του Ἐπιστολή, ἡ ὁποία εἶναι, νομίζουμε, τό σφοδρότερο κείμενο τῆς Κ. Διαθήκης. Τέλος, ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης, δέν διστάζει νά ἀποκαλῆ αἱρετικούς διδασκάλους τῆς ἐποχῆς του ἀντιχρίστους καί νά συνιστᾶ στούς Χριστιανούς νά μή τούς δέχωνται στά σπίτια τους οὔτε νά τούς χαιρετοῦν”(Α´ Ἰω 2, 18-22· 4, 1-3· Β´ Ἰω 7, 10* [ὑπ.: Κατ᾽ ἐκλογήν: «Νῦν ἀντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν... πᾶν ψεῦδος ἐκ τῆς ἀληθείας οὐκ ἔστι. Τίς ἐστιν ὁ ψεύστης εἰ μή ὁ ἀρνούμενος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός; οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν»(Α´ Ἰω 2, 18-22)· «Μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοί ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν (: βγῆκαν) εἰς τόν κόσμον. Ἐν τούτῳ γινώσκετε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα (: σαρκωμένο), ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καί πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καί τοῦτό ἐστι τό τοῦ ἀντιχρίστου ὅ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καί νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστίν ἤδη»(Α´ Ἰω 4, 1-3)· «Πολλοί πλάνοι εἰσῆλθον εἰς τόν κόσμον, οἱ μή ὁμολογοῦντες Ἰησοῦν Χριστόν ἐρχόμενον ἐν σαρκί· οὗτός ἐστιν ὁ πλάνος καί ὁ ἀντίχριστος. Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε»(Β´ Ἰω 7, 10).])»(Στ, Μά ᾽65, 73).
Ἄς τονίσουμε ἐδῶ ὅτι «ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας πρός τόν Τίτο δέν λέει “αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν τιμώρει, φόνευε, καῖε”, ἀλλά, “παραιτοῦ”»(ΑΔΗ, 66).
Ἀκόμα: «—Τί κάνεις, λοιπόν;
[Τορκουεμάδας:] —Μιά πυρά γιά τούς ἀνθρώπους.

—Μέ τί ξύλο;

—Μέ τό Σταυρό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»(V, 154).

Ἐπανερχόμασθε στό Ν. Σωτηρόπουλο: «Ἡ ἀγάπη κινεῖται στά χείλη ὅλων ὅσοι ὑποτιμοῦν τήν πίστι στό δόγμα. Ἀλλά μήπως τούς ἀδικοῦμε; Μήπως ὑπάρχει πράγματι στά βάθη τῶν καρδιῶν τους ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό; Γιά νά ἀπαντήση κανείς, δέν χρειάζεται νά εἶναι καρδιογνώστης. Ἀρκεῖ ἡ λογική. Εἶναι φυσικό ὅ,τι ἀγαπᾶ κανείς, αὐτό νά τό ἐπιθυμῆ πολύ καί νά τό γνωρίση. Καί οἱ τελευταῖες λεπτομέρειες τῶν ἀγαπητῶν μας προσώπων ἔχουν γιά μᾶς σημασία. Καί τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ δέν ἔχουν σημασία, λοιπόν; Ἀλήθεια, ὅποιος αἰσθάνεται φλογερή ἀγάπη γιά τό Θεό, ἔχει σφοδρή ἐπιθυμία νά γνωρίση τό Θεό καί τά θεῖα πράγματα· “Κύριε! Δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα καί ἀρκεῖ ἡμῖν”, ἔλεγε ὁ Φίλιππος. Καί ὁ Κύριος· “Τοσοῦτον χρόνον μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι, καί οὐκ ἔγνωκάς Με Φίλιππε; Ὁ ἑωρακώς Ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα· καί πῶς σύ λέγεις δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα; Οὐ πιστεύεις ὅτι Ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν Ἐμοί ἐστίν;”(Ἰω 14, 9-10). Ἡ ἀγάπη ὁδηγεῖ φυσικῶς πρός τή θεογνωσία, ἡ ἀγάπη εἰσάγει στή μυστηριώδη περιοχή τοῦ δόγματος. Συνεπῶς ὅσοι ὑποτιμοῦν τό δόγμα, δέν ἔχουν μέσα τους τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ («τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς»(Ἰω 5, 42)). Καί στερημένοι ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στεροῦνται τή μεγαλύτερη ἀρετή, τήν ὁποία διδάσκει ἡ Χριστιανική Ἠθική. Κι ἔπειτα κόπτονται περί Ἠθικῆς!»(Στ, Μά ᾽64, 71).
° «Πῶς ὁλόψυχα θά ἀγαπήσης ἐάν καί ὁλόψυχα δέν πιστεύσης; Πῶς θά ἀγαπήσης “Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου”(Μρ 12, 30) ἄν προηγουμένως δέν πιστεύσης καί ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου; Καί, αὐτό πού παρουσιάζεται ὡς τό πλέον δύσκολο καί δυσπαράδεκτο στήν πεπτωκυῖα φύσι τοῦ ἀνθρώπου, πῶς θά ἀγαπήσης τόν ἐχθρό σου ἄν δέν πιστεύης βαθύτατα στόν Ἰησοῦ Χριστό; Ἀλήθεια ἐκεῖνος πού δέν ἔχει τήν πίστι δέν ἔχει οὔτε τήν ἀγάπη»(Στ, Μά ᾽64, 72).

