Κακοήθειες εναντίον της Πενθέκτης Συνόδου

 
Αντιαιρετική μελέτη 
υπό του καθηγητού Θεολογίας 
κ. Ανέστη Καλλίνικου
__
Ο εμπνευστής της exeldim και συνδιαχειριστής της ΟΟΔΕ  Ν. Μαυρομάγουλος  βρέθηκε σε δεινή θέση, όταν είδε ιδίοις όμασι τις δεκάδες πατερικές αναφορές περί αγεννησίας του Αδάμ και ακόμη δεινότερη, όταν του ξεκαθαρίστηκε δια του 19ου κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου το αυτονόητο, ότι δηλαδή κάθε ερμηνεία της Γραφής οφείλει να εναρμονίζεται προς την πατερική παράδοση.
Τότε, αναμενόμενα, προέβη σε αήθη επίθεση εναντίον του κανόνα και των ίδιων των πατέρων, όπως θα δείξω παρακάτω. Όλες οι απαντήσεις στις ασυναρτησίες που γράφτηκαν θα απαντηθούν από δικά του κείμενα που ο καθένας μπορεί να διαβάσει στην μητρική ιστοσελίδα ΟΟΔΕ. Έτσι θα φανεί πως πρόκειται για ιδιάζουσα περίπτωση ημιμάθειας, κακής αντιγραφής και οικτρής θεολογικής-εκκλησιαστικής συνείδησης.



Το πράγμα έχει ως εξής.


Στην ιστοσελίδα exeldim ανέβασε πρόσφατα το παρακάτω κείμενο, που το παρουσιάζω τμηματικά: «Τα λάθη της παρερμηνείας του Ιερού αυτού Κανόνα» (http://exeldim.site40.net/pateres/xrisi_paterwn_a.htm)
1) Ο Ιερός Κανόνας, μιλάει για "ΟΡΟΥΣ" (για όρια) που τέθηκαν από αγίους Πατέρες, και ότι δεν πρέπει να παραβαίνονται αυτά τα ΟΡΙΑ. ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ όμως αυτά, υπάρχει πλήρης (και επιβαλλόμενη) ελευθερία για ερμηνεία των Γραφών. Δεν υπάρχει απαγόρευση κάθε ερμηνείας, αλλά απαγόρευση ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ με τους ήδη τεθέντες όρους.


Στο σημείο αυτό φαίνεται κι η αγραμματοσύνη του Μ εφόσον ο ίδιος ο κανόνας ορίζει συγκεκριμένο πλαίσιο ερμηνείας: «μὴ ἄλλως τοῦτον ἑρμηνευέτωσαν, ἢ ὡς ἂν οἱ τῆς ἐκκλησίας φωστῆρες, καὶ διδάσκαλοι, διὰ τῶν οἰκείων συγγραμμάτων παρέθεντο· καὶ μᾶλλον ἐν τούτοις εὐδοκιμείτωσαν, ἢ λόγους οἰκείους συντάττοντες· ἵνα μή, ἔστιν ὅτε, πρὸς τοῦτο ἀπόρως ἔχοντες, ἀποπίπτοιεν τοῦ προσήκοντος».



Μετάφραση: « να μην τον ερμηνεύουν αλλιώς, παρά όπως οι φωστήρες της εκκλησίας και διδάσκαλοι παρέδωσαν με τα δικά τους συγγράμματα. Και να πετυχαίνουν περισσότερο με τα συγγράμματα αυτά παρά συντάσσοντας δικούς τους λόγους. Για να μη συμβεί ποτέ να εκπέσουν από το ορθό, αν βρεθούν ανεπαρκείς». 


Είναι λοιπόν ξεκάθαρο πως μόνο οι πατερικές ερμηνείες κατά το πνεύμα και πολλές φορές κατά γράμμα ισχύουν μέσα στην εκκλησία. Οι ορθόδοξοι το γνωρίζουμε και από την πείρα μας.
Αν δεν ικανοποιούν τον αναγνώστη τα παραπάνω, ας λάβει υπόψη του την ερμηνεία του Πηδαλίου των σελίδων 195-196: «Διορίζει ο Κανών, ότι οι Προεστώτες των εκκλησιών, οι Επίσκοποι με προηγουμένως…….Οι τοιούτοι όμως να μη διδάσκωσιν από εδικά των λόγια και νοήματα, αλλά από τα της Θείας Γραφής, χωρίς να ευγαίνουν έξω από τους επικυρωθέντας συνοδικώς όρους και δόγματα της πίστεως, ή έξω από την των Θεοφόρων Πατέρων Παράδοσιν. Και αν καμμιάν φορά ομιλήσωσιν λόγον της Γραφής, κατά άλλον τρόπον να μη τον εξηγούσιν, πάρεξ καθώς τον εξήγησαν εις τα συγγράμματά των οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι».
Θέτω λοιπόν το ρητορικό ερώτημα, η αγεννησία του Αδάμ είναι διδασκαλία της Γραφής και των πατέρων; Όποιος προσάγει το ακριβώς αντίθετο, υφίσταται επιτίμιο Οικ.Συνόδου ή όχι;

