Για πληροφορίες και ερωτήσεις γράψτε μας στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: akhs1914@hotmail.com
Ελάτε να γίνουμε φίλοι στο Face Book _ Κάντε αίτημα φιλίας στο Face Book εδώ: www.facebook.com/Kosmas.Agrinio

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ - π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος (1930-1989)

«Διδάσκει ἡ Γραφή τό “ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου καί αὐτός σέ διαθρέψει”(Ψ 54, 23). Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ Θεός θά διαθρέψη ἐμᾶς ἀπευθείας (δηλ. μέ βροχή τροφῶν) καί ὄχι μέσῳ ἄλλων ἀνθρώπων; Ἄν αὐτό σημαίνη, τότε ὄντως καί τά ἀνωτέρω χωρία [Ψ 31, 5 καί Α´ Ἰω 1, 9, τά ὁποῖα ἐπικαλοῦνται οἱ προτεστάντες] θά σημαίνουν ἀναγκαίως, ὅτι ὁ Θεός θά συγχωρήση τίς ἁμαρτίες μας ἀπευθείας καί ὄχι μέσῳ ἄλλων ἀνθρώπων (Ἱερέων)».

«Οἱ Ἀπόστολοι, κ. Μ., βάπτιζαν στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος (Πατρός, Υἱοῦ καί Πνεύματος Ἁγίου), ἤ μόνο στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ; Ἀσφαλῶς θά μοῦ ἀπαντήσετε, ὅτι βάπτιζαν στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος, διότι ἔτσι διετάχθηκαν ἀπ’ τόν Κύριο κατά τό Μθ 28, 19. Δέν ὑπάρχει, ὅμως, κ. Μ., οὔτε μία περίπτωσι πού νά μαρτυρῆ ρητῶς ὅτι οἱ Ἀπόστολοι βάπτιζαν στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος. Ἀντιθέτως, ὑπάρχουν πολλά χωρία πού λένε ὅτι βάπτιζαν μόνο στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἰδού αὐτά: α´) “Μετανοήσατε καί βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ” παραγγέλλει στούς Ἰουδαίους ὁ Ἀπ. Πέτρος (Πρξ 2, 38). β´) “… μόνον δέ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ”(Πρξ 8, 16). γ´) “… ἀκούσαντες δέ ἐβαπτίσθησαν εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ”(Πρξ 19, 5). δ´) “… ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν Ἰησοῦν…”(Ρμ 6, 3). ε´) “Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε”(Γαλ 3, 27). Λοιπόν, σέ τί βάπτιζαν οἱ Ἀπόστολοι; Στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος, ἤ στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ; —Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θά μοῦ πῆτε: “Τή φράσι ‘εἰς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ’, τήν ὁποία ἀναφέρουν τά ρηθέντα χωρία, πρέπει νά τήν ἐκλάβουμε ὅτι δηλώνει ἁπλῶς τό Χριστιανικό Βάπτισμα (κατ’ ἀντίθεσι πρός τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου) καί ὄχι ὅτι καθορίζει τό κατά τή στιγμή τῆς βαπτίσεως ἀπαγγελόμενο Ὄνομα. Κατά τή στιγμή ἐκείνη θά ἀπαγγέλλονταν ἀναμφισβήτητα καί τά Τρία Ὄνόματα, ἐφόσον οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου εἶναι σαφέστατοι: ῾.. βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος᾽(Μθ 28, 19). Οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι ἐπαρκέστατη ἀπόδειξι, ὅτι τό Χριστιανικό Βάπτισμα ἐτελεῖτο στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος!” —Ὀρθότατα ὅλα αὐτά, κ. Μ.! Ὅ,τι, ὅμως, κάνετε ἐσεῖς προκειμένου περί τοῦ Βαπτίσματος, ἐμεῖς κάνουμε ὄχι μόνο περί τοῦ Βαπτίσματος, ἀλλά καί περί τῆς ἐξουσίας γιά τήν ἄφεσι ἁμαρτιῶν. Δηλαδή: Ὅπως ἐσεῖς θεωρεῖτε τούς λόγους τοῦ Κυρίου (“… βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”) ὡς ἐπαρκῆ ἀπόδειξι ὅτι οἱ Ἀπόστολοι βάπτιζαν στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος, ἄν καί ὄχι μόνο δέν ἔχετε συγκεκριμένες περιπτώσεις ἐφαρμογῆς τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ἀλλά μᾶλλον ἔχετε συγκεκριμένες περιπτώσεις ἀντιτιθέμενες ἐκ πρώτης ὄψεως στήν ἐφαρμογή τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ἔτσι καί ἐμεῖς θεωροῦμε τούς λόγους τοῦ Κυρίου “Ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς” ὡς ἐπαρκῆ ἀπόδειξι ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἔλαβαν ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, ἄν καί δέν ἔχουμε στήν Κ. Διαθήκη συγκεκριμένες περιπτώσεις ἐφαρμογῆς τῆς ἐξουσίας αὐτῆς. Σ’ αὐτό, μάλιστα, τό ζήτημα, ἄν δέν ἔχουμε περιπτώσεις τέτοιες, περιπτώσεις ἐφαρμογῆς δηλαδή, δέν ἔχουμε, ὅμως, καί περιπτώσεις ρητῆς ἀντιθέσεως, ὅπως ἐκ πρώτης ὄψεως ἔχουμε στό ζήτημα τοῦ Βαπτίσματος. Ἄν, λοιπόν, ἐκεῖ συμβιβάζουμε τόσο εὐχερῶς τά πράγματα καί δέν ἐπιχειροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε μεταφορικῶς τούς λόγους τοῦ Κυρίου, πόσο μᾶλλον πρέπει αὐτό νά συμβῆ ἐδῶ, στήν ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν; Ἄν, δηλαδή, τούς λόγους τοῦ Κυρίου περί Βαπτίσματος ἐκλαμβάνουμε μέ ἀκέραια κυριολεξία καί οὔτε ζητᾶμε πρός βεβαίωσί τους συγκεκριμένες περιπτώσεις πού νά συμφωνοῦν μέ αὐτούς, οὔτε ἐπηρεαζόμασθε κατ’ αὐτῶν ἀπό περιπτώσεις πού διαφωνοῦν ρητά ἐκ πρώτης ὄψεως πρός αὐτούς, γιατί δέν πρέπει νά ἐκλάβουμε μέ ἀκέραια κυριολεξία καί τούς λόγους περί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν τοῦ Κυρίου (ἐφόσον εἶναι σαφέστατοι), ἀλλά ζητᾶμε πρός βεβαίωσί τους συγκεκριμένες περιπτώσεις πού συμφωνοῦν μέ αὐτούς, εἴμασθε δέ ἕτοιμοι νά ἐπηρεασθοῦμε ἰσχυρότατα κατ’ αὐτῶν, ἄν τυχόν βροῦμε κάποια περίπτωσι ἔστω καί κατά χιλιοστό διαφωνοῦσα ἐκ πρώτης ὄψεως πρός αὐτούς; Δέν εἶναι αὐτό κλασσικό ὑπόδειγμα προκαταλήψεως;».