Ἔργα καί ἀλήθεια

Γράφει ο ἐξαιρετικός Θεολόγος Νικόλαος Σωτηρόπουλος:

«Ἀπό τά ἀγαθά τους ἔργα, λένε, ἀποδεικνύεται ὅτι βρίσκονται στήν ἀλήθεια. Πάνω σ᾽ αὐτό ἔχουμε νά παρατηρήσουμε τά ἑξῆς· Ἐκτός τοῦ ὅτι καί τό ἐπιχείρημα αὐτό ἐπικαλοῦνται ὀπαδοί ὅλων τῶν αἱρέσεων, εἶναι ὑπερήφανο καί αὐτάρεσκο καί καταδικάζεται αὐστηρά ἀπό τήν Ἁγία Γραφή νά νομίζη κάποιος τόν ἑαυτό του καλό καί ἅγιο. Καί ὁ Κύριος δέν εἶπε ὅτι ἀπό τόν καρπό τῶν ἔργων θά καταλάβουμε τήν ὀρθή ἤ μή ὀρθή πίστι τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά εἶπε ὅτι θά καταλάβουμε τούς ἴδιους τούς ἀνθρώπους “Ἀπό τόν καρπόν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς”(Μθ 7, 16)»(Στ, Αὔ ᾽65 122).

Ἡ σωστή πίστι εἶναι τό κατεξοχήν ἔργο

«Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μεγάλη πεποίθησι στά ἔργα, ρώτησαν τό Χριστό, ποιά ἔργα πρέπει νά κάνουν, ὥστε νά εἶναι σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός ἀπάντησε· “Τοῦτο ἐστι τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσητε εἰς Ὅν ἀπέστειλεν Ἐκεῖνος”(Ἰω 6, 28-29). Δύο πράγματα εἶναι ἐδῶ ἰδιαιτέρως ἀξιοπρόσεκτα. Τό ἕνα, ὅτι ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι ρώτησαν γιά ἔργα, στόν πληθυντικό, ὁ Χριστός μίλησε γιά ἔργο, στόν ἑνικό. Γιά ἕνα ἔργο. Τό δεύτερο, ὅτι ὁ Χριστός ὀνόμασε τήν πίστι ἔργο… Ἡ πίστι στό δόγμα εἶναι καί αὐτή ζήτημα ἠθικό. Τώρα βλέπουμε ὅτι ἡ πίστι δέν εἶναι ἁπλῶς ζήτημα ἠθικό, ἀλλά ἔργο. Ναί. Ἔργο ἐσωτερικό, πνευματικό, πού συντελεῖται στή διάνοια καί στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου μέ ἀγωνιώδη ἀναζήτησι καί κοπιαστική ἔρευνα γιά ἀνεύρεσι τῆς ἀλήθειας, καί μέ προσευχή, καί ταπείνωσι ἐνώπιον τῆς ἀλήθειας, καί ἀφοσίωσι στήν ἀλήθεια. Σάν τέτοιο ἔργο ἡ πίστι δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἔργο, ἀλλά εἶναι τό πρῶτο καί οὐσιωδέστερο ἔργο στόν ἄνθρωπο, ἤ μᾶλλον εἶναι τό ἔργο. Τά ἄλλα ἔργα ἤ περιέχονται σ᾽ αὐτό ἤ ἀπορρέουν ἀπό αὐτό. Ἔργα, λοιπόν, ζητοῦν οἱ ἀρχαῖοι καί οἱ σύγχρονοι Ἰουδαῖοι; Νά, ἡ πίστι, αὐτό εἶναι τό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὅταν δέ ὁ Ἰησοῦς, λίγο πρίν εἰσέλθη στήν ὑπέρτατη ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ, ὕψωσε τά μάτια Του πρός τόν οὐρανό καί ἀπηύθυνε πρός τόν Πατέρα, ὡς ἄνθρωπος, τήν συγκλονιστική ἐκείνη ἀρχιερατική Του προσευχή, τί εἶπε; “Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν Σου τόν Υἱόν, ἵνα καί ὁ Υἱός Σου δοξάση Σε, καθώς ἔδωκας Αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὅ δέδωκας Αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωήν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστι ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσι Σέ τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν”(Ἰω 17, 1-3). Αἰώνια ζωή εἶναι νά γνωρίζουμε τόν ἀληθινό Θεό καί τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεογνωσία δηλαδή, δέν εἶναι μόνο ἡ ἀρχή, ἀλλά καί τό περιεχόμενο τῆς αἰώνιας εὐτυχίας μας. Πῶς, ὅμως, ἐπιτυγχάνεται ἡ θεογνωσία; Μέ τήν πίστι.

