Για πληροφορίες και ερωτήσεις γράψτε μας στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: akhs1914@hotmail.com
Ελάτε να γίνουμε φίλοι στο Face Book _ Κάντε αίτημα φιλίας στο Face Book εδώ: www.facebook.com/Kosmas.Agrinio

Exeldim - Αποδείξεις για την πλάνη των Εξελικτικών


Η Αγία Γραφή, στο 1ο κεφάλαιο της Γένεσης, κάνει επαναλαμβανόμενα μια πολύ σοβαρή δήλωση: όλα τα είδη φυτών και ζώων δημιουργήθηκαν από τον Θεό «κατά το είδος αυτών». Εξ αρχής δηλαδή δημιουργήθηκαν όλα τα είδη φυτών και ζώων όπως τα γνωρίζουμε σήμερα και δεν συνέβη ποτέ αλλοίωση των χαρακτηριστικών ενός είδους σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκύψει ένα νέο είδος φυτού ή ζώου, όπως υποστηρίζει η θεωρία της εξέλιξης.
Ποιά όμως από τις δύο θέσεις (δημιουργία ή εξέλιξη) επαληθεύεται από τα ευρήματα που έχει φέρει στο φως η επιστήμη της Παλαιοντολογίας;
Η Παλαιοντολογία είναι ο κλάδος της επιστήμης που μελετά τα στοιχεία που μας πληροφορούν για τα έμβια όντα αλλά και για τις περιβαλλοντικές συνθήκες που υπήρχαν πάνω στη Γη κατά τη διάρκεια παλαιότερων γεωλογικών περιόδων, δηλαδή πριν από εκατομμύρια χρόνια.
Βασική πηγή πληροφοριών για την Παλαιοντολογία είναι τα απολιθώματα, δηλαδή τα λείψανα ή τα ίχνη ζώων ή φυτών που βρίσκονται θαμμένα μέσα σε πετρώματα παλαιότερης γεωλογικής περιόδου. Τα απολιθώματα σχηματίζονται όταν ένας οργανισμός πεθάνει και θαφτεί. Τότε, αν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, είτε ο οργανισμός επικαλύπτεται από ορυκτά υλικά και καθώς αυτός αποσυντίθεται μένει το «καλούπι» του, είτε η οργανική ύλη του φυτού ή ζώου αντικαθίσταται μόριο προς μόριο από ορυκτά υλικά. Κατά τη διαδικασία σχηματισμού ενός απολιθώματος, ευνοείται περισσότερο η διατήρηση των σκληρότερων τμημάτων του οργανισμού (οστά, όστρακα κλπ.) ενώ οι μαλακοί ιστοί διατηρούνται λιγότερο, αν και υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις που λόγω των κατάλληλων συνθηκών έχουν διατηρηθεί και οι μαλακοί ιστοί. Επίσης, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ολόκληρα ζώα έχουν διατηρηθεί ανέπαφα μέσα σε υλικά όπως ο πάγος και το ρετσίνι (για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε το άρθρο «Απολιθώματα» στη δεξιά στήλη).
Μελετώντας τα απολιθώματα, η Παλαιοντολογία αντλεί πληροφορίες για τις μορφές και τον τρόπο ζωής ζώων και των φυτών που έζησαν πριν εκατομμύρια χρόνια, καθώς επίσης και για τη μορφολογία του εδάφους και το κλίμα των εποχών εκείνων. Τα απολιθώματα λοιπόν δικαίως φέρουν τον χαρακτηρισμό του «αρχείου της φύσης».
Επιστρέφοντας στο δίλημμα «εξέλιξη ή δημιουργία;», ας δούμε πώς τα απολιθώματα μπορούν να συνηγορήσουν υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης. Αν η θεωρία της εξέλιξης όντως ισχύει, θα πρέπει τα διάφορα γεωλογικά στρώματα πετρωμάτων να είναι γεμάτα από απολιθώματα που να απεικονίζουν τις διάφορες ενδιάμεσες μεταβατικές μορφές οργανισμών κατά την εξέλιξή τους από το ένα είδος στο άλλο. Έτσι, ξεκινώντας από την αρχή της ύπαρξης της ζωής πάνω στη Γη, θα πρέπει το αρχείο των απολιθωμάτων να περιλαμβάνει αρχικά απλούς μονοκύτταρους οργανισμούς, στη συνέχεια λίγο πιο σύνθετους πολυκύτταρους οργανισμούς με απλά όργανα, και σιγά σιγά η πολυπλοκότητα να κλιμακώνεται μέχρι την εμφάνιση των πλήρως ολοκληρωμένων ζώων και φυτών.