«Ἄς ὑποτεθῆ, εἶπα σέ κάποιο αἱρετικό συζητητή, ὅτι, ἄν ὁ Σίμων μετανοοῦσε ἀμέσως καί βαθειά, ὁ Πέτρος θά ἔλεγε: “Σίμων, συγχωρεῖ σοι ὁ Χριστός τό ἁμάρτημα”. (Καί ἀσφαλῶς ἔτσι θά μιλοῦσε, ἄν μετανοοῦσε ὁ Σίμων.) Τί θά ἔλεγες τότε; Θά ἔλεγα, ἀπάντησε, ὅ,τι λέω καί τώρα, δηλαδή, ὅτι κανείς πλήν τοῦ Χριστοῦ δέν συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Μόνο ἄν ὁ Πέτρος ἔλεγε: “Σίμων, συγχωρῶ σοι τό ἁμάρτημα”, θά ἄλλαζα γνώμη καί θά πίστευα ὅτι ὁ Πέτρος εἶχε λάβει ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν. Πολύ καλά!, ἀνέκραξα. Ἀλλά καί πρός τόν παραλυτικό Αἰνέα ὁ Πέτρος δέν εἶπε: “Αἰνέα, ἰῶμαί σε”, ἀλλά εἶπε: “Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός”!(Πρξ 9, 34). Συνεπῶς, ὀφείλεις ἀπ’ αὐτό νά συμπεράνης, ὅτι μόνο ὁ Χριστός θεραπεύει ἀσθένειες καί ὅτι ὁ Πέτρος δέν εἶχε λάβει ἀπ᾽ Αὐτόν τέτοια ἐξουσία!… Ὁπότε καλό εἶναι νά ἐφεύρης κάποια μεταφορική ἑρμηνεία γιά τό χωρίο Μθ 10, 8 (“ἀσθενοῦντας θεραπεύετε”), ὅπως ἐφεῦρες καί γιά τό χωρίο Ἰω 20, 23 (“ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς”)!…».