Ὥστε τό πρῶτο, τό ὁποῖο ζητᾶ ὁ Θεός, δέν εἶναι τά ἐξωτερικά ἔργα. Τό πρῶτο καί κύριο εἶναι ἡ πίστι, ἔργο ἐσωτερικό.

Προχωροῦμε τώρα καί λέμε ὅτι, χωρίς τήν πίστι, καλά ἔργα στό Χριστιανισμό —δέν ἐξετάζουμε τά ἔργα ἐκτός τοῦ Χριστιανισμοῦ— δέν μποροῦν νά νοηθοῦν. Ἡ ἰδέα αὐτή φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως παράδοξη. Ἐντούτοις εἶναι ὀρθή. Ἡ Χριστιανική Θρησκεία στήν οὐσία της δέν εἶναι Θρησκεία ἐξωτερικῶν πράξεων. Εἶναι Θρησκεία ἐσωτερική, πνευματική, ἡ πνευματικότερη ἀπό τίς Θρησκεῖες. Αὐτή κήρυξε ὡς βασικό της δόγμα ὅτι “Πνεῦμα ὁ Θεός”(Ἰω 4, 24), ἀλλά πνεῦμα καί ὁ ἄνθρωπος, πού φέρει τή σάρκα ὡς περίβλημα τῆς πνευματικῆς του οὐσίας. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μηχανή· δέν εἶναι ρομπότ για νά κριθῆ ἡ ἀξία του ἀπό τό ἔργο τό ὁποῖο παράγει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄν ἔμψυχο, λογικό, μέ συνείδησι καί ἐλεύθερη βούλησι. Καί γι᾽ αὐτό ἡ Θρησκεία μας ἐντοπίζει τήν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου στόν ἐσωτερικό του κόσμο, στίς ἰδέες καί τίς διαθέσεις του, στήν πνευματικότητά του. Λέγε μου τί σκέπτεσαι καί τί αἰσθάνεσαι γιά νά σοῦ πῶ ποιός εἶσαι, λέει ὁ ἄνθρωπος στό συνάνθρωπο. Σύμφωνα μέ αὐτά, ἐκεῖνο τό ὁποῖο ζητᾶ ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία παραδίδεται στό Θεό μέ τήν πίστι. “Υἱέ μου δός μοι σήν καρδίαν”(Πρμ 23, 26), φωνάζει ὁ Θεός. Ἐάν δώσουμε τήν καρδιά μας στό Θεό, δώσαμε τό πᾶν. Ἔργα ἐξωτερικά εἶναι δυνατόν νά μήν ἔχη κάποιος τή δύναμι νά κάνη, παρόλη τή διάθεσί του. Ὁ παράλυτος π.χ. δέν μπορεῖ νά κινηθῆ, καί ὁ ἀκτήμων μοναχός δέν μπορεῖ νά ἐλεήση. Μποροῦν, ὅμως, καί οἱ δύο μέ ζέουσα πίστι νά προσφέρουν τήν καρδιά τους τέλεια θυσία στόν Κύριο. Ἀντίθετα, καί χίλια ἔργα ἄν ὑποτεθῆ ὅτι κάνει κάποιος σέ μία μέρα, χίλιες δωρεές κι ἄν κάνη ὁ πλούσιος στούς πτωχούς, ἄν ὁ πλούσιος αὐτός δέν πιστεύη στό Χριστό καί δέν κινῆται στά ἔργα του ἀπό τήν ἁγνή καί ἁγία ἐκείνη διάθεσι, τήν ὁποία δημιουργεῖ στήν ψυχή ἡ πίστι καί ἡ ἀγάπη στό Χριστό, καί δέν βλέπει τόν πτωχό συνάνθρωπό του σάν εἰκόνα Θεοῦ, ἀλλά τόν θεωρεῖ ὡς κατώτερο ὄν ἀπό τόν ἑαυτό του καί ἀξιολύπητο, οἱ δωρεές του δέν εἶναι ὡραῖες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅπως δέν εἶναι ὡραῖοι ἐνώπιόν μας οἱ σκουληκιασμένοι καρποί. Ὁ Θεός δέν εὐαρεστεῖται στά ἔργα τά ὁποῖα δέν προέρχονται ἀπό πίστι, ἀφοῦ κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, δέν ἐνθουσιαζόμασθε ἀπό μιά δωρεά τήν ὁποία μᾶς κάνει κάποιος πλούσιος, ἄν ἀντιληφθοῦμε ὅτι αὐτός κατά βάθος δέν μᾶς ἐκτιμᾶ. Ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη τῶν ἀγαθῶν τοῦ πλουσίου. Διότι, μήπως εἶναι δύσκολο στόν Παντοδύναμο νά βρέχη καθημερινά στή γῆ ὑπεράφθονα τά ἀγαθά Του, ὅπως ἔβρεχε τό μάννα καί τά ὀρτύκια στήν ἔρημο, ὥστε κανείς πτωχός νά μήν ἔχη ἀνάγκη ἀπό τίς ἐλεημοσύνες τῶν πλουσίων; Ἀλλά δοκιμάζει τή διάθεσι τῶν πλουσίων. Καί μόνο τά ἔργα τά ὁποῖα εἶναι καρποί ἀγαθῆς διαθέσεως, γίνονται δεκτά ἐνώπιόν Του. Τά ἄλλα ἔργα μας δέν ἀρέσουν στόν Κύριο. Ὁ λόγος τῆς Γραφῆς εἶναι σαφής καί κατηγορηματικός· “Χωρίς πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι (: νά γίνη εὐάρεστος)”(Ἑβρ 11, 6).