Ο ίδιος ο Μ σε παλιότερο κείμενό του στην ΟΟΔΕ αντιγράφοντας κανονολογικά εγχειρίδια παραθέτει:

Και γι' αυτό το λόγο ενισχύεται και "κρατύνεται" και διατηρείται ασάλευτη ολόκληρη η διαταγή τους... και γι' αυτό ακόμη το λόγο αποδοκιμάζεται και απαγορεύεται κάθε αλλοίωση και παραχάραξή τους" (Μπούμης Ι. Παναγιώτης, 'Κανονικόν Δίκαιον'. Αθήνα 1991, σελ. 10,11).
Αναφέρεται δηλαδή... στη δόλια αλλαγή τών λέξεων τών κανόνων με σκοπό την παραποίηση και τη νόθευση τού νοήματος και όχι στην ερμηνεία τών λέξεων και τη διακρίβωση τού ορθού νοήματος τού κειμένου.

Έρευνα: Papyrus 52 και Ν. Μ. (http://www.oodegr.com/oode/dogma/synodoi/desmeftikes_1.htm)

Θυμίζω: «….υπάρχει πλήρης (και επιβαλλόμενη) ελευθερία για ερμηνεία των Γραφών»

2) Μιλάει για "τους της ευσέβειας λόγους" και "τα της αληθείας νοήματα τε, και κρίματα", και όχι για επιστημονικές πληροφορίες, που είναι δυνατόν να συμπληρωθούν από τα τεκμηριωμένα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης. Ο Ιερός αυτός Κανόνας, μιλάει ΕΙΔΙΚΑ για ζητήματα σωτηρίας και κρίσεως.

Πιστεύω πως είναι η πιο ύπουλη από τις επιθέσεις που έχω διαβάσει στην exeldim.Κάθε τι που άπτεται του φυσικού κόσμου αφαιρείται από την ερμηνευτική δικαιοδοσία της εκκλησίας και παραχωρείται στις επιστήμες! Ο Κανόνας ΔΕΝ μιλάει ειδικά, καλύπτει ΟΛΟ το φάσμα των ερμηνειών που έχουν σωτηριολογικές συνέπειες. Ακόμη και δυσδιάκριτες για τους πολλούς. Παράδειγμα το αειπάρθενο της Θεοτόκου που προσβάλλεται επανειλημμένως από τους Προτεστάντες. 

Εδώ θα μπορούσα να παραθέσω ατελείωτα σχόλια καθηγητών πανεπιστημίου, αλλά θα αρκεσθώ μόνο σε αυτά που παρέχει η ΟΟΔΕ κι οι θεολόγοι τους οποίους κατ’επανάληψη επικαλείται. Καταλληλότερος όλων ασφαλώς είναι ο αείμνηστος Ρωμανίδης, τον οποίο  ο Μ έχει βαφτίσει εξελικτή –έστω  και κρυφό(!) για τον φόβο των ιουδαίων- και στον οποίο παραπέμπει ωσάν στο ευαγγέλιο. Γράφει λοιπόν ο αείμνηστος δάσκαλός μας στη Δογματική στη σελ. 41: «Επομένως ο χρησιμοποιών εξωαγιογραφικά και εξωπαραδοσιακά κριτήρια εκ της φιλοσοφίας, εκ της ιστορίας, εκ της φιλολογίας, εκ της θρησκειολογίας, εκ της φαντασίας και εκ της θετικής λεγομένης επιστήμης, ίνα κατανοήση και εμβαθύνη εις την διδασκαλίαν και τα πνευματικής φύσεως γεγονότα της Αγίας Γραφής, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένος εις εσφαλμένας ερμηνείας και αξιολογήσεις. Μόνον όταν έχη κανείς ως οδηγούς τους χάριτι Θεού πείραν έχοντας γνωστικούς, δύναται να αρχίση να βαδίζη τα πνευματικά στάδια κατανοήσεως της διδασκαλίας του Χριστού εν τη Παλαιά και Καινή Διαθήκη, εν τοις αγίοις Πατράσι και ταις Οικουμενικαίς και Τοπικαίς Συνόδοις, εφ' όσον είναι μέτοχος των αχράντων μυστηρίων με πνευματικόν πατέρα γνώστην γνωστικόν της παραδόσεως και φίλον του Θεού». 