Στην πραγματικότητα όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τα αρχεία των απολιθωμάτων φανερώνουν ένα πολύ παράξενο γεγονός που συνέβη πριν από 500 – 600 εκατομμύρια χρόνια, και ονομάζεται Κάμβρια Έκρηξη. Ενώ πριν από αυτή την περίοδο, τα απολιθώματα φανερώνουν την ύπαρξη μόνο απλών μονοκύτταρων οργανισμών πάνω στη Γη, εντελώς ξαφνικά γίνεται μια απότομη εμφάνιση («έκρηξη») σύνθετων οργανισμών (αρχικά θαλάσσιων). Από την Κάμβρια περίοδο κι έπειτα, λαμβάνουν χώρα αλλεπάλληλες απότομες εμφανίσεις όλων των γνωστών ζωικών και φυτικών τύπων (φύλα) που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Στο αρχείο των απολιθωμάτων δηλαδή, χωρίς να υπάρχουν απλούστερες προγονικές μορφές, εμφανίζονται ξαφνικά ολοκληρωμένοι οργανισμοί, πλήρως αναπτυγμένοι και με πολύπλοκα συστήματα (π.χ. ζώα με πολύπλοκο μυϊκό σύστημα, με σύνθετο νευρικό σύστημα, σύνθετες σκελετικές διαρθρώσεις, με σύστημα κυκλοφορίας και πήξης αίματος, με εξειδικευμένα όργανα βάδισης, κολύμβησης, σύλληψης τροφής κλπ.).
Το πρόβλημα αυτό για τη θεωρία της εξέλιξης ήταν γνωστό ήδη από την εποχή του Δαρβίνου (19ος αιώνας) όπου η Παλαιοντολογία ήταν ακόμη μια νεαρή επιστήμη. Από τότε μέχρι σήμερα όμως, που η Παλαιοντολογία έχει αναπτυχθεί θεαματικά και έχει στη διάθεσή της πολύ περισσότερα απολιθώματα, το πρόβλημα της έλλειψης ενδιάμεσων μεταβατικών μορφών στα απολιθώματα (οι λεγόμενοι «χαμένοι κρίκοι») παραμένει άλυτο.
Όπως και το θέμα της Μη Απλοποιήσιμης Πολυπλοκότητας, έτσι και το θέμα της έλλειψης μεταβατικών μορφών, ο Δαρβίνος το είχε θέσει ως κριτήριο ευστάθειας της θεωρίας του. Ο ίδιος γράφει στην «Καταγωγή των Ειδών»:
«Στο ερώτημα, γιατί δεν βρίσκουμε πλούσια απολιθωματικά κατάλοιπα που να ανήκουν σ’ αυτές τις θεωρούμενες αρχαιότερες περιόδους πριν την Κάμβρια, δεν μπορώ να δώσω ικανοποιητική απάντηση... Η περίπτωση επί του παρόντος πρέπει να μείνει ανεξήγητη και μπορεί αληθινά να προβληθεί σαν ισχυρό επιχείρημα εναντίον των απόψεων που προβάλλονται εδώ»
Πράγματι, δεδομένου ότι πέρα από τις απότομες εμφανίσεις που επακολούθησαν της Κάμβριας έκρηξης, δεν εμφανίστηκαν έκτοτε νέοι ζωικοί τύποι (φύλα), το γεγονός αυτό ισοδυναμεί με ένα συμβάν Δημιουργίας! Από τους μονοκύτταρους οργανισμούς που υπήρχαν πριν, εμφανίζονται απότομα σύνθετοι οργανισμοί χωρίς να υπάρχουν πρόδρομες μεταβατικές μορφές και οι βασικοί αυτοί ζωικοί και φυτικοί τύποι (φύλα) υπάρχουν μέχρι σήμερα!
Μάλιστα οι προσπάθειες να αποδοθεί σε εξαφανισμένα είδη που εντοπίστηκαν σε απολιθώματα, ο χαρακτηρισμός του «χαμένου κρίκου»είτε κινούνται στη σφαίρα των υποθέσεων χωρίς να υπάρχει καμία απόδειξη, είτε αποτελούν περιπτώσεις εξαπάτησηςείτε ο «χαμένος κρίκος» δεν ήταν τελικά και τόσο «χαμένος» αφού βρέθηκε ζωντανός και στη σημερινή εποχή χωρίς να έχει υποστεί καμία εξέλιξη (άρα δεν ήταν τελικά ούτε «κρίκος»). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ψάρι κοιλάκανθος το οποίο εθεωρείτο ο χαμένος κρίκος μεταξύ ψαριών και αμφιβίων, και το οποίο αλιεύτηκε αρκετές φορές μέσα στον 20οαιώνα έχοντας ακριβώς την ίδια μορφή που μαρτυρούν τα απολιθώματα ότι είχε και πριν εκατομμύρια χρόνια (για περισσότερους -όχι και τόσο- «χαμένους κρίκους» δείτε το άρθρο “Living Fossils” στη δεξιά στήλη).