Τά ἔργα, λοιπόν, εἶναι ἀγαθά ἐφόσον προέρχονται ἀπό τήν πίστι. Ἀλλά καί τέτοια ἔργα νά ἔχη ὁ ἄνθρωπος, δέν μπορεῖ νά καυχιέται καί νά στηρίζη σ᾽ αὐτά τήν πεποίθησι τῆς σωτηρίας του. Δέν πρέπει νά καυχιέται, διότι ὅ,τι καλό ἐπιτελεῖ, τό ἐπιτελεῖ μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Καί δέν πρέπει νά στηρίζη στά ἔργα τήν πεποίθησι τῆς σωτηρίας, διότι οὔτε ὅλα τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐκτελεῖ, ἀλλά καί ὅσα ἐκτελεῖ δέν εἶναι ἀπαλλαγμένα ἀπό τήν ἀτέλεια καί τή σκουριά τῆς ἁμαρτίας. Τό ἀγαθό μας δέν εἶναι ἀγαθό ἐάν ἐξετασθῆ μέ τό μικροσκόπιο τῆς χριστιανικῆς τελειότητος! Ὤ, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, πόσο λησμονοῦμε τή διαφθορά τῆς καρδιᾶς μας καί πόσο ἀγνοοῦμε τό βάθος τῆς Θρησκείας μας ὅταν μιλᾶμε αὐτάρεσκα γιά τά καλά μας ἔργα! Ὑπάρχει στόν προφήτη Ἡσαΐα μιά τολμηρότατη ἔκφρασι γιά χαρακτηρισμό τῆς ἁγιότητός μας. Εἶναι ἀπό τίς πολλές τολμηρές ἐκφράσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀλλά ὅσο τολμηρότερη εἶναι, τόσο δείχνει τό βάθος τῆς πνευματικότητος τῆς Θρησκείας μας, καί τόσο περισσότερο ταπεινώνει καί ἐξευτελίζει τήν αὐταρέσκειά μας. “Πᾶσα δικαιοσύνη ἡμῶν (: κάθε ἀρετή μας) ὡς ράκος ἀποκαθημένης [: σερβιέττα ὑγείας]”(Ἡσ 64, 6). Ὅλη ἡ ἁγιότητά μας μπροστά στά μάτια τοῦ τρισάγιου Θεοῦ εἶναι σάν ράκος βρωμερό καί ἀκάθαρτο!… Συνεπῶς, δέν μποροῦμε νά ἀξιώσουμε ἀπό τό Θεό τή σωτηρία, δυνάμει δικῆς μας δικαιοσύνης. Καί, πάνω στό συγκεκριμένο, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι σαφής· “Οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ (: κανείς ἄνθρωπος)”(Ρμ 3, 20). Κανένας δέν σώζεται ἀπό τά ἔργα του. Ὄχι ὅτι ὁ Θεός δέν λαμβάνει ὑπόψιν Του γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων τά ἔργα. Ὁπωσδήποτε τά λαμβάνει κι αὐτά ὑπόψιν Του, ἀφοῦ ἡ σωτηρία εἶναι ἀποτέλεσμα δύο παραγόντων, τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου. Ἀλλά τά λαμβάνει ὑπόψιν ἀπό εὐσπλαγχνία· ὄχι ὅτι τά ἔργα ἔχουν τή δύναμι μόνα τους νά σώσουν τόν ἄνθρωπο. Ἐάν δέν πιστέψουμε ὅτι τό αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ἁμαρτία, δέν σωζόμασθε. Μέ τήν πίστι ἐξαρτώμασθε ἀπό τό Θεό, ὅπως τό μικρό καί ἀδύναμο παιδί ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀγκαλιά τοῦ πατέρα του. Τό αἴσθημα τῆς σωτηρίας μέσῳ τῆς πίστεως ἐκφράζει ἔντονα καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, εἰδικά στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή, τῆς ὁποίας θέμα εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πού περιέχεται στήν Παλαιά Διαθήκη («ὁ δέ δίκαιος ἐκ πίστεώς Μου ζήσεται»(Ἀββ 2, 4)) ὅτι “ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται”(Ρμ 1, 17· βλ. καί Γαλ 3, 11 καί Ἑβρ 10, 38* [ὑπ.: «Ὅτι δέ ἐν νόμῳ οὐδείς δικαιοῦται παρά τῷ Θεῷ, δῆλον (: εἶναι φανερό)· ὅτι ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται»(Γαλ 3, 11)· «Ὁ δέ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται· καί ἐάν ὑποστείληται (: ἄν ἐλαττώση τόν ἀγῶνα), οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή Μου ἐν αὐτῷ»(Ἑβρ 10, 38).]). Αὐτός ὁ ὁποῖος θά σωθῆ, θά σωθῆ ἀπό τήν πίστι του. Καί στήν πρός Ἐφεσίους πάλι γράφει· “τῇ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως· καί τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται”(Ἐφ 2, 8-9)»(Στ, Αὔ ᾽64, 121).