Και ολίγα τινά από την ΟΟΔΕ…
Τα κείμενα της Αγίας Γραφής, εν προκειμένω της Καινής Διαθήκης, δεν είναι απλώς κείμενα φιλολογικά. Προ παντός, είναι κείμενα εκκλησιαστικά. Η Εκκλησία συνέγραψε αυτά τα κείμενα και η Εκκλησία μπορεί να τα ερμηνεύσει αυθεντικά.
Επομένως, η Καινή Διαθήκη και γενικότερα η Αγία Γραφή, ως κείμενο εκκλησιαστικό, φυλάσσεται στους κόλπους της Εκκλησίας και ερμηνεύεται από αυτήν. Βεβαίως, οι διάφορες άλλες γνώσεις (ιστορικές, φιλολογικές, κ.λπ.,) μπορούν να είναι χρήσιμες και βοηθητικές, αλλά πρέπει να τονισθεί ότι μόνον εκείνοι που έχουν το ΄Αγιο Πνεύμα μπορούν να ερμηνεύσουν τη διδασκαλία των Αποστόλων, απλούστατα γιατί αυτοί έχουν την ίδια εμπειρία. Και αυτοί οι πραγματικοί ερμηνευτές των Γραφών μπορεί να είναι αλιείς και αγράμματοι. ΄Όμως, το ΄Αγιο Πνεύμα τους φωτίζει να κατανοήσουν το βάθος του χωρίου.
Συνεπώς, η Αγία Γραφή δεν μπορεί να ερμηνευθεί  η να προσεγγισθεί αποκομμένη από την Παράδοση της Εκκλησίας. Όπωσδήποτε δε, δεν αρκεί η διανοητική κατανόηση της, η οποία μπορεί να αποτελεί και διαστροφή του λόγου του Θεού. Ας μη λησμονούμε όσα γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Υπάρχουν μερικοί ακάθαρτοι δαίμονες που μόλις αρχίσει κάποιος τη μελέτη της Αγίας Γραφής, του αποκαλύπτουν την ερμηνεία της. Τούτο ιδιαίτερα αγαπούν να το κάνουν σε καρδιές κενοδόξων ανθρώπων και μάλιστα μορφωμένων με την κατά κόσμον παιδεία. Και αποσκοπούν να τους ρίξουν σε αιρέσεις  και βλάσφημες ιδέες, απατώντας τους σιγά – σιγά….» (http://www.oodegr.com/oode/grafi/grafi4.htm)
Και καταλήγει ο αείμνητος Ρωμανίδης.
Δια τον λόγον αυτόν ο χρησιμοποιών επιστημονικήν ή φιλοσοφικήν μέθοδον και έχων αφετηρίαν τα της πείρας και της λογικής κατηγορήματα της γνώσεως και τα νομιζόμενα υπό τινων υπέρ την πείραν κατηγορήματα της δήθεν καθαράς ή αμιγούς νοήσεως, απηλλαγμένης συμβεβηκότων, αυτομάτως διαστρέφει την Αγίαν Γραφήν.


3) Μιλάει για πράγματα που ΗΔΗ έχουν τεθεί ("ήδη τεθέντας") ως "όρια" από τους Αγίους Πατέρες, και δεν λέει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να περιμένουμε να κάνει μια ερμηνεία κάποιος άγιος Πατέρας, για να την υιοθετήσουμε κι εμείς. Και μιλάει και για "ανα-κίνηση" (ξανα-κίνηση) θεμάτων, εφ' όσον στο παρελθόν έχουν ήδη κανονισθεί. Το να εφαρμόζει λοιπόν κάποιος τον κανόνα αυτόν σε ένα ΚΑΙΝΟΦΑΝΕΣ θέμα, (σαν το θέμα της Εξέλιξης), είναι παραποίηση και παρερμηνεία του κανόνα.
Θα μπορούσε να ήταν έτσι πράγματι, αν η εξέλιξη στην κομμένη και ραμμένη στην νοημοσύνη της exeldim εκδοχή δεν περιλάμβανε «προαδαμιαίους», «τοπικούς κατακλυσμούς» κι άλλα παρόμοια. Γιατί αυτές οι δύο ανοησίες καταλήγουν σε ένα τοπικό θεό που θέτει εκτός οικονομίας ένα τεράστιο πληθυσμό ανθρώπων που πέθαιναν χωρίς να γνωρίζουν καν τι είναι η αμαρτία και γιατί τιμωρούνται με τη στέρηση της θείας χάρης. Έτσι καθίσταται κενή κι άνευ νοήματος κι η κλασσική ρήση «ουκ εστίν αίτιος κακών ο θεός».

(Σοφ. κεφ. ι'. ἐδάφ. α'.) «αὐτὴ πρωτοπλαστον πατέρα κόσμου μόνον κτισθέντα διεφύλαξεν»• καὶ Πραξ. κεφ. ιζ’. ἐδ. κστ’. «ἐποίησέ τε ἐξ ἐνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς».