«Ὥστε τό “ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν”(Μθ 6, 12) σημαίνει “τήν ἀπευθείας ἀπ’ τό Θεό συγχώρησι τοῦ ἁμαρτωλοῦ” καί ἀποκλείει μεσάζοντες; Τότε, ὅμως, καί τό ἀμέσως προηγούμενο ἐδάφιο τῆς Κυριακῆς προσευχῆς “τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον” πρέπει, ἀναπόφευκτα, νά σημαίνη καί αὐτό τήν ἀπευθείας ἀπ’ τό Θεό χορήγησι τοῦ καθημερινοῦ μας ἄρτου καί νά ἀποκλείη μεσάζοντες! Ὅπως λέμε “ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα”, ἔτσι λέμε καί “τόν ἄρτον ἡμῶν δός”. Ἄν τό πρῶτο ἀποκλείη μεσάζοντες, πρέπει νά ἀποκλείη καί τό δεύτερο. Λαμβάνει, λοιπόν, ὁ κ. Μ. τόν “ἄρτον αὐτοῦ τόν ἐπιούσιον” ἀπευθείας ἀπ’ τό Θεό, χωρίς κανένα μεσάζοντα; Δηλαδή, γι’ αὐτόν “βρέχει ὁ Οὐρανός καρβέλια”, κατά τό δή λεγόμενο; Ἄν συμβαίνη αὐτό, τότε ὁμολογῶ ὅτι καί ἡ ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν δέν εἶναι δυνατόν παρά νά παρέχεται ἀπευθείας ἀπ’ τόν Οὐρανό, χωρίς κανένα μεσάζοντα. Ἄν, ὅμως, ὁ Οὐρανός χορηγῆ τόν ἐπιούσιον ἄρτο στόν κ. Μ., ὅπως καί σέ μᾶς, ὄχι ἀπευθείας, ἀλλά μέσῳ ἄλλων (τοῦ πατρός κατά τήν παιδική ἡλικία, τοῦ ἐργοδότη σήμερα, τῶν τέκνων κατά τά γηρατειά κλπ.), γιατί ἀποκλείεται νά χορηγῆ καί τήν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν ὄχι ἀπευθείας, ἀλλά μέσῳ ἄλλων (τῶν Ἱερέων); Καί, μάλιστα, γιά τή χορήγησι τῆς ἀφέσεως χρησιμοποιεῖται μόνο ἕνας μεσάζων (ὁ Ἱερεύς), ἐνῶ γιά τήν παροχή τοῦ ἄρτου χρησιμοποιεῖται πλῆθος ἀναρίθμητο μεσαζόντων: Οἱ γονεῖς ἤ ὁ ἐργοδότης (φυσικό ἤ νομικό πρόσωπο ἤ τό ἴδιο τό κράτος) ἤ τά τέκνα. Αὐτοί, ὅμως, παρέχουν μόνο τά χρήματα γιά τήν ἀγορά τοῦ ἄρτου. Γιά τήν παρασκευή τοῦ ἄρτου πόσοι ἐργάζονται; Πόσοι δέ καί γιά τή σπορά, τήν καλλιέργεια καί τό θερισμό τοῦ σιταριοῦ; Ὅπως, λοιπόν, τό αἴτημα “δός τόν ἄρτον” ἱκανοποιεῖται ἀπ’ τό Θεό ὄχι ἀπευθείας (μέ βροχή ἕτοιμων ἄρτων, ὅπως ἄλλοτε ἔβρεξε τό μάννα), ἀλλά μέ μεσάζοντες, ἔτσι καί τό αἴτημα “ἄφες τά ὀφειλήματα” μπορεῖ ἄριστα νά ἱκανοποιῆται μέ μεσάζοντες».