Κῦρος τῆς Γραφῆς

«Ἡ ἴδια ἡ Γραφή μᾶς βεβαιώνει γιά τό θεῖο κῦρος της, λέγουν αἱρετικοί καί παραπέμπουν στό χωρίο Β´ Τιμ 3, 16 ὅπου ἀναφέρεται ὅτι “πᾶσα γραφή θεόπνευστος”. Ἀλλά ὅπως καθένας ἀντιλαμβάνεται τό ἐπιχείρημα αὐτό τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀφελές. Διότι, ἐφόσον τή στιγμή αὐτή κρίνεται ἡ Γραφή, δέν εἶναι δυνατόν νά ληφθῆ ὑπόψιν ἡ μαρτυρία τῆς ἴδιας, ὅπως καί ἑνός κατηγορουμένου στό δικαστήριο δέν λαμβάνεται ὑπόψιν ἡ μαρτυρία τοῦ ἴδιου. Μπορεῖ, βέβαια, νά εἶναι ἀληθινή ἡ μαρτυρία του, ἀλλά δέν λαμβάνεται ὑπόψιν. Καί ἄν θέλη νά δικαιωθῆ, πρέπει νά παρουσιάση ἄλλους μάρτυρες. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Ἰουδαίους πού ἀμφισβητοῦσαν τό θεῖο κῦρος Του: “Ἐάν Ἐγώ μαρτυρῶ περί Ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία Μου οὐκ ἔστιν ἀληθής”(Ἰω 5, 31). Δέν ἦταν πράγματι ἀληθινή ἡ μαρτυρία τήν ὁποία ἔδινε ὁ Κύριος γιά τόν ἑαυτό Του; Ἀσφαλῶς ἦταν. Καί γι᾽αὐτό σέ ἄλλη περίπτωσι εἶπε τό ἀκριβῶς ἀντίθετο· “Κἄν Ἐγώ μαρτυρῶ περί Ἐμαυτοῦ, ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία Μου”(Ἰω 8, 14). Ἀλλά τότε γιατί ὁ Κύριος στήν πρώτη περίπτωσι εἶπε ὅτι ἡ μαρτυρία Του δέν εἶναι ἀληθινή; Τί ἤθελε νά πῆ ὁ Κύριος ὅταν ἐκφραζόταν ἔτσι; Ἤθελε νά πῆ τό ἑξῆς· Ἐφόσον εἶμαι ἐγώ ὁ Ἴδιος αὐτός πού κρίνεται, ἡ δική Μου μαρτυρία γιά τόν ἑαυτό Μου δέν λαμβάνεται ὑπόψιν καί γι᾽ αὐτό τήν ἀφήνω. Ἄς ποῦμε ὅτι δέν εἶναι ἀληθινή. Ὑπάρχουν, ὅμως, λέει στή συνέχεια ὁ Χριστός, ἄλλες μαρτυρίες γιά τό πρόσωπό Μου πού προέρχονται ἀπ᾽ ἔξω, καί αὐτές οἱ μαρτυρίες πρέπει νά ληφθοῦν ὑπόψιν. Σύμφωνα, λοιπόν, μέ χωρίο πού περιέχεται στήν ἴδια τή Γραφή, ὅταν τίθεται τό ἐρώτημα, ποιός βεβαιώνει τό κῦρος τῆς Γραφῆς;, ἡ μαρτυρία τῆς ἴδιας τῆς Γραφῆς δέν λαμβάνεται ὑπόψιν. Ἤ μήπως ἡ Γραφή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τόν Κύριο πού εἶπε τό “ἐάν Ἐγώ μαρτυρῶ περί Ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία Μου οὐκ ἔστιν ἀληθής”;