Τὸν παραλογισμὸ τους αὐτὸν ἀνατρέπει ὁ σοφώτατος Εὐγένιος Βούλγαρης στὸ "Θεολογικόν", ὅπου μᾶς λέγει: «Ὑπόνοιαν ἡμῖν ἐμποιεῖν πειρῶνταί τινες τοῦ Ἀδὰμ προϋφεστάναι ἀνθρώπους ἄλλους∙ διὰ πολλῶν γενεῶν εἰσηγούμενοι, πρῶτον δέ, λέγεσθαι τὸν Ἀδὰμ (Σοφ. Σολ. κεφ. ι’. καὶ α’. πρὸς Κορινθ. κεφ. ιε’, ἐδάφ. μζ.) πρὸς τὴν Χριστοῦ γενεαλογίαν ἀναφερόμενον; Ἐκτοξεύεται ἡ κενὴ δόξα πρῶτον ἐκ τῶν Γραφῶν. (Σοφ. κεφ. ι'. ἐδάφ. α'.) «αὐτὴ πρωτοπλαστον πατέρα κόσμου μόνον κτισθέντα διεφύλαξεν»• καὶ Πραξ. κεφ. ιζ’. ἐδ. κστ’. «ἐποίησέ τε ἐξ ἐνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς». Καὶ (α. πρὸς Κορινθ. κεφ. ιε’. μζ’.) «ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός...» ἐξ ὧν δῆλον τὸν Ἀδὰμ μὴ μόνον τῶν Ἑβραίων ἀλλά καὶ παντὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἶναι προπάτορα∙ τῷ ὄντι δὲ πρὸ τοῦ Ἀδὰμ ἄνθρωπος οὐκ ἦν τοῦ ἐργάζεσθαι τὴν γῆν (Γεν. β’. ἐδάφ. ε’.}.

Δεύτερον ἡ κοινὴ τῶν ἀπ’ ἀρχῆς χρόνων παράδοσις, οὐχ ὅπως τοὺς Χριστιανοὺς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἑβραίους, ἔθνος εἰκότως ἀπ’ ἀρχαιότητι σεμνυνόμενον, τὸν Ἀδὰμ ἀναπείθει πρώτην οἰονεί ῥίζαν παντὸς γένους ἀνθρώπων ὁμολογεῖν.
Τρίτον εἰ προϋπῆρχον τοῦ Ἀδὰμ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ ἐξ ἐκείνων τὸ γένος ἕλκοντες, οὐκ ἂν ἦσαν υἱοὶ ὀργῆς, ὡς μὴ τῷ κρίματι τῆς ἀρχεγόνου παραβάσεως ἐνεχόμενοι, οὐδὲ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τῆς σωτηρίας ἐτύγχανον, ὃ ταῖς Θεολογικαῖς ἀπομάχεται εἰσηγήσεσιν.
Ἐρεῖς ὑπὲρ τῶν προαδαμιτῶν τούτων, ὅτι κατὰ τὸ εἰρήμενον (πρὸς Ρωμ. κεφ. ε’.) «ὁ θάνατος ἐβασίλευσεν ἀπὸ Ἀδάμ, μέχρι Μωσέως, καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐπὶ τῷ ὁμοιώματι τῆς παραβάσεως Ἀδάμ»... ἐκ τούτου δὲ μάλιστα τοῦ χωρίου ὁ τῶν προαδαμιτῶν λῆρος ἐκ βάθρων ἀνασπᾶται, καὶ ἀνατρέπεται...» (Θεολογικόν, σελ. 369-70).
4) Όταν ο Κανόνας λέει: "μη άλλως τούτον ερμηνευέτωσαν", δεν μιλάει για τη "μέθοδο" που τον ερμήνευαν οι άγιοι Πατέρες, αλλά γι' αυτή καθεαυτή την ερμηνεία, όπως εξάγεται από το συμφραζόμενο. Γιατί οι παρερμηνευτές του παρόντος κανόνα, λένε και αυτό, ότι δήθεν επειδή οι άγιοι Πατέρες ερμηνεύουν δια άλλων προγενέστερων αγίων Πατέρων ένα ζήτημα, ΜΟΝΟ με τη χρήση προγενέστερων αγίων Πατέρων έχουμε το δικαίωμα να το κάνουμε κι εμείς, γιατί αυτή η είναι η "μέθοδος" που χρησιμοποιούσαν, και βάσει (δήθεν) του κανόνα αυτού, δεν επιτρέπεται άλλη μέθοδο, χωρίς χρήση άλλων Πατέρων.



Η αγραμματοσύνη στο μεγαλείο της. «άλλως»= αλλιώς είναι επίρρημα τροπικό κι ασφαλώς εννοεί την μια και γνωστή μέθοδο ερμηνείας όπως εκφράζεται από τη Ζ’  Οικουμενική Σύνοδο: « τη παραδόσει της καθολικής εκκλησίας εξηκολουθήσαμεν και ούτε ύφεσιν ούτε πλεονασμόν εποιησάμεθα, αλλ’ αποστολικώς διδαχθέντες κρατούμεν τας παραδόσεις…..ημείς τοιγαρούν πατρώοις νόμοις επόμενοι»! (Ζήσης, Επόμενοι τοις θείοις πατράσι σελ.51-52).

Στο ίδιο ο π.Θεόδωρος, ακολουθώντας το παράδειγμα του Δαμασκηνού, γράφει: «Δεν πρόκειται να πω τίποτε ιδικό μου, και ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω την σχετική έκφραση του μεγάλου δογματικού θεολόγου Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού ‘ερώ τοιγαρούν, εμόν ουδέν’ …..εγνώριζε ευσεβώς ότι η δική του σοφία είναι σταγών εμπρός εις τον ωκεανό της παράδοσης».