Αν λοιπόν μέσα σε 500 – 600 εκατομμύρια χρόνια (δηλαδή από την Κάμβρια έκρηξη μέχρι σήμερα) δεν έχει γίνει καμία εξέλιξη, πώς μέσα στα λίγα εκατομμύρια χρόνια που μεσολάβησαν κατά τη μετάβαση από την Προκάμβρια στην Κάμβρια περίοδο, πρόλαβεκαι μπόρεσε να λάβει χώρα μια τόσο ταχεία και δραματικήεξελικτική διαδικασία;
Μία προσπάθεια να εξηγηθεί εξελικτικά το γεγονός της Κάμβριας έκρηξης έγινε κατά τη δεκαετία του 1970, όταν δύο ερευνητές , οιS.J. Gould και N. Eldredge, διατύπωσαν τη θεωρία των Εστιγμένων ή Διαλειπουσών Ισορροπιών. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, τα εξελισσόμενα είδη φαίνεται ότι παραμένουν στατικά (σε κατάσταση «ισορροπίας») για πολύ μεγάλες χρονικές περιόδους. Όταν όμως συμβαίνουν φυσικές καταστροφές μεγάλης έκτασης, αυτές οι καταστάσεις ισορροπίας διακόπτονται («διαλείπουσες ισορροπίες») και οι οργανισμοί υφίστανται μεταλλάξεις με έναν τέτοιο δραματικό τρόπο ώστε να προκύπτουν απότομα νέα είδη (σημ.: η θεωρία αυτή ουσιαστικά διαφωνεί με την εξελικτική διαδικασία όπως διατυπώθηκε από το Δαρβίνο, ο οποίος υποστήριζε ότι η εξέλιξη γίνεται μέσω σταδιακών βαθμιαίων μεταβολών). Όμως, μία τέτοια θεωρία δεν μπορεί να ευσταθεί διότι από την επιστήμη της Γενετικής γνωρίζουμε ότι:
  • Οι λεγόμενες "ευνοϊκές" ή έστω οι μη καταστρεπτικές μεταλλάξεις είναι εξαιρετικά σπάνιες και για να προκύψει ένα νέο είδος χρειάζεται η επιτυχής συσσώρευση ενός μεγάλου πλήθους "ευνοϊκών" αλλά και μη καταστρεπτικών μεταλλάξεων.
  • Οι μεταλλάξεις αυτές πρέπει να συμβούν στα αρχικά στάδια της ζωής του οργανισμού (εμβρυϊκή φάση) ώστε να προκαλέσουν μεγάλης κλίμακας αλλαγές και να συμβεί μετάβαση σε νέο είδος. Οι μεταλλάξεις όμως σε αυτή τη φάση είναι κατά κανόνα καταστρεπτικές ή και μη βιώσιμες.
Βλέπουμε λοιπόν ότι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα δεδομένα της επιστήμης της Παλαιοντολογίας, δικαιώνουν την πραγματικά αξιοπερίεργη επιλογή του συγγραφέα της Γένεσης να πάει αντίθετα σε αντιλήψεις της εποχής του περί εξέλιξης των ζωντανών οργανισμών από προγενέστερα τερατώδη πλάσματα, και να διακηρύξει ότι όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί δημιουργήθηκαν «κατά το είδος αυτών».
Εδώ φανερώνεται για ακόμη μία φορά η θεοπνευστία του Λόγου του Θεού, διότι η δήλωση αυτή σήμερα επαληθεύεται από τη γνώση ότι κάθε είδος έχει διαφορετικές γενετικές πληροφορίες (διαφορετικό γενετικό κώδικα – DNA). Επίσης, η Γένεση μάς πληροφορεί ότι μετά τη δημιουργία του ανθρώπου, ο Θεός έπαυσε κάθε δημιουργικό έργο. Πράγματι, σήμερα γνωρίζουμε ότι μετά την εμφάνιση του ανθρώπου δεν παρατηρήθηκε η δημιουργία άλλου νέου είδους (αντίθετα παρατηρείται εξαφάνιση ειδών λόγω ανθρώπινης παρέμβασης).
Πρόκεται λοιπόν για γνώσεις που δεν θα μπορούσε να έχει ο συγγραφέας και οι οποίες είναι προϊόν θεϊκής αποκάλυψης.