Ἔπειτα, ἄν στήν Ἁγία Γραφή λέγεται ὅτι “πᾶσα γραφή θεόπνευστος”, δέν λέγεται, ὅμως, καί ποιά συγκεκριμένα καί πόσα εἶναι τά θεόπνευστα καί κανονικά της βιβλία. Ποῦ, λοιπόν, στηρίζεται ὁ ὀνομαζόμενος Κανόνας τῆς ἁγίας Γραφῆς; Μήπως στήν ἱστορική καί κριτική ἔρευνα; Ἀλλά ἀπό τήν ἔρευνα αὐτή ξεκινώντας διάφοροι θεολόγοι τοῦ Προτεσταντισμοῦ μέ μεγάλα ὀνόματα (!) ἔφθασαν στό σημεῖο νά ἀρνηθοῦν τή γνησιότητα τῶν περισσοτέρων βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς…

Τή θεοπνευστία τῆς Γραφῆς ἀποδεικνύουν τά ὑψηλά της διδάγματα, λένε οἱ αἱρετικοί, προσφέροντας ἄλλο ἐπιχείρημα. Ὁμολογοῦμε καί ἐμεῖς καί μάλιστα, μέ μεγαλύτερο ἐνθουσιασμό ἀπό τούς αἱρετικούς ὅτι στή Γραφή περιέχονται τά ὑψηλότερα νοήματα. Ὅμως καί τό ἐπιχείρημα αὐτό δέν πείθει ἀπόλυτα γιά τή θεοπνευστία τῆς Γραφῆς. Διότι καί ἀνθρώπινα βιβλία περιέχουν ὑψηλά νοήματα, ὄχι βέβαια, ὅσο ἡ Γραφή, ὁπωσδήποτε, ὅμως, περιέχουν. Ἔπειτα, ἄς δεχθοῦμε ὅτι ἕνα μέρος τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅπου περιέχονται τά ὑψηλότερα καί πιό πρωτότυπα νοήματα, εἶναι θεόπνευστο. Ποιός θά μᾶς βεβαιώση ὅτι εἶναι θεόπνευστο καί τό ὑπόλοιπο; Ποιός θά μᾶς βεβαιώση ὅτι δέν ἀναμίχθηκαν στή Γραφή καί ἀνθρώπινα στοιχεῖα;

Τή θεοπνευστία τῆς Γραφῆς ἀποδεικνύουν οἱ καταπληκτικές προφητεῖες της οἱ ὁποῖες ἐκπληρώθηκαν κατά γράμμα, λένε τώρα οἱ αἱρετικοί, προσφέροντας νέο ἐπιχείρημα. Ἀλλά καί τό ἐπιχείρημα αὐτό δέν πείθει ἀπόλυτα. Διότι οὔτε ὅλα τά βιβλία τῆς ἁγίας Γραφῆς εἶναι προφητικά, οὔτε ὅσα εἶναι προφητικά ἀποτελοῦν ὁλόκληρα προφητεῖες. Καί συνεπῶς, πῶς θά βεβαιωθοῦμε ὅτι εἶναι θεόπνευστα τά βιβλία καί τά μέρη ἐκεῖνα τῆς Γραφῆς, τά ὁποῖα δέν περιέχουν ἐκπληρωμένες προφητεῖες;»(Στ, Σ ᾽65, 138).