6) Η λέξη: "ερμηνεία", ("μη άλλως τούτον ερμηνευέτωσαν"), σημαίνει πρώτιστα την ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ενός κειμένου. Συνεπώς, εάν δεν θέλουμε να ερμηνεύσουμε την Αγία Γραφή, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΝ ΝΑ ΤΗ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ, γιατί στη σκέψη μας ΠΑΝΤΟΤΕ (θέλοντας και μη), κάνουμε ερμηνεία του νοήματος που διαβάζουμε! Και επειδή ΚΑΝΕΝΑΣ δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ΟΛΑ όσα έχουν πει οι άγιοι Πατέρες για το κάθε χωρίο της Αγίας Γραφής, θα έπρεπε να μη τη διαβάσει κανείς, αν πρώτα δεν έχει διαβάσει ΟΛΟΥΣ τους Αγίους Πατέρες!

7) Στο σημείο αυτό, μας εφιστούν την προσοχή, ότι ο Κανόνας μιλάει για "διδασκαλία" σε άλλους, ("εκδιδάσκειν"), και όχι για απλή ερμηνεία δική μας, που την κρατούμε για τον εαυτό μας. Σε αυτό έχουμε να παρατηρήσουμε, α) ότι ο κανόνας έχει δύο σκέλη, και μόνο το πρώτο μιλάει για διδασκαλία σε τρίτους, και β) ότι ακόμα και έτσι αν είναι, άραγε θα ήταν λογικό να υποθέσουμε, ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για τη σωτηρία των άλλων, και απρόσεκτοι για τη δική μας σωτηρία, ερμηνεύοντας με μη αποδεκτό τρόπο κάτι για τον εαυτό μας; Συνεπώς, εάν υπάρχει λόγος προσοχής στο θέμα αυτό, υπάρχει ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού μας πρώτα.

8) Εάν ο κανόνας είχε εφαρμογή μόνο για την ερμηνεία της Αγίας Γραφής, και όχι ΚΑΙ για τα άλλα Θεόπνευστα συγγράμματα, όπως είναι ο ίδιος ο 19ος Ιερός Κανόνας που εξετάζουμε, θα αποτελούσε υποτίμηση της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου που τον όρισε, και κατ' επέκτασιν της Θεοπνευστίας του Συνοδικού Θεσμού. Συνεπώς, εάν ο Ιερός αυτός Κανόνας είναι εξ ίσου Θεόπνευστος με τα κείμενα της Αγίας Γραφής, τότε ΠΩΣ τον (παρ)ερμηνεύουν οι άνθρωποι αυτοί, και μάλιστα αντί να κρατούν αυτή την παρερμηνεία για τον εαυτό τους, τη διδάσκουν και σ' εμάς; Εάν λοιπόν κάποιος, για να ερμηνεύσει κάτι Θεόπνευστο, είναι αναγκασμένος (κατά τον ισχυρισμό αυτόν) να χρησιμοποιήσει συγγράμματα προγενεστέρων αγίων Πατέρων, τότε ποιο σύγγραμμα έχουν να μας επιδείξουν αυτοί που τον ερμηνεύουν έτσι, το οποίο να τον ερμηνεύει με τον ίδιο τον δικό τους τρόπο; Γιατί δεν υπακούουν στην ίδια τη δική τους ερμηνεία των Ιερών Κανόνων, και δεν μας δείχνουν πρώτοι αυτοί κείμενα Πατέρων που να τον ερμηνεύουν με τον τρόπο που θέλουν;


Τα παραπάνω είναι απλή κουτοπονηριά. Προφανώς ξέχασε πως ο Κανόνας ερμηνεύεται εφαρμοζόμενος από την Εκκλησία ανά τους αιώνες, όπως δείχνουν και τα παραπάνω που αντέγραψα από τον π. Θεόδωρο Ζήση. Θα του θυμίσω ακόμη και το Πηδάλιο που περιέχει την ερμηνεία του Κανόνα και που έχει γίνει συνείδηση και βίωμα στην Εκκλησία. Ας διαβάσει τις σελίδες 195-196.


9) Και ακόμα και αν μας έδειχναν τέτοια φωτισμένα κείμενα, τότε πώς θα τολμούσαν να τα ερμηνεύσουν και εκείνα, χωρίς φωτισμένα κείμενα άλλων αγίων Πατέρων; Είναι προφανής η αντιφατικότητα και ο φαύλος κύκλος αυτής της αυθαίρετης ερμηνείας, που αυτο-αναιρείται!
Απάντησε πιστεύω ο Ρωμανίδης ξεκάθαρα.
10) Πέραν όλων αυτών, πώς είναι δυνατόν ένας Ιερός Κανόνας, να περιορίζει την παράδοση της Εκκλησίας ΜΟΝΟ στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων, και όχι και στην ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ της Εκκλησίας; Γιατί εάν ζητούσε κατ' ανάγκην μόνο κείμενα, για το κάθε τι που ερμηνεύουμε, τότε θα παραγνώριζε την αξία της Προφορικής Ιεράς Παράδοσης της Εκκλησίας, που μεταδίδεται ΚΑΙ από Ανάδοχο σε Νεοφώτιστο!


Το ίδιο με το 9.