«Ἐπειδή προσευχόμασθε γιά τήν ἄφεσι τῶν ὀφειλημάτων μας, ἕπεται ἀναγκαίως ὅτι ἡ προσευχή αὐτή τυγχάνει αὐτάρκης καί δέν ἀπαιτεῖται κανενός ἄλλου ὅρου ἡ ἐκπλήρωσι γιά τή λῆψι τῆς ἀφέσεως; Ἄν ναί, τότε καί ἡ προσευχή μας γιά τήν παροχή τοῦ “ἐπιουσίου ἄρτου” πρέπει ἀναγκαίως νά τυγχάνη αὐτάρκης καί νά μήν ἀπαιτῆται κανενός ἄλλου ὅρου ἡ ἐκπλήρωσι γιά τή λῆψι τοῦ ἄρτου. Δηλαδή, καταργεῖται ἡ ἐργασία».

«Ἤ θά προσεύχεται κάποιος πρός τό Θεό γιά τή χορήγησι τοῦ “ἐπιουσίου ἄρτου” ἤ θά ἐργάζεται. Πρέπει τό ἕνα νά ἀποκλείη τό ἄλλο. Ἤ θά παρακαλῶ τό Θεό γιά τόν ἄρτο μου καί δέν θά ἐργάζωμαι, ἀλλά θά τόν ἀναμένω ἀπ’ τόν Οὐρανό, ἤ θά ἐργάζωμαι μέν γιά τόν ἄρτο μου, ἀλλά δέν θά παρακαλῶ γιά τή χορήγησί του τό Θεό».

«Ὅπως ἡ προσευχή γιά τή χορήγησι τοῦ ἄρτου ἀποτελεῖ ἕνα μόνο ὅρο καί δέν ἀποκλείει καί ἄλλο ὅρο (τήν ἐργασία), ἔτσι καί ἡ προσευχή γιά τήν ἄφεσι ἁμαρτιῶν μπορεῖ (δέν λέω ὀφείλει) νά ἀποτελῆ ἕνα μόνο ὅρο καί νά μήν ἀποκλείη καί ἄλλον (τήν ἱερατική μεσολάβησι). Καί ὅπως θά διέπραττα ἐγώ λογικό σφάλμα, ἄν συνέλεγα Γραφικά καί Πατερικά χωρία πού συνιστοῦν τήν προσευχή γιά τή χορήγησι τοῦ ἄρτου* [ὑπ.: Ὅπως π.χ. τά χωρία “τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον”(Μθ 6, 11), “ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου καί αὐτός σε διαθρέψει”(Ψ 54, 23) κλπ..] καί ἐπιχειροῦσα μέ αὐτά νά ἀποδείξω ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι ἀπορριπτέα, ἔτσι καί ἐσεῖς διαπράττετε λογικό σφάλμα, ὅταν συλλέγετε χωρία πού συνιστοῦν τήν ἐξομολογητική προσευχή πρός τό Θεό καί μέ αὐτά ζητᾶτε νά ἀποδείξετε ὡς ἀπορριπτέα τήν ἱερατική μεσολάβησι. Γιά νά ἀποδείξω ἐγώ ὅτι ἀποκλείεται ἡ ἐργασία, θά ὄφειλα νά βρῶ χωρία πού μιλοῦν ρητά γιά ἐργασία καί πού τήν ἀπαγορεύουν, καί ὄχι νά συμπεράνω αὐτό ἀπό χωρία πού μιλᾶνε περί προσευχῆς καί δέν λένε τίποτε (οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά), περί ἐργασίας. Ἔτσι καί ἐσεῖς: Γιά νά ἀποδείξετε ὅτι ἀποκλείεται ἡ ἄφεσι διά τοῦ Ἱερέως, ὀφείλετε νά βρῆτε χωρία πού τήν καταδικάζουν ρητά καί ὄχι νά τό συμπεραίνετε αὐτό ἀπό χωρία πού μιλᾶνε περί ἐξομολογητικῆς προσευχῆς ἐνώπιον μόνου τοῦ Θεοῦ καί δέν λένε τίποτε (οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά) περί ἱερατικῆς μεσολαβήσεως. Τότε μόνο οἱ ἀποδείξεις σας θά θεωρηθοῦν ἰσχυρές καί ἀναντίρρητες. Ἀλλιῶς, θά μοιάζουν λίγο ἤ πολύ πρός τό συλλογισμό “ράβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει!”».