«Ὑπάρχει ἀπάντησι πού θέτει τέρμα στίς ἀντιλογίες. Καί τή γνωρίζουν αὐτή τήν ἀπάντησι οἱ αἱρετικοί. Τή γνωρίζουν πολύ καλά. Ἀλλά δέν τή δίνουν. Προτιμοῦν νά δίνουν διάφορες ἄλλες ἀσθενεῖς ἀπαντήσεις, καί ὄχι τή μία καί ἰσχυρή. Γιατί ἄραγε; Διότι δέν τούς συμφέρει. Διότι, ἄν δώσουν τήν ἀπάντησι αὐτή, θά στηριχθῆ μέν ἀσφαλῶς τό κῦρος τῆς Γραφῆς καί θά ὑποδειχθῆ ὁ ἀλάθητός της ἑρμηνέας, θά κατρακυλήσουν, ὅμως, οἱ ἴδιοι! Ἐπίτηδες, λοιπόν, δέν δίνουν τήν ὀρθή ἀπάντησι οἱ αἱρετικοί. Ἀλλ᾽ ἄν δέν θέλουν αὐτοί, θά τή δώσουμε ἐμεῖς. Ἤ μᾶλλον θά τή δώση ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή, στήν ὁποία αὐτοί ἔχουν στηρίξει ὅλη τήν πεποίθησί τους.
Ἡ Γραφή, λοιπόν, ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστός ἵδρυσε στόν κόσμο ἕνα θεῖο ὀργανισμό, πού ὀνομάζεται Ἐκκλησία. Καί προτοῦ τόν ἱδρύση εἶπε: “Οἰκοδομήσω Μου τήν Ἐκκλησίαν, καί πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς”(Μθ 16, 18). Θά κτίσω δηλ. τήν Ἐκκλησία Μου, καί ὅλες οἱ σκοτεινές δυνάμεις δέν θά μπορέσουν νά τήν καταβάλουν. Στό χωρίο τοῦτο προφητεύεται τό αἰώνιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει προορισθῆ νά ζήση αἰώνια χωρίς κάποια διακοπή. Στήν Ἐκκλησία ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε ὅτι θά ἀπέστελλε τόν Παράκλητο, γιά νά μείνη σ᾽ αὐτήν αἰώνια καί νά τήν ὁδηγῆ “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”· «Καί ἐγώ ἐρωτήσω (: θά παρακαλέσω) τόν Πατέρα καί ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾽ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… Ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καί ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἅ εἶπον ὑμῖν”(Ἰω 14, 16-17, 26). Καί πάλι· “Ὅταν δέ ἔλθῃ Ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”(Ἰω 16, 13). Ἐπίσης ὁ Κύριος πρίν ἀπό τήν ἀνάληψί Του ὑποσχέθηκε, ὅτι καί ὁ Ἴδιος θά παρέμενε στήν Ἐκκλησία Του ἀοράτως μέχρι τή συντέλεια τῶν αἰώνων (Μθ 28, 20). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἱδρύθηκε πράγματι καί ἐμφανίσθηκε ἐπίσημα στόν κόσμο τήν Πεντηκοστή, ὅταν κατέβη τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά μένη ἀπό τότε στήν Ἐκκλησία αἰώνια καί νά τήν ὁδηγῆ “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”. Γι᾽ αὐτή τήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Χριστός στόν κόσμο, πολλές φορές γίνεται λόγος στήν Κ. Διαθήκη. Ἀλλ᾽ ἀπό τά πολλά χωρία ἕνα μόνο θ᾽ ἀναφέρουμε ἀκόμη στό σημεῖο αὐτό, πού εἶναι καταπέλτης κατά τῶν αἱρέσεων. Εἶναι τό Α´ Τιμ 3, 15. Σ᾽ αὐτό ὁ Ἀπ. Παῦλος λέγει σαφῶς, ὅτι ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν ὁποῖο ὁ ἐπίσκοπος Τιμόθεος ἔπρεπε νά ἀναστρέφεται ὀρθά, τό καθίδρυμα δηλ. τοῦ Θεοῦ στή γῆ, εἶναι “Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωμα (: ἀκλόνητη βάσι) τῆς ἀληθείας”.

Νομίζουμε ὅτι θά ἀντιλήφθηκαν οἱ φίλοι ἀναγνῶστες γιατί ἀναφέραμε τά ἀνωτέρω χωρία. Τά ἀναφέραμε γιά νά δείξουμε ὅτι ἡ ὑπέρτατη στή γῆ αὐθεντία εἶναι ἡ Ἐκκλησία* [ὑπ.: Ἄν τώρα ρωτήση κάποιος· Καί τῆς Ἐκκλησίας τήν αὐθεντία ποιός βεβαιώνει;, πρέπει ν᾽ ἀπαντήσουμε· Ἡ πεποίθησι τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν αὐθεντία της στηρίζεται σέ γεγονότα. Ἡ Ἐκκλησία ἄκουσε ἀπό τόν Κύριο θαυμαστές ἐπαγγελίες καί τίς εἶδε νά ἐκπληρώνωνται ἀπό τήν ἵδρυσί της μέχρι σήμερα. Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό συνεχές θαῦμα τοῦ Θεοῦ.]. Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάντησι στά βασικά ἐρωτήματα, τά ὁποῖα θέσαμε στούς αἱρετικούς. Ἡ Ἐκκλησία μόνο μπορεῖ νά μᾶς βεβαιώση ὅτι ἡ Γραφή εἶναι θεόπνευστη, καί ἡ Ἐκκλησία μόνο μπορεῖ νά μᾶς τήν ἑρμηνεύση ἀλάνθαστα. Καλή καί ἡ Ἁγία Γραφή. Διότι ἡ Γραφή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ᾽ ἡ ἀλήθεια, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Παύλου, ἔχει ἀνάγκη στηρίγματος. Καί στήριγμα τῆς ἀλήθειας δέν λέει ὅτι εἶναι ὁ Α ἤ ὁ Β, διότι σ᾽ αὐτή τήν περίπτωσι ὁ Α ἤ ὁ Β θά ἔπρεπε νά ἦταν ἀλάθητος. Στήριγμα, λέει, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή ἡ κοινή συνείδησι τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας· “…ἥτις ἐστίν Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας”. Καί ὄργανο τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Πολλές σύνοδοι συνῆλθαν. Ἀλλ᾽ ὁρισμένες μόνο ἀναγνωρίσθηκαν ὡς οἰκουμενικές καί ἅγιες, ὅσων τίς ἀποφάσεις ἐπιδοκίμασε ἡ κοινή συνείδησι τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας»(Στ, Σ ᾽65, 139).