11) Μας λένε ότι "μόνο όσοι βρίσκονται στον φωτισμό και στη Θέωση έχουν δικαίωμα να ερμηνεύουν την Αγία Γραφή". Μα αν είναι αυτό αλήθεια, τότε πώς οι ίδιοι ερμηνεύουν τον Ιερό αυτό κανόνα; Θέλουν να μας πουν ότι οι ίδιοι βρίσκονται στον φωτισμό;

Εδώ θα απαντήσει η ΟΟΔΕ
Στο σημείο τούτο εύγλωττος και έντονα διαφωτιστικός αποβαίνει ο άγιος Eπιφάνιος, διερμηνεύοντας ότι, επειδή οι Άγιοι γίνονται κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και τους καταξιώνει ο Θεός Πατήρ να αποβαίνουν γνώστες του Υιού του και του Αγίου Πνεύματός του, στο μέτρο, του, κατά τα ανθρώπινα μέτρα, δυνατού. Τούτο δηλοποιεί ότι η του έργου του Υιού και του Αγίου Πνεύματος γνώση, περιέχει τη σύνολη οικονομία του Θεού στον κόσμο, της οποίας και μπορούν οι Άγιοι πατέρες να έχουν και την αληθινή αίσθηση και την αλάνθαστη οριοθέτηση 103. Μέσα στο πλαίσιο τούτο εξηγείται πως οι πατέρες ομόφωνα συνεγείρονται στην αιρετική πρόκληση και με μια φωνή, χωρίς προσυνεννόηση, απορρίπτουν την κακοδοξία και διατυπώνουν την ορθόδοξη απάντηση, προσκομίζοντας, πολλές φορές, τα ίδια επιχειρήματα.
Χαρακτηριστική είναι, επί του προκειμένου, και η δήλωση της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (787):

«Η αγία Σύνοδος εξεβόησε των θεοφθόγγων πατέρων αι διδασκαλίαι ημάς διορθώσαντο. Εξ αυτών αρυσάμενοι την αλήθειαν εποτίσθημεν. Αυτοίς κατακολουθήσαντες, το ψεύδος εδιώξαμεν. Παρ’ αυτών διδαχθέντες, σεπτάς εικόνας ασπαζόμεθα. Πατέρες κηρύττουσι, τέκνα υπακοής εσμεν, και εγκαυχώμεθα εν προσώπω μητρός τη παραδόσει της καθολικής Εκκλησίας… Ημείς τη αρχαία θεσμοθεσία της καθολικής Εκκλησίας επακολουθούμεν. Ημείς τους θεσμούς των πατέρων φυλάττομεν…»
Η Παράδοση δεν είναι κάτι διαφορετικό από την Ορθόδοξη πίστη, δηλαδή την Ορθοδοξία. Ορθοδοξία θα πει «ορθή δόξα», δηλαδή ορθή δοξασία ή ορθή διδασκαλία περί τού Θεού και όλων των θεμάτων που οδηγούν στην σωτηρία τον άνθρωπο. Αυτή όμως η ορθή πίστη απεκαλύφθη από τον Θεό στους άξιους αυτής της Αποκαλύψεως, σε όσους έχουν φθάσει στην θέωση και έχουν την δυνατότητα να παραλάβουν αυτήν την Αποκάλυψη τού Θεού. Οι άγιοι όμως παραλαμβάνουν την Αποκάλυψη και την παραδίδουν στα πνευματικά τους παιδιά και με τον τρόπο αυτόν τα αναγεννούν


Έπειτα, η Ιερά Παράδοση δεν είναι απλώς μια μελέτη της ιστορίας, δεν είναι τα αρχαιολογικά μνημεία του παρελθόντος, αλλά είναι η «μέθοδος» της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως του ανθρώπου. Αυτό παραδίδεται και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Ο,τι συντελεί στον φωτισμό των πιστών, είναι Παράδοση, ό,τι δεν οδηγεί σ' αυτό, δεν συνιστά την ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Έτσι, υπάρχει ο πυρήνας της Παραδόσεως και το δευτερεύον στοιχείο της Παραδόσεως. Παράδοση είναι ό,τι οδηγεί από την λογική λατρεία στην νοερά λατρεία και δευτερεύον είναι τα εξωτερικά σχήματα.