«Κάποιοι ἀπ’ τούς αἱρετικούς καταλογίζουν σέ μᾶς ἀντίφασι, διότι, ἐνῶ διακηρύσσουμε ὅτι “μόνο ὁ Θεός ἔχει ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν”, ἐντούτοις πιστεύουμε ὅτι καί ἄλλοι ἔχουν τέτοια ἐξουσία (οἱ Ἱερεῖς). Ἀλλά ἡ φράσι “μόνος ἔχων ἐξουσίαν ἀφιέναι ἁμαρτίας” δέν σκοπεύει νά ἀποκλείση τήν ὕπαρξι καί ἄλλων προσώπων πού ἔχουν τέτοια ἐξουσία, ἀλλά ἁπλῶς σκοπεύει νά τονίση μία ἀλήθεια: ὅτι ὁ μέν Θεός ἔχει τήν ἐξουσία αὐτή ἀφ’ Ἑαυτοῦ, οἱ δέ Ἱερεῖς τήν ἔχουν ὄχι ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀλλά ἀπ’ τό Θεό. Ὁ μέν Θεός ἔχει τήν ἐξουσία ἐκ φύσεως, οἱ δέ Ἱερεῖς ἐκ παραχωρήσεως. Ἔτσι καί ἡ Γραφή πού λέει περί τοῦ Θεοῦ “ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν”(Α´ Τιμ 6, 16), δέν σκοπεύει νά ἀποκλείση τήν ὕπαρξι καί ἄλλων ὄντων ἐχόντων ἀθανασία (ἐφόσον ἡ ἴδια διδάσκει ὅτι καί οἱ Ἄγγελοι εἶναι ἀθάνατοι καί οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων), ἀλλά ἁπλῶς σκοπεύει νά τονίση ὅτι ὁ μέν Θεός ἔχει ἀφ’ Ἑαυτοῦ τήν ἀθανασία, τά δέ ἄλλα ὄντα τήν ἔχουν αὐτή ὡς δῶρο ἀπ’ τό Θεό. Λέγουσα πάλι τόν Ἰσραήλ “λαόν σοφόν καί ἐπιστήμονα”(Δευτ 4, 6) καί τόν Δαυΐδ “ἄνδρα συνετόν καί πολεμιστήν καί σοφόν λόγῳ”(Α´ Βασ 16, 18) καί τόν Ἰωναδάβ “ἄνδρα σοφόν σφόδρα”(Β´ Βασ 13, 3) καί τό Σολομῶντα “υἱόν σοφόν καί ἐπιστάμενον ἐπιστήμην καί σύνεσιν”(Β´ Πρλ 2, 12) καί τούς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ “προφήτας καί σοφούς καί γραμματεῖς”(Μθ 23, 34) κλπ., δέν ἀντιφάσκει πρός ἑαυτήν οὔτε ἀναιρεῖ τή διακήρυξί της περί Θεοῦ, τόν Ὁποῖο ὀνομάζει “μόνο σοφό”(Ρμ 16, 27· Α´ Τιμ 1, 17). Καί δέν ἀναιρεῖ τή διακήρυξί της αὐτή, διότι ὅταν ἀναγορεύη τό Θεό ὡς “μόνο σοφό” δέν σκοπεύει νά ἀποκλείση ἄλλα ὄντα κάτοχα σοφίας, ἀλλά σκοπεύει νά τονίση ὅτι ὁ μέν Θεός εἶναιἀπολύτως καί ἀφ’ Ἑαυτοῦ, δηλαδή κατά φύσιν, σοφός, τά δέ ἄλλα ὄντα εἶναι σοφά σχετικῶς καί κατά χάριν, δηλαδή, κατά δωρεάν Θεοῦ!».

ΠΗΓΗ:

Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

Η Εξομολόγηση – Μετάνοια: Το Αντικλείδι του Παραδείσου

εκδ. Άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Αθήνα 2012

TRUTH TARGET