«Ἡ Γραφή ἀπαιτεῖ ν’ ἀγαπᾶμε τήν ἀλήθεια. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι “τήν ἀγάπην τῆς ἀληθείας οὐκ ἐδέξαντο εἰς τό σωθῆναι”, δέν δέχθησαν δηλαδή ν᾽ ἀγαπήσουν τήν ἀλήθεια γιά νά σωθοῦν, αὐτοί βαίνουν πρός τήν ἀπώλεια, αὐτοί θά κολασθοῦν (Β´ Θεσ 2, 10-11). Οἱ οἰκουμενιστές δέν ἔχουν ἀληθινή ἀγάπη, διότι δέν ἀγαποῦν τήν ἀλήθεια, ὑποτιμοῦν καί καταφρονοῦν τά δόγματα τῆς Πίστεως»(ΝΣ, 19).


Ἀδύνατη ἡ συζήτησι

«Οἱ Χιλιαστές ἤ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ εἶναι ἄλλου εἴδους ἄνθρωποι. Ἡ συζήτησι μαζύ τους εἶναι μαρτύριο καί ἡ συνεννόησι ἀδύνατη, ἐκτός ἀπό θαῦμα. Οἱ κανόνες τῆς λογικῆς δέν ἰσχύουν γι᾽ αὐτούς. Ὁ ὑποφαινόμενος, ὅταν σέ μία ὁμάδα ἀπό αὐτούς συνέστησε νά μεταβοῦν στά Ἰόνια νησιά γιά νά δοῦν σκηνώματα ἁγίων καί θεραπεῖες δαιμονιζομένων, ἄκουσε ἀπό τό δάσκαλο τῆς ὁμάδος τό ἑξῆς καταπληκτικό· “Ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή, ὅτι ὑπάρχουν οἱ ἅγιοι αὐτοί, ὅτι διατηροῦνται τά σώματά τους, καί ὅτι θεραπεύουν δαιμονισμένους;”! Καί ἄλλος πάλι Χιλιαστής, ὁ ὁποῖος παραπέμφθηκε σέ συγκεκριμένη σύγχρονη περίπτωσι δαιμονισμένου καί θεραπευμένου μέ τούς ἐξορκισμούς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, εἶπε: “Τό γράφει αὐτό ἡ Ἁγία Γραφή;”! Ἐξοργίσθηκε τότε ὁ Ὀρθόδοξος καί εἶπε στό Χιλιαστή: “Τί εἶναι αὐτό, τό ὁποῖο φορᾶς στό λαιμό;”. “Γραβάτα”, ἀπάντησε ὁ Χιλιαστής. Καί ὁ Ὀρθόδοξος: “Τό γράφει αὐτό ἡ Ἁγία Γραφή;”! Καί θαῦμα νά τελέσης μπροστά στούς Χιλιαστές ἐν ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Κυρίου καί Θεοῦ, αὐτοί θά τό ἀπορρίψουν γιά τό λόγο ὅτι δέν ἀναφέρεται στήν Ἁγία Γραφή, γιά τήν ὁποία κόπτονται!»(Στ, Φ ᾽74, 27)

Ἄς θυμηθοῦμε ἐδῶ καί τό: «Φοβᾶμαι ὅτι ὑπῆρξα σάν τόν ποιητή γιά τόν ὁποῖο ὁ Αlexander Ρope εἶπε: “Ἀκοίμητε ἑαυτέ μου πού προσφέρεις ὕπνο στούς ἀκροατές σου”»(ΓΡ, 184). Αὐτό στήν πραγματικότητα γίνεται μέ τό χιλιαστικό περιοδικό Ξύπνα.


Παπικοί

«Ἤ οἱ Παπικοί εἶναι Ἐκκλησία καί δέν ἔχουν διαφορές μ᾽ ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους, ἤ ἔχουν διαφορές καί δέν εἶναι Ἐκκλησία. Ἕνα ἀπ᾽ τά δύο!»(Στ, τεῦχ. 513, 87).








ΠΗΓΗ:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Ἀντιαιρετικά Ἐφόδια – Ὄχι νά ἐκτρέφουμε, ἀλλά νά ἐκτρέπουμε τήν αἵρεσι

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Σταμάτα 2013 - τηλ. 2108220542

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

http://workersectingreece.wordpress.com

http://paintingleaves.blogspot.com

PAINTING LEAVES