Η πρώτη διευκρίνηση είναι ότι η Εκκλησία είναι μια διαρκής Σύνοδος και η Σύνοδος είναι η φωνή της Εκκλησίας. Τους πρώτους αιώνες η Εκκλησία υπήρχε και λειτουργούσε κανονικά, χωρίς να υπάρχει ανάγκη συγκλήσεως Οικουμενικής Συνόδου. Βέβαια έχουμε την Αποστολική Σύνοδο και άλλες τοπικές Συνόδους, αλλά όχι Οικουμενικές, που έχουν μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που τις διακρίνουν από τις άλλες κατά τόπους Συνόδους. Το γεγονός είναι ότι, όταν άρχισαν να παρουσιάζονται οι αιρέσεις σε Χριστολογικό και Τριαδολογικό επίπεδο, τότε χρειάσθηκε να συγκληθεί η Σύνοδος και να αποφασίσει. Και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια, αλλά την εκφράζουν. Δηλαδή η αλήθεια που ζει και βιώνει η Εκκλησία από την Πεντηκοστή δια των Οικουμενικών Συνόδων εκφράζεται, λόγω της υπάρξεως αιρετικής διδασκαλίας. Αν δεν υπήρχαν αιρετικές διδασκαλίες δεν θα υπήρχε ανάγκη συγκλήσεως Οικουμενικών Συνόδων. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν θα υπήρχε η αλήθεια.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι αυτό που γράφει ο π. Γεώργιος Φλορόφσκυ και αναφέραμε πιο πάνω ότι «αι γνώμαι των Πατέρων και των Οικουμενικών Διδασκάλων της Εκκλησίας έχουν συχνά μεγαλυτέραν πνευματικήν αξίαν και κατηγορηματικότητα από ό,τι οι ορισμοί ορισμένων συνόδων. Αύται δε αι γνώμαι δεν είναι ανάγκη να επιβεβαιωθούν και να γίνουν αποδεκταί με «οικουμενικήν συγκατάθεσιν». Τουναντίον αυταί μόναι των αποτελούν το κριτήριον και αυταί δύνανται να το αποδείξουν».
Έτσι η αξία των θεοπνεύστων και απλανών διδασκάλων της Εκκλησίας είναι μεγάλη. Γι' αυτό στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας» επανειλημμένα χρησιμοποιείται η φράση «κατά τας των άγιων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα». Πιστεύουμε ότι οι μεγάλοι Πατέρες που έφθασαν στον φωτισμό και την θέωση έδωσαν κύρος στις Οικουμενικές Συνόδους και όχι οι Οικουμενικές Σύνοδοι στους Πατέρας.
Έτσι οι άγιοι Πατέρες απέκτησαν με την κοινωνία τους με τον Θεό την θεία γνώση και την ομολόγησαν στην Εκκλησία σε συνοδικές εκφράσεις. Γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου και πάλι ομολογούν: «Ημείς δε κατά πάντα των αυτών θεοφόρων πατέρων ημών τα δόγματα και πράγματα κρατούντες, κηρύσσομεν εν ενί στόματι και μια καρδία, μηδέν προστιθέντες, μηδέν αφαιρούντες των εξ αυτών παραδοθέντων ημίν αλλά τούτοις βεβαιούμεθα, τούτοις στηριζόμεθα· ούτως ομολογούμεν, ούτως διδάσκομεν, καθώς αι αγίαι και οικουμενικαί έξ σύνοδοι ώρισαν και εβεβαίωσαν».
12) Εάν μόνο άγιοι ερμηνεύουν τα Ιερά Κείμενα, τότε πρέπει οι άγιοι Πατέρες που έκαναν αυτές τις ερμηνείες, να είχαν συνείδηση της αγιότητάς τους! Αλλά άγιος που λέει ότι είναι άγιος, ΨΕΥΔΕΤΑΙ! Γιατί πάσχει από ταπείνωση! Και αφού οι άγιοι Πατέρες ερμήνευσαν πρωτογενώς τα Ιερά Κείμενα, τότε το έκαναν ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ. Αυτό σημαίνει, ότι ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΑΝ στο αξίωμα ότι δήθεν "μόνο άγιοι έχουν το δικαίωμα να ερμηνεύουν τα Ιερά Κείμενα"! Και το παράδειγμά τους και τον τρόπο τους ακολουθούμε, χωρίς να είμαστε άγιοι, όπως κι αυτοί δεν θεωρούσαν κάτι τέτοιο ως αναγκαία συνθήκη.



Εδώ πραγματικά είναι να λυπάται κανείς, διότι το παραπάνω είναι πραγματική κακοήθεια και δείχνει με την λεπτή ειρωνεία του έλλειψη εκκλησιαστικού φρονήματος, μισαλλοδοξία και γνήσια αλαζονική έπαρση. Είναι ένα σόφισμα γιατί με απλή ανάγνωση ειρωνεύεται την επισκοπική-συνοδική αυθεντία, όπως και τον φωτισμό του Πνεύματος, εναλλάσσοντας ορολογία τεχνηέντως, όμως με τη γνωστή υποκριτική ευσεβιστική διάθεση, για να μας πει πως ακόμη κι οι πατέρες στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν δεν μπορούν να επικαλεστούν αυτό που έκανε ευρέως γνωστό ο Ρωμανίδης,δηλαδή τον φωτισμό, γιατί αν τον επικαλεστούν αυτομάτως αμαρτάνουν λόγω έλλειψης ταπείνωσης…

Πρόκειται για κακοήθεια που στρέφεται κι εναντίον της Εκκλησίας διότι κανείς δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένη την αγιότητα για να αποφανθεί σε Σύνοδο κατά τον Μαυρομάγουλο.
Πρόκειται για κακοήθεια διότι στρέφεται εναντίον του επισκόπου τον οποίο η Ορθοδοξία τον έχει εις τόπον και τύπον Χριστού ως ποιμένα κι οδηγό της αληθείας. Με την υποκριτική επίκληση της αγιότητας, ως δήθεν προαπαιτούμενο, θέλει να καταλήξει να παραχωρήσει στον εαυτό του το δικαίωμα της έγκυρης ερμηνείας, όπως και κάνει, μπορεί άλλωστε ο καθένας να το δει στην exeldim.

13) Αν και είναι σωστό το να δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή και αξία στις ερμηνείες εκείνων που η Εκκλησία κατονόμασε ως αγίους Πατέρες, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός δεν είναι ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ να δίνει σωστή κατανόηση ή ερμηνεία, ή αποκάλυψη ΣΕ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ Εκείνος θελήσει!
Εδώ ήθελε να καταλήξει.Προσέξτε την επιλογή διατύπωσης..Ο θεός του έδωσε αποκάλυψη..Αυτό εννοεί..Καθαρά προτεσταντική δήλωση. Δυσκολεύτηκε πριν να αναγνωρίσει την αγιότητα των εν συνόδω επισκόπων, αλλά την κατά μόνας αποκάλυψη την καλοβλέπει με περισσή ευκολία. 

14) Το να ερμηνεύει κάποιος ΜΟΝΟ όταν γνωρίζει όλα όσα είπαν οι άγιοι Πατέρες για ένα θέμα, είναι εντελώς ανεφάρμοστο. Γιατί ΚΑΝΕΙΣ δεν γνωρίζει όλα όσα είπαν οι άγιοι Πατέρες. Συνεπώς, καλά θα κάνει να ερευνά τι είπαν οι άγιοι Πατέρες, αλλά να ερμηνεύει με βάση τα όσα ήδη γνωρίζει. Διαφορετικά, δεν πρέπει ΠΟΤΕ να ερμηνεύσει τίποτα, και να μη διαβάσει ποτέ τίποτα. Και τότε, αλλοίμονο στους αγράμματους!

15) Τέλος, (για να αναφέρουμε μόνο τα βασικά σημεία), το να ζητάει κάποιος ΓΙΑ ΟΛΑ όσα ερμηνεύονται γραπτά κείμενα αγίων Πατέρων, δεν διαφέρει από τον Προτεστάντη εκείνον, που ζητάει για όλα να βλέπει εδάφια στην Αγία Γραφή, (αν και ο ίδιος αυτή του την εμμονή αδυνατεί να τη δείξει από την Αγία Γραφή!). Ερμηνεύοντας με αυτόν τον εσφαλμένο τρόπο τον Ιερό Κανόνα της Εκκλησίας που εξετάζουμε, όχι μόνο πέφτουμε στις ανωτέρω αντιφάσεις, αλλά επιπλέον γινόμαστε και Χριστιανοί του Γράμματος και όχι του Πνεύματος! Κάνουμε την πίστη μας ΝΕΚΡΟ ΓΡΑΜΜΑ, απολίθωμα του παρελθόντος, που πρέπει να περνάει κατ' ανάγκην μέσα από αρχαία κείμενα, λες και ο Θεός είναι νεκρός, και έπαψε να φωτίζει και να καθοδηγεί τα μέλη της Εκκλησίας Του, ακόμα και τα πιο ανάξια! Γιατί κι αυτό είναι γραμμένο για τους Χριστιανούς, ότι "η ικανότης ημών εκ του Θεού, ος και ικάνωσεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος, αλλά πνεύματος· το γαρ γράμμα αποκτείνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί" (Β΄ Κορινθίους 3: 5,6). Και "νυνί δε κατηργήθημεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ώστε δουλεύειν ημάς εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος" (Ρωμαίους 7: 6).

Συνοψίζοντας
 Στο βαθμό που δεν παραβιάζονται οι ΗΔΗ ΤΕΘΕΝΤΕΣ ΟΡΟΙ, κάθε Χριστιανός μπορεί να ερμηνεύει την Αγία Γραφή, αλλά και τα λοιπά κείμενα των αγίων πατέρων.
Άλλωστε, δεν υπάρχει ανάγνωση κειμένου χωρίς ΕΡΜΗΝΕΙΑ του. Κάθε λέξη που διαβάζουμε (ως γράμμα), έχει και την ερμηνεία της στο μυαλό μας. Και τον Κανόνα 19 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου που παραθέτουν ορισμένοι, ΤΟΝ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ μέσα στο μυαλό τους για να τον καταλάβουν.
Δεν Προτεσταντίζει όποιος ερμηνεύει την Αγία Γραφή στα πλαίσια της Ιεράς Παραδόσεως, αλλά όποιος ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ τα όρια που έθεσαν οι άγιοι Πατέρες. Το ζήτημα δεν είναι αν ερμηνεύουμε κάτι. Το ζήτημα είναι ΑΝ ΤΟ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ. ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ!!! Γιατί ενώ ΟΛΟΙ μπορούν να ερμηνεύουν μέσα σε αυτά τα όρια, ΤΑ ΙΔΙΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΑ ΘΕΤΟΥΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ! ΚΙ ΟΧΙ ΕΜΕΙΣ.


Κι εδώ ισχύουν όσα έγραψα στο 11.